Αρχείο | Απρίλιος 20, 2016

ΚΙ ΟΛΟ θ’ ΑΝΘΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ …!

12806205_10206924763452256_8398269072953204586_n-1-300x227

Ανθείς μέσα στα όνειρά μου, στου στίχου τη σιωπή,
Στου κοραλλιού το μαργαριταρένιο δάκρυ,
Στου σούρουπου την άγια ώρα που προσμένουν οι ξωμάχοι.

Ανθείς μες στη σκιά της νύχτας που προσμένει
Της χαραυγής τ’ ολόδροσο το πέπλο σα γαλέρα
Να ταξιδέψει, στο ΄΄ σπαρμένο φως ΄΄ το βελουδένιο.

Ανθείς στον κήπο της Γεσθημανής, στ’ ανέμου
Τη ΄΄ φωτόσαρκη ρωγμή ΄΄ που γιγαντώνει
Τον υπερούσιο λόγο στων γλάρων τα ερημονήσια.

Ανθείς σαν τ’ ακρογιάλια της ελπίδας, σαν το χάδι
Μιας βροντολύρας μουσικής που ανθοφορεί
Στ’ ακρόπρωρο το ΄΄ βρόχινο μελτέμι ΄΄ της ελπίδας.

Ανθείς σα φραγκοστάφυλο τ’ Αυγούστου που προσμένει
Τ’ άγουρα χείλη νέου να ξεδιψάσει,
Σαν τις αμέτρητες ματιές του κόσμου π’ αγαπάει.

Ανθείς μες στις σπηλιές των θαλασσών που φέγγουν
Πολύχρωμα λουλούδια κι ανεμώνες που ζαλίζουν
Φέρνοντας τόση ταραχή μες στη σιωπή του χρόνου.

Ανθείς σαν τριαντάφυλλο, σαν την ΄΄αλκυονίδα σκέψη
Που ΄΄ ηχοβολεί χλωμόθωρη ΄΄ του κρίνου τη λευκάδα
Στ’ ακρόδειπνο που ετοίμασε η μεταδότρα αγάπη.

Ανθείς μες στις πληγές των ναυαγών ημέρα-βράδυ,
Στων ηφαιστείων τη χρυσή τη λάβα όπου καίει
Τον ωροδείκτη της ζωής και της οδύνης.

Ανθείς χειμώνες καλοκαίρια, άνοιξες και χινόπωρα
Όπου δεν έχουν δύση, κι όλο θ’ ανθείς ΓΥΝΑΙΚΑ
Γιατ’ είσαι η μήτρα της ζωής και της ζωής το θάμα.

Kostas Kapelouzos

Πλοίο Μαργαριτάρι

13012797_10204492735917382_5567365984619134941_n(2)

Των Πόντων έγινες ανάμνηση ταξίδι αλαργινό,
των ποντοπόρων πλοίων ξέφρενη πορεία,
θύμηση αιχμάλωτη σε ξέφτισε ο καιρός,
των οριζόντων το πηδάλιο εχάθη.
Σε ξέρα βρίσκεσαι κουφάρι μακρινό,
κουρέλι κείτεται στη ράχη σου στερνό απομεινάρι
ένα κομμάτι σύμβολο γαλανής Πατρίδας
που άσπρο το’κανε ο ήλιος ο τραχύς.
Η ψυχή του ξύλου αναριγά σαν ταξιδεύουν
δίπλα σου περήφανα τα πλοία.
Στόμα δεν έχεις ο λυγμός σου ν’ ακουστεί,
του Σολωμού τον ύμνο να σαλπίσεις,
ούτε σινιάλο να τους κάνεις με καπνό,
μήτε S.O.S. το στίγμα σου να δώσεις.
Μόνο το κύμα το βουβό κι ανταριασμένο
δίπλα σου μένει κι ακόμη πιο πολύ στα βράχια
σε λίγα κρόσσια που σ’ απόμειναν ξεσπά.
Κι εσύ το βλέπω, άλλο δε σου ‘μεινε να κάνεις,
φίλος μαζί του να δηλώνεις ταπεινά
ν’ αποζητάς τη συντροφιά του ώσπου,
το μάτι της ψυχής που αργοπεθαίνει
στου κοχυλιού τα σπλάχνα να γενεί
Μαργαριτάρι.

Φωτεινή Γεωργαντάκη Ψυχογυιού