Αρχείο

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΕΚΟΥΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ΣΕΛΗΝΗ

13516407_1787921028104891_2456542754529952753_n

Σελήνη,
ένα δαχτυλίδι χαμένο στην αρχή του χρόνου.
Μια φορά κι έναν καιρό, βαθειά στην καρδιά ένος δάσους, μια φυλή έφτιαξε τις καλύβες της και ζούσε εκεί μονιασμένα. Ήταν όλοι φίλοι και μοιράζονταν τα πάντα. Ποτέ και τίποτα δεν έγινε αφορμή να τους χωρίσει ή να δοκιμάσει την όμορφη φιλία τους. Ακόμα και στις μάχες που έκαναν με τις αντίπαλες φυλές πάντα πολέμαγαν σαν μια γροθιά, πλάτη με πλάτη ώστε να είναι ο ένας η κάλυψη του άλλου. Ακόμα και τα λάφυρα που έπαιρναν τα βάζανε σε πουγκιά και ο καθένας τραβούσε από ένα στην τύχη ώστε κανείς να μην ζηλέψει του διπλανού του ούτε και να αντιδικήσουν για κάποιο από αυτά.
Αυτή την παρέα ζήλεψαν η Διχόνοια και η Απληστία, δυο κακές θεές αδερφές που η χαρά τους ήταν να υποβιβάζουν την ύπαρξη και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπινου είδους και αποφάσισαν να την διαλύσουν, λες και τις ενοχλούσε σε κάτι. Όμως αυτές οι κακές θεές από αυτά τρέφονταν και δυνάμωναν. Ίσως να μην έφταιγαν ούτε και οι ίδιες αφού γι’ αυτό γεννήθηκαν και αυτός ήταν ο ρόλος τους στο σύμπαν. Ίσως αλήθεια να μην είχαν ποτέ επιλογή. Άνοιξαν το σεντούκι τους και μετά από πολλή σκέψη διάλεξαν ένα δαχτυλίδι, ολοστρόγγυλο, ολόχρυσο που πάνω του ήταν χαραγμένο το όνομα Σελήνη. Ήταν το μαγικό όνομα του δαχτυλιδιού. Ένα όνομα χαμένο στο χρόνο, χαραγμένο σαν από πάντα, λες και όταν έλιωσε ο χρυσός για να το φτιάξουν άφησε επίτηδες κενό στα συγκεκριμένα σημεία ώστε η δύναμη του δαχτυλιδιού να χαράξει από μόνη της το όνομά της.
Ήταν ένα δαχτυλίδι ξεχωριστό από τ’ άλλα. Ο χρυσός του ήταν καθαρός, είχε λιώσει στο κέντρο της γης, εκεί που ούτε θνητοί ούτε δαίμονες μπορούσαν να το αγγίξουν ή να το μαγέψουν και αφού έλιωσε, πάγωσε βαθειά στον άπατο ωκεανό μέχρι που έγινε συμπαγές. Ύστερα ο θεός της φωτιάς το κράτησε με τα δυνατά του χέρια και ο θεός των
ουρανών έριξε έναν κεραυνό και του έδωσε το τέλειο στρογγυλό του σχήμα. Σε αυτό το δαχτυλίδι όλοι οι θεοί έκρυψαν κι ένα δωρό. Ο ένας έβαλε πλούτη και ο άλλος δύναμη, άλλος έκρυψε πνευματική διαύγεια και άλλος την ικανότητα να οδηγείς τα πλήθη. Όλοι το είχαν ακουστά αυτό το δαχτυλίδι μα ποτέ κανείς δεν το είδε. Ήταν κρυμμένο και χαμένο για αιώνες φοβούμενοι ότι οι άνθρωποι θα έφταναν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Αυτό το δαχτυλίδι λοιπόν ανέσυραν από το σεντούκι τους οι δυο αδερφές και άρχισαν να καταστρώνουν το καταχθόνιο σχέδιό τους.
Μια βραδιά χωρίς πολλά άστρα στον ουρανό, γιατί δεν ξέρω αλήθεια αν γνωρίζετε, ότι τα πολύ πολύ παλιά χρόνια δεν υπήρχε φεγγάρι στο ουράνιο στερέωμα παρά μόνο αστέρια. Σε αυτό το λίγο φως των αστεριών αρκούνταν οι άνθρωποι τις νύχτες και στη φωτιά που φρόντιζαν να κρατούν αναμμένη όλη νύχτα. Μια βραδιά πιο σκοτεινή από τις άλλες αφού τα σύννεφα στον ουρανό εμπόδιζαν ακόμα κι αυτό το λίγο έναστρο φως να φτάσει στη γη, οι δυο θεές πήραν το δαχτυλίδι και το πέταξαν με τόση δύναμη στο χωριό των ανθρώπων που όλος ο τόπος ταρακουνήθηκε σαν να έκανε σεισμό. Πετάχτηκαν από τα στρωσίδια τους όλοι όρθιοι και τρομαγμένοι από το παράξενο αυτό φαινόμενο και μαζεύτηκαν στο κέντρο του χωριού ψάχνοντας να βρουν τι είχε συμβεί. Εκεί αντίκρυσαν αυτό που δεν πίστευαν ότι θα έβλεπαν ποτέ τους.
Πέρασε ώρα πολλή και όμως παρέμεναν σιωπηλοί και ακίνητοι μπροστά στο δαχτυλίδι που ήταν πεσμένο στο χώμα. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να το αγγίξουν και ποιος από όλους θα έπρεπε να το κάνει αυτό. Τη σιωπή έσπασε κάποια στιγμή η φωνή της Διχόνοιας, η οποία στάθηκε αναμεσά τους και με δυνατή φωνή είπε,
– Μόνο ο πρώτος της φυλής, ο πιο γενναίος, ο πιο δυνατός, ο πιο έξυπνος, ο πρώτος μεταξύ όλων σας θα μπορέσει να πάρει αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό στα χέρια του. Μόνο αυτός θα καρπωθεί όλα τα δώρα του δαχτυλιδιού που είναι τόσους αιώνες κρυμμένα μέσα του.
Ένας ψίθυρος άρχισε να ακούγεται που σιγά σιγά έγινε φωνές και οι φωνές κραυγές και οι κραυγές ουρλιαχτά και ξαφνικά όλοι άρχισαν να παλεύουν με όλους και να τσακώνονται. Όλα μονομιάς έδειχναν να έχουν χαθεί. Η φιλία, η αγάπη, η ομόνοια, η ισότητα, όλα σκόρπισαν σαν σκόνη στον άνεμο και οι θεές γελούσαν και έτριβαν τα χέρια τους από την τόση ικανοποίηση.
Πέρασαν ώρες πολλές και η αντάρα ξεθύμανε και όλος αυτός ο χαμός καταλάγιασε, γιατί οι άνθρωποι, που είναι από τη φύση τους καλοί, ακόμα κι όταν παρασύρονται, έρχεται κάποια στιγμή που λογικεύονται και ανασυντάσσονται, παίρνουν βαθειές ανάσες και αναπροσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σε ό,τι διδάχτηκαν να αναγνωρίζουν και να τιμούν. Ένας γέροντας τότε, τα χρόνια του οποίου είχαν πάψει από καιρό να μετρούν πλησίασε τους ανθρώπους και είπε,
– Είμαι σε αυτή τη φυλή από τότε που καρφώθηκε ο πρώτος πάσαλος στη γη για να στηθεί η πρώτη σκηνή. Ποτέ μέχρι τώρα δεν ξανάδαν τα μάτια μου τέτοια ντροπή και τέτοια οργή. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Η φυλή μας στηρίζεται στην αγάπη και την ομόνοια. Ποτέ και τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μας χωρίσει. Και τωρα εσείς για ένα δαχτυλίδι… Τι σας έλειψε αλήθεια και τι ζηλέψατε ; Τι παραπάνω θα μπορούσε να σας προσφέρει απ’ όσα μέχρι τώρα έχετε αποκτήσει ;
Όλοι άκουγαν προσεκτίκα τον σοφό γέροντα και ντρέπονταν για την αδυναμία και τον παραλογισμό που είχαν δείξει νωρίτερα. Ο γέροντας έπιασε το δαχτυλίδι από το έδαφος και τους κάλεσε όλους να κάνουν ένα κύκλο γύρω του. Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στον γέροντα και αυτός σηκώνοντας το χέρι του ψηλά και κρατώντας το δαχτυλίδι φώναξε,
– Δαχτυλίδι των θεών και των δώρων δεν έχει θέση για σένα εδώ. Σε αυτόν τον τόπο δε χωράς σε κανένα δάχτυλο. Εδώ κανείς δεν θα πολεμήσει για χάρη σου όσο πολύτιμα δώρα κι αν κρύβεις μέσα σου γιατί είναι ευτελέστερα από την ομόνοια και την αγάπη που μας διακατέχει. Εδώ είμαστε όλοι για έναν και ένας για όλους.
Και τινάζοντας το χέρι του προς τα πάνω πέταξε το δαχτυλίδι του ψηλά στον ουρανό.
Τότε, μια λάμψη φώτισε τα ουράνια και μια φωνή ακούστηκε. Ήταν η φωνή από τη λάβα της γης που είχε λιώσει τον χρυσό του δαχτυλιδιού και η φωνή του άπατου ωκεανού που το είχε συνθέσει. Ήταν η φωνή του κεραυνού που το είχε κόψει και λειάνει και οι φωνές των θεών που είχαν κρύψει τα δώρα τους σε αυτό το μοναδικό αντικείμενο.
– Ωωω, μεγαλειώδεις θνητοί, εξαίρετα πλάσματα, ξεχωριστοί άνθρωποι, πόσοι αιώνες πέρασαν μέχρι να φτάσει η στιγμή να ακούσω τα λόγια που τώρα λέτε. Αυτά που θα με απελευθέρωναν από τα δεσμά της ύλης. Πόσοι χειμώνες και πόσα καλοκαίρια πέρασαν μέχρι θνητός να ξεστομίσει αυτά που εσείς μόλις είπατε. Εσείς που είστε ενωμένοι σαν μια γροθιά, εύκαμπτοι, αλλά αδιαίρετοι. Εσείς μόλις λύσατε το ξόρκι που με έδενε αιώνια σε ένα ατέλειωτο ταξίδι προσμονής και μου χαρίσατε τη θέση που από την αρχή των χρόνων ήταν γραφτό να έχω.
Το δαχτυλίδι άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει ψηλά, να διευρύνεται και να γεμίζει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη φωτεινή σφαίρα. Ανέβηκε τόσο ψηλά στο ουράνιο στερέωμα που φώτιζε σαν ένας μικρός ήλιος μες στη νύχτα, αλλά λίγο πιο αδύναμα.
– Από σήμερα και στο εξής δεν θα είμαι δαχτυλίδι, ακούστηκε η φωνή του δαχτυλιδιού, αλλά ουράνιο σώμα, πλανήτης. Θα αναγορεύομαι Σελήνη και θα φωτίζω τα βράδια τον κόσμο σας. Όλα αυτά τα δώρα που οι θεοί έκρυψαν μέσα μου θα χαριστούν στη φυλή σας για να μην ξεχάσει κανείς ποτέ πως η ομόνοια και η αγάπη είναι ισχυρότερες από κάθε δύναμη στον κόσμο αυτό και πως ακόμα και οι θεοί και ο χρόνος ο ίδιος υποκλίνονται μπροστά τους.
Από εκείνη τη μέρα λοιπόν το δαχτυλίδι της αρχής του χρόνου έγινε το φεγγάρι που ακόμα φωτίζει τις νύχτες μας και αν καλοκοιτάξετε τα βράδια που έχει πανσέληνο και ο ουρανός είναι καθαρός θα δείτε στην επιφάνειά του κάπου στη μέση του κύκλου να αχνοφαίνονται κάποια γράμματα και αν δεν με γελούν τα μάτια μου… γράφουν Σελήνη.

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα Εικοστό όγδοο απόσπασμα ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ. ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ!

16298655_1182510261869391_7750424736257862406_n

Γύρισε ο Φριντρίχ. Ούτε πέντε μέρες δεν έκλεισε στο νοσοκομείο. Θα τον επισκεφτούμε απόψε. Όλες αυτές τις μέρες μόλις γύρισα από την πόλη Δ., έπεσα ξανά με τα μούτρα στο Νίτσε. Τα βιβλία του με προσκαλούν πυργωμένα πάνω στο τραπέζι. Τ’ ανοίγω και τα ξανανοίγω και ταξιδεύω στην πιο μαγική χωρά που μόνο η φαντασία μπορεί να πλάσει. Είναι μια υπέροχη συλλογή στα γαλλικά, που μου την έκαμε δώρο ο φίλος μου όταν γύρισε από τη Γερμανία. Όσο πιο πολύ τον μελετούσα τόσο περισσότερο απομακρύνονταν η φαεινή ιδέα να γράψω ένα πορτρέτο γι’ αυτό τον δαιμονικό φιλόσοφο. Και ξαφνικά μου βγήκε μπροστά, ένα άλλο συμπαντικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης, ο Έλληνας. Τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται πάντα, σκέφτηκα. Αυτός εκφράζει και τις σκέψεις μου, είπα και παρατήθηκα τελικά από την ιδέα που με βασάνιζε. Τι λαμπρά κεραυνοβολήματα από δυο διαφορετικούς ουρανούς και διαφορετικούς καιρούς. «Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του λείπει: αναίδεια και αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου». Ω, τι αστραπές του Δια! Ανατριχιάζω. Συγκρίνω τα πορτρέτα τους! Πόσο μοιάζουν.

«Όταν ένας άνδρας βρίσκεται μέσα στο δικό του θόρυβο -γράφει ο Νίτσε στη «Χαρούμενη επιστήμη»-, μέσα στην τύρβη των δικών του σχεδίων και σκοπών, τότε μπορεί να δει να γλιστρούν μπροστά του σιωπηλά, μαγικά πλάσματα, από τα οποία λαχταρά απόλαυση και μυστικότητα – τις γυναίκες. Σχεδόν πιστεύει ότι ο καλύτερος εαυτός του ζει εκεί, ανάμεσα στις γυναίκες, σε αυτούς τους ήσυχους τόπους, ακόμη και η ηχηρότερη αντάρα μετατρέπεται σε νεκρική σιωπή και η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε όνειρο ζωής».

Η Νέλλη κάνει μακιγιάζ μπροστά στον καθρέφτη. Ξεφυλλίζω το Νίτσε με τα μάτια κολλημένα πάνω στο γυαλί. Μου ανταποκρίνεται κι εκείνη. Της αρέσει η τέχνη της ψιμυθίωσης. Δεν μπορώ να πω κι εμένα μου αρέσει μια όμορφη περιποιημένη γυναίκα. Τελείωσε με το ρουζ με το αϊ λάινερ. Συνεχίζω να την κοιτώ με τα μάτια στυλωμένα σ’ έναν άλλο καθρέφτη. Με κοιτάζει και χαμογελάει. Εγώ δεν είμαι εκεί ωστόσο. Ο καθρέφτης με άρπαξε και μ’ έριξε μακριά. Και ξαφνικά με βομβαρδίζει ένα ερώτημα που βγαίνει από μέσα μου: Ξέρεις κύριε Τζίμι, τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Έχω πέσει σε παγίδα. Τι θέλει η Άννα αυτή τη στιγμή; Μόνο ένας ερωτευμένος ξέρει τα μάτια εκείνης που αγαπάει. Εσύ που ερευνάς τα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής από ποια πύλη εισχωρείς στα κατάβαθα της. Που να ξέρω, λέγω κουνώντας το κεφάλι. Που να θυμηθώ; Δεν πρόλαβα. Ήταν μόνο ένας κεραυνός που με τύφλωσε.
«Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλι κατεβαίνει,
Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει»,
λέει ένα δημοτικό τραγούδι. Από πια μάτια πιάστηκε αυτή η
λαχτάρα που ονομάζεται Άννα και ρίζωσε βαθιά στην καρδιά; Δεν πέρασε καν από τα χείλη. Ούτε θυμάμαι τι χρώμα έχουν τα μελίρρυτα μάτια της; Χαμογελάω με απορία τραβώντας τα μάτια από τον καθρέφτη. Τα βλέμματά μας και τα χαμόγελα διασταυρώνονται με διαφορετικές υποψίες.
«Κάτι δεν έκαμα καλά, αγάπη μου; Τι δεν σου αρέσει; Έγινε πολύ σκούρα η σκιά των ματιών μου; Ναι, έχεις δίκιο. Θα το διορθώσω. Με θέλεις να μοιάζω μόνο με την Νέλλη. Έχεις απόλυτο δίκιο, καμιά ζωγραφισμένη Σαλαμπό, ούτε Σαλωμέ δεν θέλεις να στέκεται πλάι σου, μόνο η αυθεντική σου Νέλλη».
Ίσως η Άννα, που δεν της θυμάμαι το χρώμα των ματιών να ήταν πιο αυθεντική, σκέφτομαι.
«Τελείωσες; Πάμε», λέγω.
Η Άννα έχει γίνει ο στενός κορσές της σκέψης μου, ενώ ο Νίτσε ο περίλαμπρος μανδύας του πνευματικού μου ταξιδιού. Δεν ξέρω πόσο μπορούν να συνυπάρξουν και να συμβαδίσουν αυτές οι δύο υπάρξεις; Αλλά στο πνευματικό σύμπαν όλα μπορούν να συμβιώσουν αρμονικά. «Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε, έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους».
Τον Φρεντ τον διακατέχει το ίδιο χαμόγελο που είχε και στο νοσοκομείο. Δεν έχει πάψει να χαμογελάει λες και με το χαμόγελο σκότωσε τον χάρο.
«Δεν σκοτώνει η οργή», λέει. «Η οργή του άλλου για εκδίκηση με άφησε εν ζωή! Το χαμόγελό μου δεν σκοτώνει εν ψυχρό, σκοτώνει με αγάπη. Τώρα εκείνος είναι στα χέρια των αρχών και θα πληρώσει».
«Εννέα χρόνια στη Γερμανία άλλαξαν τα πάντα πάνω σου», λέει η Νέλλη. «Άλλαξαν οι νοοτροπίες σου, τα γούστα σου, το χρώμα των μαλλιών σου».
«Μόνο ψυχρός δεν έγινα, Νέλλη μου. Και στην Ανταρκτική να μας ρίξεις εμάς τους μεσογειακούς δεν αλλάζουμε. Ενώ τα μαλλιά μου αραίωσαν γι’ αυτό μοιάζουν πιο ξανθιά. Άρχισε η φαλάκρα από τα τριάντα μου».
Πλησιάζω το πρόσωπό του. Μόνο λίγα κόκκινα σημάδια έχουν μείνει.
«Πόσο γρήγορα έκλεισαν οι πληγές σου», λέγω.
«Η αισιοδοξία κλείνει γρήγορα τις πληγές», λέει. «Μόνο το χέρι και ο ώμος θα πάρουν μέρες για να συνέρθουν».
Ένας επίδεσμος περνάει από το λαιμό και κρατάει τον καρπό του σπασμένου χεριού.
«Να σας ζητήσω μια χάρη και από τους δύο σας».
«Λέγε σε ακούμε».
«Δεν θέλω να μου κάνετε τη χάρη από λύπηση».
«Κάθε άλλο».
«Της Νέλλης της την έκανα από το νοσοκομείο. Απλώς θα την επαναλάβω. Μητέρα μου φέρνεις το διαβατήριο, σε παρακαλώ!».
«Έγινε», λέει η Νέλλη. «Ήδη έχω μιλήσει με τον κύριο πρόξενο. Σε μια εβδομάδα θα έχεις την θεώρηση στο χέρι».
«Δεν τελείωσα», λέει ο αξιολάτρευτος Φρίντριχ. «Η πρώτη χάρη έχει σχέση με τη δεύτερη του Τζίμι».
«Ρίξτε τη κι αυτή να τελειώνουμε», λέγω γελώντας.
«Για να δούμε, για να δούμε τι είναι αυτή η δεύτερη, γιατί κάτι πονηρό κρύβουν τα μάτια σου», λέει η Νέλλη.
«Μόνο πονηριές και μαχαιρώματα δεν ξέρει ο Φρεντ. Απλώς ξέρεις η γλώσσα μου δεν κόβει ελληνικά. Και μου είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα μόνος, έτσι θα ήθελα και τον επιστήθιο φίλο μου να δουλέψουμε μαζί στο εξωτερικό».
«Αχ», αναστενάζει η Νέλλη.
«Μας βάνεις δύσκολα», λέγω εγώ, και είμαι έτοιμος να τον αρπάξω στην αγκαλιά μου και να πετάξω μαζί του όσο πιο γρήγορα γίνεται. Το σχολείο σύντομα θα έκλεινε και όλα θα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το είχα σκεφτεί μερικές φορές να του καλλιεργήσω την ιδέα για αυτό το ταξίδι, αλλά δεν χρειάστηκε. Είχε βγει εκεί που επιθυμούσε διακαώς η καρδιά μου. Δεν ήταν απλώς μια σπίθα, ήταν προσευχή προσδοκίας. Σύντομα θα έπαιρνε σάρκα και οστά αυτό το ταξίδι. Άλλοτε όλες αυτές τις μέρες η μορφή της Άννας ήταν πανταχού παρόν σαν να με ζητούσε επίμονα.
«Θα πάμε να δουλέψουμε μερικούς μήνες και μετά θα έρθετε εσύ και η Μόνικα για διακοπές», είπε ο Φρεντ.
«Α χα, χα, χα, ωραίο μας ακούγεται. Τι λες εσύ Τζίμι μου», ρωτάει η Νέλλη.
«Δεν ξέρω. Ακόμα δεν έκλεισαν τα σχολεία».
Η Νέλλη με κοιτάζει στα μάτια λες και θέλει να διαβάσει βαθιά μέσα στην ψυχή. Κάνω την διστακτικό και τον συνοφρυωμένο. Προσπαθώ να κάνω τον δύσκολο. Δεν μου τρέμει ούτε βλεφαρίδα.
«Η Νέλλη είναι έτοιμη να πει το ναι, κι εσύ είσαι αρνητικός, ορέ παλιόφιλε. Δεν το περίμενα από σένα».
«Ας γίνει το θέλημά σου», λέει η Νέλλη, «η χάρη μας ας γίνει η χαρά όλων μας».
Την κοίταξα στα μάτια σαν να την μάλωνα.
«Το αξίζει ο Φρεντ», είπε.
Ήθελα να την αγκαλιάσω. Έμεινα ακίνητος και σκεπτικός ωστόσο. Η Νέλλη είχε καρφώσει τα μάτια πάνω μου.
«Πως σου φαίνεται, Μόνικα; Θα πάμε μαζί διακοπές;»
«Τις κλείσαμε και τις διακοπές μας», λέει η Μόνικα, δίνοντας ένα φιλί στο μάγουλο του Φρεντ.
Η Νέλλη έβαλε το διαβατήριο στην τσάντα.
«Καλή ανάρρωση και καλό ταξίδι», είπε.
Ήπια μια γουλιά ρακί και έριξα τα μάτια αλλού. Δεν φοβόμουν τα μάτια της Νέλλης, τα δικά μου φοβόμουν. Τα μάτια σε προδίδουν. Το να σκεφτόμουν για την Άννα ήταν μια μικρή απάτη. Να τρέχω πίσω της να την βρω, ήταν η μεγάλη, που μύριζε προδοσία και εγκατάλειψη.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

256316_262809270495422_1706038193_o

Από ώρες τώρα στο στοχασμό μου βυθισμένη, αναζητώ κάποιο θέμα, στην κόλλα
μου να γράφω.Την πένα μου στην σκέψη μου τσαλαβουτώ,αλλά τη φαιά μου ουσία
μάταια θολώνω.Οι λέξεις μου λικνίζονται σ΄ενα ξέφρενο χορό, προκλητικά μπροστά
μου.
Λέξεις σεμνές και τολμηρές, νιες και ρυτιδωμένες,άλλες φτηνές, μεγαλειώδεις
και ασήμαντες, αμετανόητες ερωμένες του κονδυλοφόρου μου,να ρουφούν το
μελάνι του σ΄ενα μεθύσι νίκης και επιβολής.

Ξάφνου, μια λέξη φτερωτή,του χορού η κορυφαία, στέκεται σιμά μου.
– Είμαι η λέξη που ζητάς. Μη συλλογιέσαι άλλο. Εγώ, είμαι ο ΕΡΩΤΑΣ, ο κυρίαρχος του κόσμου!

-Ναι έρωτα, αλήθεια είναι. Ησουν σπουδαίος και τρανός,ο ύμνος των Αγγέλων. Μα οι άνθρωποι σε λάβωσαν.
Τα βέλη πέταξέ τα. Εσύ λαμπάδιασες το πάθος της ζωής, εσύ τον πόνο του θανάτου. Προσκυνητάρι εσύ των εκλεκτών, της έμπνευσης μοναχογυιός, των
ζωγράφων η παλέτα και των ποιητών ο στοχασμός,γέννησες αθάνατα πνευματικά
παιδιά. Μα μέσα από την αμάθειά σου σκόρπισες την πίκρα, την αηδία, την
απόγνωση, τη συμφορά. Αδέξιος συχνά τοξότης, άπληστα ροκάνισες ψυχές και
σαδιστικά μαστίγωσες υπάρξεις.

Και οι άνθρωποι, σε πλήρωσαν. Στα πεζοδρόμια της ηδονής, της εκμετάλλευσης
και της ανάγκης, στήνουν τώρα την πυρά σου.
Οχι καλέ μου έρωτα, δεν θέλω τίποτα για σε να γράψω.

Απογοητευμένη, ψάχνω καινούργια λέξη να τραβήξω. Μα αυτές , λαβωμένες στην περηφάνεια την αλύγιστη,
μια που ολημερίς προξένευαν το πάντρεμά τους, έτρεξαν στο λεξικό τους να
κουρνιάσουν.

Όταν, μια ουρανόφερτη παρθένα, της θλίψης θεραπεύτρα, της εξιλέωση το αγίασμα
στέκει περήφανα εκεί.
Στην θεϊκιά της ομορφιά, το φεγγάρι δάκρυσε,
ντροπιάστηκε
ο ήλιος. Οι λέξεις μονομιάς τυφλώθηκαν. Γονάτισαν στο χώμα.

ΑΞΙΑαααα, φωνάζουνε. Τη ραίνουνε με κρίνα. Το στέμμα βάνουν στα μαλλιά
και στ΄αγαλματένια στήθια την κορδέλα.
Είναι η ΑΓΑΠΗ.

Ναι Παντάνασσα της Οικουμένης. Τούτη την θεία ώρα, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί τάμα
βαρύ σου κάνουμε.
Πως στη χάρη σου, βιβλία ολάκερα θα γράψουμε. Και μέσα
απ΄τις σελίδες τις ατέλειωτες, ο Έρωτας και η Φιλία, ο Πόλεμος, η Φύση, η
Δικαιοσύνη, η Ελευθερία, Εσένα θα υμνούν και με φωνή καθάρια θα βροντοφωνούν.
ΛΑΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ!!!

ΠΙΝΑΚΑΣ. ΜΑΤΣΟΛΑ 1540
Ο έρωτας σκαλιζει το τόξο του.
»Δυο νήπια είναι καθισμένα στα πόδια του. Το ένα κρατάει το χέρι του άλλου
και προσπαθεί ν΄αγγίξει τον Ερωτα. Το άλλο κλαίει, γιατί θέλει να ζεσταθεί
από τη φλόγα της Αγάπης.» Κριτικός Βαζάρι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ 2Η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1905 ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

18485681_1945663945663931_1638791889581934778_n

Ο ήλιος ανάτελνε τότες στη ζωή μου. Ένας ήλιος μου φαινότανε η Ελλάδα όλη. Μου φώτιζε ο ήλιος την ψυχή. Σα να τον έβλεπα πρώτη φορά, όταν κατέβηκα στην Πόλη, στα Νησιά, στην Αθήνα. Κι ωστόσο τον ήξερα κι από πρώτα εκείνο τον ήλιο, τον ήξερα καλά. Ήτανε ο ήλιος που γνώρισα στην Πόλη παιδί, ένας ήλιος φρέσκος, όχι φλογισμένος, όπως τόνε φαντάζουνται πολλοί. Την άνοιξη, κάποτες και το καλο­καίρι, στο παλιό μας το σπίτι του Γαλατά, στο πέτρινο το σπίτι, από πάνω από τ’ αψηλό το παραθύρι, πρωί πρωί, τον έβλεπα τον ήλιο στο Μπογάζι, τον έβλεπα στα κύματα μέσα να μπαίνει, να λούζεται στα νερά τα διαμαντένια, να χρυσώνει παρέκει τις κορφούλες, και κάποια παράξενη, μυρωδάτη, δρο­σάτη απαχνιά που ανέβαινε ως εμένα με τον αέρα το βελουδέ­νιο, με περέχυνε και με ξυπνούσε. Πρέπει κανείς να ’ζησε στα μέρη μας από μικρός, για να καταλάβει, για να νοιώσει, για ν’ αγαπήσει όλη τη γλύκα, όλο το νόημα το άγνωστο αλλού, που έχει το αταίριαχτο κι απλό ρήμα ξυπνώ. Ναι, ξυπνάς και χαίρεσαι αμέσως. Χαίρεσαι τη Δημιουργία, την ύπαρξη, χαίρεσαι τον ουρανό που ιδιοστιγμίς, άμα φέξει, όλα τα πράματα σού τα ξεσκεπάζει, λες μάλιστα και πρόθυμος σού τα φέρνει ως τα χείλια, σαν ποτήρι νερό, να πιεις και ν’ ανασάνεις. Γί­νεσαι και συ Δημιουργία, πάβεις να είσαι άτομο, χάνεσαι μέσα στην Πλάση, όπως χάνεται στα κύματα το κύμα, όπως χά­νεται το λούλουδο στον κάμπο. Στους άλλους τόπους αργεί να ξημερώσει· φιλάργυρος ο ουρανός, κι ένα ένα σου τα ξεφανερώνει, θολά κάποτες και σκούρα. Στην Ανατολή και στην Ελλάδα, με μιας όλα τα ξανοίγεις. Κοιτάζεις κι η ματιά σου αρπάζει τον κόσμο· αναπνές κι η αναπνοή σου τον κόσμο αναπνέει.
Κι έτσι, θωρώντας το θάμα της παντοτινής μας φεγγοβολιάς, έλεγα μέσα μου και γω πως δε γίνεται, πως το ίδιο φως θα λάμπει και στον άθρωπο, αφού λάμπει στον ουρανό. Τότες όμως κατάλαβα κάποιο πολύ περίεργο γνώρισμα τ’ ουρανού μας, δηλαδή πως δε φωτίζει και πως δε φωτίζει από το περίσσιο το φως! Ναι, τέτοιος είναι αλήθεια ο ουρανός ο δικός μας. Ο άλλος ουρανός, ο ουρανός της Δύσης, φωτίζει περισσότερο, γιατί λιγότερο φέγγει. Φέγγει λιγότερο κι έτσι έχεις ανάγκη να προσέχεις, κι άμα προσέχεις, ούτε μισή αχτιδιά δε σου ξεφέβγει. Να μην ξεχνούμε κιόλας πως κάτι αχτιδούλες κρύφτουνται κάποτες και σε κείνα τ’ αποσκότιδα και τ’ αποφέγγια που δεν είναι μήτε σκοτάδι μήτε φως. Θέλουνε μάτι γυμνα­σμένο οι αχτιδούλες, να τις δεις. Ο ουρανός μας δε μας γυμνά­ζει το μάτι· δε βλέπουμε τίποτις, επειδή τα βλέπουμε όλα. Έτρεμε, λέει κάπου ένας ποιητής, έτρεμε μια λαμπίτσα μο­νάχα, για να δείξει ακόμη καλύτερα τη νύχτα τη βαθιά που βασίλεβε σε κειο το μέρος. Τέτοιες λαμπίτσες εμείς δεν ανά­φτουμε. Δε μάθαμε να παρατηρούμε το σκοτάδι· την κατα­χνιά δεν τη συνοριζούμαστε. Ποιος θα πάει τώρα να γυρέψει αν άξαφνα δε μισοφαίνεται καμιά ασπράδα και γύρω στην καταχνιά, ή και μέσα της; Δε βαριέστε; Ωμά τ’ αγαπούμε τα χρώματα κι ανοιχτά· δε νοιώθουμε από χρωματιές. Με το μάτι συνήθισε κι ο νους· δεν ξέρουμε τίποτις, επειδή τα ξέρουμε όλα. Χρειάζεται αναθροφή, χρειάζεται πολιτισμός, για ν’ αποχτήσει δράση και το μυαλό.
Οι αρχαίοι Έλληνες σταθήκανε τόντις μεγάλοι αθρώποι. Κατορθώσανε να ’χουνε μάτια, όσο κι αν τους τύφλωνε ο ήλιος. Μα μήπως κι αφτοί δεν τη γνωρίζανε τη δύναμη την ολέθρια του Ήλιου τους; Μήπως δεν τον ονομάσανε Απόλλωνα, και ποιος θα τ’ αρνηθεί πως ο Απόλλων μοιάζει τρομαχτικά με το απολλύων, σα να ’τανε είδος μετοχή του ενεστώτα, για να χαραχτηρίσει το θεό που ολοένα σκοτώνει; Αχ! μας απώλεσε και μας, χωρίς να τονέ ξαπολύσουμε ποτέ μας. Η δόξα του μας θάμπωσε και δεν το νοιώσαμε μήτε το νοιώθουμε ακόμη πως τέτοιο θάμπωμα θα πει χαμός. Και χάσαμε τόντις πολ­λά, ώσπου κι οι ίδιοι να χαθούμε. Περίεργο πράμα! Το πιο πολύτιμο απ’ όσα χάσαμε, ήτανε ίσια ίσια η γλώσσα η αρ­χαία, που για να την κρατήσουμε κάμαμε τις περισσότερες θυσίες. Αφτή ζούσε στα χείλια του λαού. Εννοείται, αφού ο λαός τη μιλούσε και τη μιλεί. Ας την υποθέσουμε όσο πρό­στυχη, όσο βάρβαρη, όσο χαλασμένη κι αν τη λένε μερικοί, έπρεπε ιερή να μας είναι, μια κι ήτανε απομεινάρι της αρ­χαίας. Τίποτα! Την καταστρέψαμε, για να φανούμε αρχαιό­τεροι. Βυθιστήκαμε στα βιβλία. Πήραμε μια λέξη, πήραμε δυο, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη που τραβούσαμε από τ’ απόβαθα της ιστορίας, κάθε λέξη που ξεψαρέβαμε από τον πάτο του ωκεανού, γαργάλιζε το φιλότιμό μας, την καμα­ρώναμε πια σα να καμαρώναμε στην καθεμιά την αρχαιότητα όλη. Δεν παρατηρούσαμε όμως πως οι λέξες αφτές, οι ξεψαρεμένες, μοιάζανε αλήθεια με κάτι ψάρια ωγύγια, θεόχοντρα και σεβάσμια, που συνηθίσανε χρόνια και χρόνια ν’ αργοκινιούνται κάτω στης θάλασσας τους αβύσσους, και που όταν τα φέρεις στην απανωσιά του νερού, σκάνουνε αμέσως, γιατί χρειάζουνται να τα πατεί το βάρος της κατάβαθης ατμοσφαί­ρας, κι ο αέρας μας τους είναι πάρα πολύ λαφριός. Οι ψαρογνώστες και ιχτυολόγοι δηγούνται πως αφτά τα ζώα, προτού γεράσουνε, δεν κατεβαίνανε, όπως κάνουνε τώρα, στ’ αόρατα και στα σκοτεινά, παρά παίζανε με το κύμα σαν τα δερφίνια, ήτανε και πολύ μικρότερα. Κάτι ψαράκια χαριτωμένα, που κολυμπούνε αλάργα στο γιαλό, είναι παιδιά τους, εγγό­νια τους ή τρισεγγόνια· ο αέρας δεν τα πειράζει ακόμη κι έρχουνται ήσυχα και γελαστά, να σεργιανίσουνε, να γλεντίσουνε, να ζήσουνε στα πέλαγα τ’ αφρολουλουδιασμένα, που μοιάζουνε σαν απέραντα δροσάτα περιβόλια· εκεί λούζουνται τα ψαράκια, πηδούνε, κυνηγιούνται, αναγαλλιάζουνε με το φως τ’ ουρανού, ώσπου να τα πάρει, αγάλια αγάλια, στρώμα στρώμα, το ρέμα το σιγανοκατέβατο, να τ’ αποθέσει χαμηλά στις πρωτόπλαστες αμμουδιές, όπου δοξασμένα και πελώρια κοιμούνται, και φαίνεται πως μήτε νοιώθουνε τον αιώνα που περνά.
Εμείς σ’ αφτά πήγαμε, βουτήξαμε ως τα βάραθρα, μην ξεδιακρίνοντας το χάος από την αβγή. Τι λέγαμε; Ο ήλιος μας θα τα φταίει, που μας αποσκεπάζει και τα φανερά. Δεν είδαμε τα ψαράκια που χαίρουνται την ύπαρξή τους· δεν εί­δαμε τ’ απογόνια με την αληθινή προγονικιά ζωή που μέσα τους σώζεται. Δεν είδαμε τον εαφτό μας.
Κι όσο κοίταζα τα πρόσωπα, κι όσο έβλεπα τους αθρώπους, δεν ξέρω τι παράξενη έκφραση ζουγραφιζότανε απάνω τους, έκφραση σοβαρή συνάμα και ξέθαρρη, κατσουφιασμένη και γελαστή, τραγική και μαργιόλικη, έξυπνη και βουβή, σαν παιδιά που κάνουνε τους γέρους.
Κάμποσο τα κοίταξα ωστόσο τα πρόσωπα· κοίταξα κάμ­ποσο και τους αθρώπους. Τουλάχιστο προσπάθησα όλους να τους κοιτάξω κι όλα να τα δω. Βρήκα τις προάλλες στα χαρτιά μου τα σημειωματάρια που γιόμιζα τότες μέρα τη μέρα με λογιώ λογιώνε ακουστά και ειδωτά. Κατόπι, αν η Ελλάδα δείξει στο τέλος περιέργεια περισσότερη και περισσό­τερη αγάπη για την εθνική της τη γλώσσα και για τη δου­λειά που κάμαμε, ώσπου να την κανονίσουμε και κανονισμένη πια να της την καθιερώσουμε τη γλώσσα την εθνική, όσοι τύχει και διαβάσουνε κατόπι τα σημειώματά μου εκείνα, θα καταλάβουνε πως είχα τους λόγους μου όταν έγραψα το Ταξίδι μου, πως δεν καταπιάστηκα τέτοιο βιβλίο, χωρίς πρώτα να ξετάσω τα καθέκαστα κι από τα καθέκαστα να μορφώσω γνώμη που να στέκει. Την ιστορική μας γραμματική την είχα μελετημένη χρόνια πριν ξαναβγώ στο ρωμαίικο. Και στα μαθήματά μου και σε άρθρα επιστημονικά και σε αλάκαιρους τόμους είχα ξηγήσει τύπους, λέξες και κανόνες. Ο σκοπός μου, σαν ξαναπήγα κάτω, ήτανε να βεβαιωθώ για κάμποσα που από μακριά βρισκόμουνε σε ανάγκη να τα συμπεράνω μόνο και μόνο, συχνά και να τα υποθέσω. Πόσες φορές με τ’ αφτιά μου άκουσα εκείνα που όσο σπούδαζα, μάντεβα μόνο την ύπαρξή τους. Μεγαλύτερη χαρά για το γλωσσολόγο δεν έχει και την απόλαψα τότες με κάθε λέξη που μάζωνα. Πήγα στα σκολειά, ελληνικά, δημοτικά και γυμνάσια, πήγα στη Μεγάλη του Γένου Σκολή, κράτησα σημείωση για κάθε παρά­δοση, κάθε τάξη όπου πήγα. Μίλησα με τους βαρκάρηδες ή τους καϊξήδες, μίλησα με τους φτωχούς και μικρούς, μίλησα με την πιο διαλεχτή, με την καλύτερη κοινωνία. Παντού έβλεπα τους ίδιους νόμους να βασιλέβουνε, στρεβλωμένους κάπου κάπου από την καθαρέβουσα με τον ίδιο τρόπο. Καταν­τούσε λοιπόν πολύ έφκολο να ξεκαθαρίσει κανείς τους κανόνες τους αληθινούς, να βρει το σύστημα το σωστό της γραμμα­τικής, να διορθώσει τα ίδια λάθια που τα ’φταιγε πάντα η καθαρέβουσα. Τα λάθια διορθωνόντανε και μοναχά τους, γιατί κι αφτό παρατήρησα, πως κοινωνία και λαός, αγράμ­ματοι και γραμματισμένοι, διορθώνουνε παντού, ίδια κι απα­ράλλαχτα, τους δασκαλισμούς. Μια μέρα, στο βαποράκι που από το Γεφύρι της Πόλης κατεβαίνει στο Φανάρι, όπου πή­γαινα κι αντίγραφα κάτι χερόγραφα παλιά, έτυχε να καθήσω κοντά σε τρεις τελειόφοιτους της Μεγάλης του Γένου Σκολής, που σας έλεγα. Ποτέ μου θαρρώ δε χάρηκα περισσότερο. Μιλούσανε αναμεταξύ τους την καθάρια δημοτική· ακόμη και σαν κουβεντιάζανε για το σκολειό, για πολιτικά, γι’ αψηλά αντικείμενα, τύπος δεν τους ξεγλιστρούσε στην κουβέντα που ο φανατικός εγώ να μην τον παραδεχόμουνε αμέσως. Με δυο λόγια, όπου κι αν ήμουνε, τη γλώσσα του μιλούσε το έθνος.
Μου έλειπε ωστόσο κάτι να μάθω, που μου φαινότανε σαν απαραίτητο. Στην Πόλη και στην Αθήνα, στα λεγάμενα τα κέντρα και μάλιστα στις πρωτέβουσες, συνηθίζουνε την κοινή τη λαλιά. Έπρεπε τώρα να δω και τα ντόπια τι πράμα ήτανε. Θυμούμαι, και πώς να τις ξεχάσω, τις μέρες τις χαρι­σάμενες που πέρασα στο Πυργί, ένα χωριό της Χιος, το πιο σημαντικό απ’ όλα τα μαστιχόχωρα, και για το γλωσσολόγο ακόμα σημαντικότερο. Πείστηκα και τότες κι αργότερα και κάθε φορά όπου γινότανε λόγος για το περίφημο το ζήτημα, πως όποιος πάει και φωνάζει — γιατί φωνάζουνε αφτοί, δε συζητούνε — πως τάχα κοινή γλώσσα δεν έχουμε, παρά ιδιώματα και ντοπιολαλιές, μήτε το υποψιάστηκε, μήτε τ’ ονειρέφτηκε τι θα πει γλώσσα χωριού η χωριολαλιά, όσο κι αν πο­λεμά να γαλλικίζει ονομάζοντάς τηνε patois. Patois ονομάζουνε καθαφτό στους πολιτισμένους τόπους τη γλώσσα που μιλιέται σ’ ένα χωριό, και δεν την καταφρονούνε διόλου. Οι διάφορες χωριολαλιές της Γαλλίας έχουνε κι έδρα στο Παρίσι· περνούνε γι’ ανώτερα μαθήματα. Οι δικοί μας όμως είναι πάντα λιγάκι πιο πίσω από τους άλλους. Είναι ακόμη της εποχής όπου και στη Γαλλία κι αλλού δεν καταλαβαίνανε την επιστημονική και φιλολογική αξία της χωριολαλιάς. Χωριο­λαλιά ήτανε κι η αττική στον καιρό της· έτσι άρχισε κάθε γλώσσα, και σα σμίγουνε πολλές χωριολαλιές, τότες γίνεται διάλεχτο ή ντοπιολαλιά, δηλαδή γλώσσα ενός τόπου αλάκαιρου, της Αττικής ή της Βοιωτίας κτλ., γιατί δεν μπορεί παρά να πάρει κάτι το ένα χωριό από τ’ άλλο. Γλήγορα η ντοπιολαλιά, για λόγους πολιτικούς και γεωγραφικούς, καταν­τά με το ρέμα της συγκοινωνίας κοινή γλώσσα, επειδή και λίγη απόσταση να ’χουνε αναμεταξύ τους τα χωριά, το καθένα σου δείχνει δική του γλώσσα, γραμματική δική του, κάποτες με λαφριές αλλαγές, κάποτε με σπουδαίες. Την ίδια γλώσσα δε μιλούνε σ’ όλα τα χωριά της Τσακωνιάς μήτε στα εικο­σιένα μαστιχόχωρα της Χιος. Είκοσι ένα χωριά, μου έλεγε κάποιος, εικοσιένες γλώσσες. Την ίδια γλώσσα, για βέβαιο πως δε μιλούσανε σ’ όλα της Αττικής τα χωριά.
Μα τι δεν έχει να μάθει κανείς από τη γλώσσα του χωριού; Έβλεπα στα μάτια μου, άκουα στ’ αφτιά μου τον Όμηρο ζωντανό. Μάζωνα κάτι περίεργους τύπους στα δημοτικά τα τραγούδια και στα παραμύθια τα δημοτικά, τύπους λογιώ λογιώνε, τύπους διαφορετικούς από κείνους που συνηθίζανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα οι χωριανοί, τύπους πότε κοινούς και πανελλήνιους, πότε του χωριού τους, πότε του πλαγινού του χωριού, πότε χωριού πιο απόμακρου, πότε και καμιάς ντοπιολαλιάς άγνωστης στο νησί τους. Απορούσα πως δε σηκώθηκε κανένας να μελετήσει τ’ ομηρικό ζήτημα στα χωριά μας, αφού και στα ομηρικά τα ποιήματα θα σμίξανε όχι μονάχα ντοπιολαλιές αντίθετες, αιολική, δωρική και ιω­νική, μα πιθανό και κάμποσες χωριολαλιές, είτε της Αιωλίδας, είτε της Ιωνίας. Καταλάβαινα συνάμα κι ένα σπουδαίο ιστορικό, πως μορφώνεται δηλαδή, ως και στον αγράμματο λαό, μια κοινή φιλολογική γλώσσα. Κι αλήθεια, πως να μη μορφώνεται; Τα παραμύθια και τα τραγούδια δεν είναι χτήμα ενός χωριού. Πηγαίνουνε από τα ένα στ’ άλλο. Λοιπόν ποιανού χωριού γλώσσα να κρατήσουνε; Κρατούνε λιγάκι απ’ όλα. Κολνά το παραμύθι, μαζί με τον παραμυθά, δώθε κείθε. Στα Νένητα της Χιος, το μισό χωριό είχε καταστραφεί από σει­σμούς, τ’ απάνω χωριό, η απάνω Νένητα· μνήσκανε μονάχα μερικά σπίτια και μερικοί κάτοικοι, που τώρα ερχόντανε κάτω να ψουνίσουνε, κάποτες και ν’ αποκαταστηθούνε. Μου είπανε ωστόσο, μου είπε κι ο Κανελλάκης, που καταγίνεται σ’ αφτά, που είναι κι από τα Νένητα, πως πριν από το σεισμό, τ’ απάνω χωριό και το κάτω δε μιλούσανε καθαφτό την ίδια γλώσσα. Και τόντις παρατηρούσα κάτι ανωμαλίες που δεν ξηγιούνται παρά σαν υποθέσεις, πως δυο κάπως αλλόγλωσσα χωριά ανακατέψανε τις λαλιές τους. Έτσι και τα παραμύθια μοναχά τους, που να πεις, ανακατέβουνε τους τύπους, άφησε που στα ίδια τα Νένητα έτυχε ν’ ακούσω μια ονομαστική ου του ενικού αρσενικού άρθρου, ενώ τέτοιο ου, αντίς άτονο ο, δεν είναι συνήθεια σε κείνα τα χωριά. Όπως όμως και στην κοινή μας γλώσσα, η αιτιατική πληθυντική του θηλυκού τις ανάγκη να γεννήθηκε στη Θεσσαλία ή σε κανένα μέρος της Ρωμιοσύνης, όπου το άτονο ε γίνεται ι με τέτοιον τρόπο αλληλοδανείζουνται τύπους και τα χωριά. Ώστε φτάνει να είναι στη μέση γλώσσα φιλολογική — φιλολογία και τα παραμύθια — κι α­μέσως βγαίνει κοινή γλώσσα, είτε περιορισμένη σε δυο τρεις χωριολαλιές, είτε κι από ντοπιολαλιές καμωμένη, καθώς στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Είναι αναντίλεχτο πως πρέπει να ταξιδέψανε και τα ομηρικά ποιήματα, για να δείχνουνε τόσο αλλόκοτη διγλωσσία — διγλωσσία εννοείται που με τη σημερνή μας μήτε συγκρίνεται, αφού τότες την αποτελούσανε γλώσσες ζωντανές.
Είχα σκεφτεί να τα μελετήσω αφτά σε χωριστό βιβλίο, και τ’ ομηρικό το ζήτημα και τη φιλολογική δημοτική κι άλλα χίλια, επειδή μου φαινότανε πως άξαφνα γύριζα πίσω ίσα με τα παλιά, τα προϊστορικά τα χρόνια, πως την αρχαία μας τη γλώσσα, την παρακολουθούσα σε κάτι ωγύγιες αλλαγές της, γιατί όταν ερχότανε κανένας κι αντίς ακούσεις, μου το πρόφερνε ακούεις, αμέσως θαρρούσα πως βρισκόμουνε στην εποχή όπου κάποιος πρόγονός μας, στην ομιλία, μου έλεγε κι ένα γένεος, αντίς το κοινό τότες γένεσος, που μας το κοπανίζουνε στα σκολειά, μα που δε μας το δείχνουνε στη ζωή. Η δουλειά μου ήτανε άλλη, κι ήθελα να ξετάσω σε τι μοιάζουνε, σε τι δε μοιάζουνε κοινή γλώσσα και χωριολαλιά, ποια είναι της καθεμιάς τα γνωρίσματα, με τι τρόπο κι από τη γλώσσα του χωριού μπορείς να καταλάβεις τους νόμους τους γενικούς. Λούστηκα στην καθάρια γλώσσα του Πυργιού, όπου κάθησα μήνα, πότισα με τα πυργούσικα την ψυχή μου, αφού πρώτα είχα προσπαθήσει να ξεκαθαρίσω της γλώσσας μας τα ιστορικά, κι αφού κατόπι πάσκισα να την αρπάξω από τα χείλια ολωνώνε.
Κι έτσι έγινε το Ταξίδι μου.
Τον πρόλογο του Ταξιδιού, το γλωσσολογικό τον πρόλογο, άλλου τον έγραψα και θα δημοσιεφτεί πιο ύστερα στα Ρόδα και Μήλα. Εδώ, για τη γλώσσα δε θέλω να πω παρά δυο λόγια. Πρέπει κανείς κάπου κάπου να ξετάζει τον εαφτό του, για να δει σε τι βαθμό βρίσκεται, να συγκρίνει τα περασμένα του με τα παρούμενα και να καταλάβει αν άλλαξε ή δεν άλλαξε ιδέες, ποιες άλλαξε και πώς. Αφτό έκαμα στην Απολογία μου. Με είπανε πολλές φορές και με λένε ακόμη φανα­τικό. Φανατισμός στη γλώσσα, όπως το εννοούνε οι κατηγορητάδες μας, σημαίνει νόμος εθνικός. Άμα θέλεις ν’ ακούσεις το νόμο και ν’ ακολουθήσεις τη γραμματική, νομίζουνε πως είναι από πείσμα ή από καμιά υπερβολική πεποίθηση στη δύναμή σου. Πεποίθηση ανάγκη να ’χεις. Μα εγώ κι από τότες που καταπιάστηκα το Ταξίδι, έλεγα πάντα πως γλώσσα μας χρειάζεται, όχι τάχα για να γράφουμε τα βιβλία μας και σώνει, παρά για ν’ απολάψει στο τέλος μια γλώσσα και το έθνος, δηλαδή να τη μαθαίνουνε τα παιδιά στο σκολειό, επειδή συλ­λογιόμουνε το μέλλο κι αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Όταν όμως βάζεις τέτοιο πράμα με το νου σου, όταν αποβλέπεις στα παιδιά, μου φαίνεται απαραίτητο να τους δώσεις και μια γραμματική. Η γραμματική σου πάλε θα βασίζεται σε κά­ποιους κανόνες. Να λοιπόν πού γίνεσαι φανατικός. Τη γραμματική εγώ την έγραψα με κάθε λέξη, με κάθε τύπο του Ταξι­διού. Αν υπάρχει κανένα γλωσσικό προτέρημα στο Ταξίδι, θαρρώ ίσια ίσια πως είναι η γραμματική του η ορισμένη, ο φανατισμός του, σαν αγαπάς. Κατόπι παραδέχτηκα στα γρα­φτά μου και διάφορους τύπους για μια λέξη, όλους εννοείται δημοτικούς. Σήμερα ξανάρχουμαι στο σύστημα του Ταξι­διού, από τη σκέψη που σας μολογούσα για τα παιδιά. Και το Ταξίδι το ίδιο, ακόμα και κει που τ’ άλλαξα, τ’ άλλαξα για να σιάξω κάπως τη γραμματική του, ίσως για να φαρδύνω, μα συνάμα και για να χαράξω πιο στενά τα σύνορά του. Λ.χ., έβαλα παντού τελικό ε στη ρηματική την κατάληξη, ενώ πρώτα έβαζα μόνο ν, και σκοτωνόμουνε ώσπου ν’ αρχίσει με κανένα π τ κ η ακόλουθη λέξη. Αφού εγώ σκοτωνόμουνε, πως να μη δυσκολεφτούνε οι άλλοι; Πιο σωστό να τ’ αποφασίσουμε, μια και καλή, πως έχουν[2] κτλ. πια δε γράφουμε και θα το γράφουμε πάντα έχουνε κτλ., γιατί το ν αφτό, αν τ’ αφήσουμε, είναι άξιο, για λόγους που αλλού τους είπα, να μας φέρει σε μπελάδες μεγάλους, να μας χαλάσει και τη γλώσσα.
Μου κόστισε πολύ να τ’ αλλάξω, επειδή το Ταξίδι δεν ήθελα να τ’ αγγίξω, σαν είδος ντοκουμέντο που είναι. Είχα τότες και τη συνήθεια να τελειώνω με παροξύτονα τις περισσότερες φρασούλες. Το έχουνε και τα τέτοια μου καταστρέφανε το ρυθμό μου. Τι να γίνει; Συλλογίστηκα τα παιδιά, τη γραμματική, τον κανόνα, την εφκολία, και τ’ αλλαξα. Είναι η πιο σημαν­τική μου αλλαγή, τουλάχιστο στους τύπους. Μα και στο λεχτικό και στο ύφος άλλαξα λίγα. Όταν έχει κανείς την κακή συνήθεια να δημοσιέβει πολλά, δεν πρέπει να πασπατέβει με το παραπάνω τα παλιά του. Κάλλια να κάμει καινούρια.
Έπειτα δε μου φάνηκε σωστό να κάθουμαι τώρα να στολίζω το Ταξίδι με τεχνοσοφίες που δεν τις είχε πρώτα. Βέβαιο πως σήμερα θα γράφω κάπως καλύτερα τη γλώσσα. Πιο τίμιο να μη γελώ τον αναγνώστη και ν’ αφήσω στη θέση τους κάτι αδέ­ξια και νεανήσια που τότες δεν τα πρόσεχα. Τις επανάληψες, τις χασμωδίες και τα τέτοια, όση όρεξη κι αν είχα, το νόμισα περιττό να τα σιάξω. Διόρθωσα όμως άλλα μερικά. Θυμού­μαι σα βγήκε το Ταξίδι, μέσα στις φωνές, στις βρισιές και το κακό, τ’ ασήμαντα λαθάκια, μόλις πέντ’ έξι, που πήγανε να μου ξεσκαλίσουνε. Δε βρίσκανε άλλα. Εγώ τους άφηνα, όσο το κάνανε γούστο, να φωνάζουνε, κι έπαιρνα σημείωση για ένα ή δυο σωστά που τύχαινε να πούνε. Μα τα περισσότερα λάθια που ξεσηκώνανε, νόημα δεν είχανε. Το σπουδαιότερο μου το ’δειξε κάποιος που χτυπούσε κατακέφαλα τη δημοτική, την ακανόνιστη, και που ωστόσο φαίνεται πως θα την ήξερε λιγάκι, αφού με κατηγορούσε που έβαλα για στην ακόλουθη φρασούλα· για πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κά­ποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού (έκδ,, α’, σ. β’), αντίς να πω πρώτη φορά, δίχως το για. Το για πρώτη φορά, το λένε, το διάβασα κιόλας σε πολλούς δικούς μας· δεν είναι και μεγάλος ξενισμός, γιατί λέμε πήγα για μισή ώρα, που μοιάζει λιγάκι. Ωστόσο θαρρώ πως ο κάποιος είχε δίκιο· πιο ρωμαίικο έτσι, δηλαδή σκέτα πρώτη φορά. Άλλοι πάλε μου δείχνανε, όχι τα δικά μου, παρά τα δικά τους τα λάθια· δεν ξέρανε και κάνανε το σοφό, καθώς το ’παθε κείνος που τ’ αναφόρια, πάει να πει τα ρέματα, τα ήθελε ανηφόρια!
Καιρός δε μου απομνήσκει να τα πάρω ένα ένα. Μήτε αξί­ζει. Εγώ είμαι και καλό παιδί. Σα δίσταζα, σα δεν ήμουνε όλους διόλου βέβαιος για καμιά λέξη, την άλλαξα και τούτη στη δέφτερη έκδοση εδώ, λ. χ. το βιος (εκδ. α’, σ. 72), που και γι’ αφτό μου ριχτήκανε. Κι όμως νομίζω πως δε γίνεται, και θα τ’ άκουσα με τη σημασία που το ’χω. Δεν πειράζει. Ας λείψει μια λέξη· ο πλούτος δε μας λείπει. Φτάνουνε πια οι φιλονικίες. Για κάτι άλλα κι όχι για τα αιώνια γλωσσικά και γλωσσολογικά, θέλω σήμερα να σας μιλήσω. Με τι τρόπο και σκοπό ξαναδημοσιέβω το Ταξίδι μου, πώς με βοήθησε στο ξαναπέρασμα ο χρυσός μου ο Αργύρης, αφτά, σαν τα γυρέβετε, θα τα βρείτε στην Απολογία[3].
***
Όταν κανείς γράφει, εννοείται κι απαρχής πως πρέπει να ξέρει τη γραμματική της γλώσσας που γράφει. Μα δε φτάνει να ξέρεις τη γραμματική, για να γράψεις βιβλίο, άμα δεν είναι μόνο και μόνο επιστημονικό, αν και στην επιστήμη την ίδια χρειάζεται κάτι παραπάνω από την ξερή επιστήμη. Το κάτι αφτό χρειάζεται ακόμη περισσότερο στη φιλολογία. Τι είμαι, γλωσσολόγος ή ψυχολόγος, επιστήμονας ή ποιητής, καλά καλά δεν το κατέχω, να σας το πω. Ίσως δεν είμαι και τίποτις. Ένα πράμα νοιώθω, πως είτε λέξη πιάνω να ψιλολογήσω είτε αθρώπινη ψυχή, διαφορετική δουλειά δεν κάνω κι όσο η μια με συνεπαίρνει, τόσο με συνεπαίρνει κι η άλλη. Παλιά πρόληψη κιόλας πως η φαντασία, η δημιουργική φαν­τασία, δεν παίζει ρόλο, και ρόλο σημαντικό, στην αποκάλυψη κάθε αλήθειας. Καθώς πλέκεις ένα ρομάντζο, έτσι και τα ιστορικά τα φαινόμενα τα συνταιριάζεις. Λογική παντού θέ­λει, για να βγει το συμπέρασμα σωστό. Θέλει και αγάπη. Ωραία το ξεδιάλισε ο Παλαμάς· «ετοιμάζουμε και τ’ άρθρα μας, καθώς συνθέτουμε και τα τραγούδια μας. Με τον έρωτα και με το μεθύσι. Όπως από κάτου από το πιο ελεύτερο φτερούγισμα του ποιητή μπορεί να κρύβεται η καλομετρημένη του κριτικού παρατήρηση, έτσι κι ένα άρθρο πεζογρα­φικά δουλεμένο, και με όλη του τη δασκαλική μορφή, μπορεί να μην είναι ξένο προς κάποια δημιουργική πνοή, και προς την Ποίηση να στέκει πολύ πιο κοντά κι απ’ όσο κανείς υποψιάζεται. Πολλές φορές τυχαίνει να τα ζυγιάζουμε τα τρα­γούδια μας και να τραγουδάμε τ’ άρθρα μας.» (Νουμάς, άμ 40, 1905).
Να μη σας το κρύφτω, εγώ το Ταξίδι μου, σαν το ’γραψα, θέλησα να το τραγουδήσω. Μπορεί να γελιούμαι και να μου πείτε σεις πως η απαίτηση μεγάλη, να γυρέβω να περάσω άξαφνα και για ποιητής. Μα τι να σας κάμω που την απαί­τηση την έχω; Το δήλωσα κι από την πρώτη έκδοση· «Τα βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι (σ. δ’)… αφτό τα βιβλίο μολονότι έχει βάση τη γραμματική γράφτηκε μόνο και μόνο για να μπορέσει, αν είναι δυνατό, να διασκεδάσει τον κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση» (σ. 268). Και στην αρχή λοιπό και στο τέλος αφτό έλεγα· στη μέση προ­σπάθησα μάλιστα και να το δείξω, πως ένοιωθα κάπως από ποίηση.
Έτυχε ωστόσο μια μέρα ν’ ακούσω από κάποιο φίλο μου ένα λόγο, ένανε από κείνους τους λόγους που έτσι, στα καλά καθούμενα, σου ξανοίγουνε αφανέρωτους κόσμους, είναι άξιοι να σου αλλάξουνε και την πίστη, γιατί σε κάνουνε να καταλάβεις, όχι ενός άτομου παρά ενός τόπου αλάκαιρου νου και ψυχή. Πρέπει όμως πρώτα να μάθετε πως ο φίλος μου αφτός είναι ο ίδιος ποιητής, άγνωστος ίσως στους περισσότερους, μα να μη θαρρούμε πάλε πως ο αδημοσίεφτος ή και λίγο δημοσιεμένος ποιητής δεν αξίζει κάποτες τους άλλους. Ο δικός μου μάλιστα έχει αίστημα τόσο φίνο, τόσο αψηλή και σίγουρη αντίληψη της τέχνης, που πολύ σπάνια τη βρίσκεις. Είναι και κριτής πρώτης τάξης, εννοείται και δημοτικιστής. Το Ταξίδι μου το διάβασε αμέσως, αμέσως του άρεσε, αμέσως μου έγραψε χίλια δυο να μου το παινέσει, να μου πει πως μπήκε στο νόημα, πως η μόνη γλώσσα είναι η εθνική και πως ο αγώνας είναι άγιος και μεγάλος.
Περνούνε δέκα χρόνια. Ο φίλος μου ξαναδιαβάζει το Τα­ξίδι και μου γράφει μέσα στ’ άλλα που μου έλεγε για το ζή­τημα, και τ’ ακόλουθα λόγια· «Του κάκου! Είσαι ποιητής.»
Τα συλλογίστηκα πολλές φορές από τότες τα λόγια του αφτά, κι έφτασα νομίζω σ’ ένα δυο συμπεράσματα, που ίσως αχαμνό δεν είναι να τα ξετάσουμε από πιο κοντά, γιατί έχουνε γενική σημασία, τουλάχιστο καθώς τα βλέπω τα πράματα. Το ζήτημα το γλωσσικό έχει τα ψυχολογικά του. Αφτά θα μελετήσουμε, κι έτσι μπορεί να ρίξουμε ματιά βαθύτερη και στη σημερνή ψυχολογία του Ρωμιού.
Το πιο περίεργο, το πιο απίστεφτο που ακολούθησε στο περίφημο ζήτημα, μου φαίνεται πως δεν το παρατήρησε ως τώρα κανένας. Και φυσικό να μην το παρατήρησει, αφού ο καθένας έβρισκε πως όλα ήτανε σε τάξη όπως ήτανε, όπως τα συνήθισε και δεν μπορούσε να τα φανταστεί αλλιώς. Δε θέλω να κατηγορήσω τον Κοραή· ο Κοραής είχε μάθηση, δεν του έλειπε και κάποια επιστημονική αξία ή σαν προτιμάτε, κάποιο μύρισμα της επιστήμης. Ήτανε ικανός να σου διορθώσει κι ένα κείμενο αρχαίο, να σου βρει τη σωστή διόρθωση. Στην Εβρώπη ονομάζουνε φιλόλογους[4] ή philologues, όσους παίρνουνε για βάση τω σπουδώ τους, όχι τα λόγια ούτε τους λόγους ούτε το λόγο, καθώς τάχα το δηλώνει ο κάπως αταί­ριαστος όρος, παρά ό,τι γραφτό υπάρχει, επειδή το κάτω κάτω η philologie εκεί πέφτει, όπως κι αν το γυρίσεις, κι ο φιλόλογος ή philologue τέτοια δουλειά κάνει, αφού στηρί­ζεται είτε σε κώδικα, είτε σε πάπυρο, είτε και σ’ επιγραφή, όταν τύχει. Ρωμαίικα θα τον πούμε γραφτοδίφη, και σκοπό δεν έχω να τ’ αναιρέσω πως γραφτοδίφης με όνομα στάθηκε ο Κοραής.
Ανοίξτε τώρα τα βιβλία του. Σας το λέω δίχως πάθος κανένα, κι άμα μου ρίξετε και σεις κάθε πάθος αλάργα στο γιαλό, θα μου το μολογήσετε πως στα βιβλία του Κοραή δεν πρέπει να γυρέβουμε τίποτα που να μοιάζει με τέχνη, με ποίηση, με φαντασία, τίποτα που να σου δείχνει το φιλολόγο, γιατί ο litterateur νομίζω πως ταιριάζει να ονομαστεί φιλολόγος αφού ίσια ίσια ο φιλολόγος ανάγκη καμιά δεν έχει να βασιστεί στα γραφτά, παρά η σπουδή του κι η αγάπη του είναι ο λόγος ο ζωντανός. Άλλο λοιπόν, ο γραφτοδίφης κι ο φιλολόγος άλλο.
Δε θ’ αδικήσουμε μήτε τον κ. Κόντο, λέγοντας πως και στα δικά του τα συγράμματα φιλολογία καμιά δεν υπάρχει, κα­μιά ποίηση, τέχνη καμιά. Ωστόσο ξέρουμε πως ο Κοραής όσο κι ο Κόντος θελήσανε να ταχτοποιήσουνε τη γλώσσα, μας διδάξανε ποιους τύπους πρέπει να παραδεχτούμε, ποιους όχι, μ’ ένα λόγο, πώς πρέπει να γράφουμε. Κατόπι θα τρίβουνε τα μάτια τους για να το πιστέψουνε, σαν τύχει και το διαβάσουνε, πως μια φορά κι έναν καιρό, βγήκανε αθρώποι ξένοι προς την τέχνη, ξένοι προς την ποίηση, ξένοι προς τη φαντα­σία, ξένοι προς καθετίς φιλολογικό, να μας μάθουνε τι γλώσσα χρειάζεται η φιλολογία, δηλαδή ένα πράμα που ή δε σημαίνει τίποτα ή σημαίνει τέχνη, ποίηση, φαντασία, λόγο ζωντανό. Με τι δικαίωμα, κανείς βέβαια δε θα μας το πει. Μπορεί να καφκήθηκα πιο απάνω πως είμαι ποιητής. Μα σας παρα­καλώ να το ’χετε για σίγουρο πως αν ήμουνε μόνο γλωσσολό­γος, ποτέ μου, ποτέ δε θα τολμούσα ν’ ανακατωθώ σε ζήτημα που όσο γλωσσικό κι αν είναι, είναι όμως ζήτημα φιλολογικό. Και να δείτε πως κάθε φορά που μορφώνεται γλώσσα φιλο­λογική, ο ποιητής ή κι ο απλός φιλολόγος αναγκάζεται λίγο πολύ να κάμει και το γλωσσολόγο. Θ’ ακούσει πώς μιλούνε οι συντοπίτες του, θα πάει σαν το Malherbe στο πεφτοπάζαρο ν’ αρπάξει από του πιο πρόστυχου, από του χαμάλη το στόμα την αληθινή, την καθαρή λαλιά[5], ή σαν τον Ντάντε, θα μαζώξει λέξες και τύπους από διάφορες ντοπιολαλιές, για να στήσει γλώσσα κοινή. Στην Ελλάδα, όπου το ζήτημα είναι πιο δυσκολόλυτο, ίσως θέλει γλωσσολογία περισσότερη. Όπως κι αν είναι, ο ποιητής έχει πρώτα να πει το λόγο του κι όχι άλλος, αφού για τη γλώσσα του ποιητή γίνεται ζήτημα.
Κανένας ωστόσο στην Ελλάδα δεν απόρησε που ένας Κο­ραής ή ένας Κόντος ήρθανε να μας φιλολογήσουνε. Κι από κει βλέπουμε πού μας κατάντησε ο δασκαλισμός. Στα κλασσικά τα χώματα της φιλολογίας, ο κόσμος μήτε το υποψιαζότανε πια πως υπάρχουνε τέχνη, ποίηση, φαντασία και πως ίσια ίσια δουλειά της γλώσσας της φιλολογικής αφτά ήτανε. Δεν το υποψιαζότανε, αφού τη φιλολογία του την πρόσμενε από τους αφιλολόγητους. Και τόσο κατάβαθα του στρεβλώσανε τα μυαλά, που στην Ελλάδα, πριν από τους Κοραήδες, πριν από τους Κόντους, φανήκανε φιλόλογοι, φανήκανε τεχνίτες, φανήκανε ποιητάδες, κι ωστόσο ακολουθούσε τους άλλους ο Ρωμιός, χωρίς ούτε στιμούλα να το στοχαστεί πως αφτοί δεν ήτανε ούτε ποιητάδες, ούτε τεχνίτες, ούτε φιλολόγοι. Από­λαψε η Ελλάδα ένα Σολωμό, απόλαψε η Ελλάδα ένα Βαλαω­ρίτη, απόλαψε η Ελλάδα τα τραγούδια τα δημοτικά. Τί­ποτα! Γραφτοδίφηδες προσκυνούσε. Τόσο ένοιωθε από φιλολογία.
Και τότες είδαμε κάτι πολύ παράξενο. Το ζήτημα το γλωσσικό έγινε ζήτημα μόνο και μόνο της γλώσσας. Μα ξεχά­στηκε παντάπασι πως η γλώσσα τα ’χει όλα μέσα της, ως και την τέχνη, ως και την ποίηση! Νομίσανε πως άλλο δε σημαί­νει παρά γραμματική. Όξω από τη γραμματική, δεν κοιτάξανε. Κι έτσι, για να ξανάρθουμε στο ταπεινό μου το βιβλίο, ύστερις από δέκα χρόνια, συλλογίστηκε ο φίλος μου, που διό­λου δε φταίει, πως το Ταξίδι μπορεί να ’ναι κι έργο ποιητικό, ενώ αν ο δασκαλισμός, αν η καθαρέβουσα δε μας χαλνούσανε κάθε ορθή κρίση και κάθε φιλολογικό αίστημα, έπρεπε πρώτα πρώτα να προσέξει στην ουσία, δεν τολμώ να πω την αξία τη φιλολογική του βιβλίου μου, είτε για να το παινέσει είτε για να το κατακρίνει, κι έπειτα να στοχαστεί· Να δούμε τώρα τι λέει και για τη γλώσσα.
Θα μου αποκριθείτε πως στην Ελλάδα τόσο σπουδαίο είναι το ζήτημα το γλωσσικό, που μας απορούφηξε νου και ψυχή, σε βαθμό που τ’ άλλα πια μήτε τα βλέπουμε. Μα και γω τι σας λέω; Θα με πιστέψετε καμιά μέρα και θα καταλάβετε πως με τον πόνο της καρδιάς μου κι όχι από παραξενιά, όχι από θέληση να ψεγαδιάζω και να φωνάζω — θα ’τανε αλλόκοτη θέληση, μα το ναι! — σας το είπα ίσως κάποτες, πως όταν κανείς βλέπει από δω τα πράματα, πολλά στην Ελλάδα του έρχουνται σαν παιδιάτικα, παιδιάτικη και η αντίληψη της φιλολογίας. Αφτά συλλογιούμαι, την κατάστασή μας παρα­τηρώ τη νοητική, μιλώντας για τα δικά μου, και μη θαρρείτε τάχα πως παραπονιούμαι για μένα. Έτυχε να γράψω κάμποσα, λοιπόν και κάμποσα ν’ ακούσω. Γι’ αφτό μπορώ και κρίνω. Μήπως αρκετά δε μου βγάλανε στη μέση και για το Ταξίδι; Δε λέω τις βρισιές. Λέω και τα καλά τα λόγια. Κάποιος άξαφνα, που πολύ μ’ αγαπά, μου έκαμε και την παρατήρηση, αφού δημοσίεψα τ’ Όνειρο του Γιαννίρη, πως φρόνιμα καταπιάστηκα βιβλίο μεγάλο, αλάκαιρο ρομάντζο, γιατί το Ταξίδι, όπως κι αν είναι, δεν είχε σειρά, παρά μόνο κεφάλαια, χωριστά κάπως το ένα από τ’ άλλο, κι έτσι έμοιαζε σαν κομματιασμένο.
Πού να το βάλει ο νους μου πως ένας στίχος μικρός αξίζει λιγότερο από ένα μεγάλο; Κάποτες μάλιστα πιο δύσκολα καταφέρνεις το μικρόνε. Ίσως κιόλας θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να καταφέρεις ένα σύγραμμα που να μη συνεχίζουνται τα κεφάλαιά του, κι όμως άφαντο κι άσπαστο φάδι να τα συνεδένει ανάμεσά τους. Δεν πειράζει. Το ξέρω κι απαρχής τι θα πούνε και γι’ άλλα μου βιβλία. Το ξέρω, δηλαδή, όσο που φτάνει ο νους μου, γιατί όλα πού να τα μαντέψω; Κι ωστόσο γράφω και γράφω. Γράφω με αγάπη. Γράφω με χαρά. Γιατί γράφω για την Ιδέα.
***
Εδώ μιλούμε. Κουβεντιάζουμε ξέγνοιαστα, φιλικά, σας ανοίγω την καρδιά μου. Μα παράπονο κανένα δεν έχω. Και πώς να ’χω; Ύστερις από δεκαεφτά χρόνια σωστά, όταν ξανατυπώνει κανείς ένα βιβλίο που η δράση του, αντίς να λιγοστέψει, θαρρώ πως ξαπλώνεται και πάει, αχάριστος θα ’τανε, θα ’τανε από μέρος του αμαρτία μεγάλη, αν καθότανε άξαφνα στη γω­νιά του να πικραίνεται, να δέρνεται και να κλαίει. Έναν ένανε φιλώ τους παλιούς και τους καινούριους φίλους, που μ’ ακολουθήσανε και που συχνά μ’ οδηγήσανε στο δρόμο. Δεν είναι ο λόγος μου μονάχα για την κοινή μας την εργασία, για το σκοπό μας τον κοινό. Η φιλία, η αφοσίωση κι η αγάπη που χάρηκα στη ζωή μου απ’ αφτούς, λίγοι μπορώ να το πω, τη χαρήκανε σαν και μένα. Λίγοι γνωρίσανε τέτοια παρηγοριά. Το φιλί της ψυχής μου τους το δίνω και δω· τους το ’δωσα και στην Απολογία. Εκεί προσπάθησα να τους πλέξω το στεφάνι που το χέρι μου ίσως άξιο δεν είναι να τους πλέξει, μα που μια μέρα θα τους το πλέξουνε καλύτερα τα παιδιά μας. Εκεί χαιρετώ και τους νέους που θα συνεχίσουνε το άγιο το έργο, γιατί κι από τώρα την καρδιά μου γιομίζει και μου μαγέβει της νιότης τους η μυρωδιά. Εγώ βρίσκουμαι σε κείνο το σημείο της ηλικίας όπου νοιώθει κανείς τα γεράματα και ζυγώνουνε. Είκοσι εικοσπέντε χρόνια το πολύ πολύ, έχω ακόμη να ενερ­γήσω. Τι είναι εικοσπέντε χρόνια, τι είναι και τριάντα, για όσα σκέδια, για όσες ιδέες βάζει κανείς με το νου του; Μπο­ρεί και προτού περάσουνε, η ακατάπαφτη δουλειά να μ’ αποκάμει, μπορεί κι αρρώστια να με κόψει. Ένα μονάχα θέλω να πω στους οχτρούς μας, στους αντίπαλους και στους δασκά­λους, πως αφτοί δε θα με κουράσουνε, και του κάκου. Να με ξέρουνε για χαλκέντερο, και ν’ απορούνε, γιατί πού να το υποψιάζουνται τι δύναμη μπορεί και δίνει σ’ έναν άθρωπο μια Ιδέα; Νοιώθω μέσα μου ακόμα περισσότερο κουράγιο, τον ήλιο με ακόμα πιο αχόρταγο πλεμόνι τονέ ρουφώ, παρά στον καιρό του Ταξιδιού. Και πάντα μου φαίνεται καινούριο, πάντα φρέσκο το φως.
Η λύπη που κάποτες από την πέννα μου στάζει έχει αλ­λού την πηγή της. Ο πόλεμος δε μου τη φέρνει μήτε ο αγώ­νας, μήτε κι η δυσκολία της δουλειάς. Μου τη φέρνουνε ίσως τα χρόνια τα γοργά. Βιαζόμουνε να βγάλω τη δέφτερη έκ­δοση του Ταξιδιού, για να καταπιαστώ και τ’ άλλο το ταξίδι, που λογαριάζω να τ’ ονομάσω το ΜεγάΛο. Το μεγάλο για τον άθρωπο είναι κείνο που το λένε και το στερνό, το μεγάλο για το έθνος είναι της ιστορίας του το ρέμα, για τον πλανήτη μας είναι ο δρόμος του στον ουρανό. Για κάτι τέτοια σκοπέβω να φιλοσοφήσω στο καινούριο μου το ταξίδι, όταν το κάμω. Με τέτοιους λογισμούς ταιριάζει κιόλας να προτοιμάζεται κανέ­νας, ας είναι κι από νωρίς, για την ώρα του μισεμού που γυρισμό δεν έχει. Θέλω να κατεβώ στην Ελλάδα· θέλω να τη δω· θ’ αρχίσω από τα Εφτάνησα τα τρισάγια· έπειτα θα πάω στην Κρήτη, την ξαναγεννημένη· θα τραβήξω ύστερα ίσα με την Κύπρο, το νησί της πρωτόπλαστης Αγάπης· και τότες θα περάσω από την Αθήνα, για ν’ ανεβώ στον Παρθε­νώνα. Έναν ύμνο θέλω να ψάλω της Ιδέας. Έναν ύμνο Της χρωστώ. Τη γνώρισα ψυχή και σάρκα. Με τα μάτια μου την είδα και στο πρώτο μου ταξίδι. Της έπρεπε κι από τα χίλια οχτακόσια ογδόντα οχτώ ένα προσκύνημα, δεν ήξερα όμως ο δύστυχος και δεν το ’βαλα στο Ταξίδι μου πουθενά. Σήμερα το βάζω, για να συνεδένει όλα μου τα έργα μια Ιδέα και πάντα. «Νοιώθω μέσα μου κάτι αθάνατο που δεν μπορεί να μαραθεί. Στα χέρια του Ποιητή μου τ’ αφήνω το Έργο που τόσο τ’ αγαπήσαμε κι οι δυο μας, το Έργο το ιερό. Ακόμη και σα δε θα με βλέπετε κατόπι, εγώ θα είμαι για ολωνώ σας τον αγώνα η βοήθεια και η πίστη.» Έτσι μου μηνούσε η άδολη ψυχή, η αθώα η παρθένα, η παναιώνια που είναι αγαθοσύνη γεμάτη. Μην κλαίτε, μάτια βουρκωμένα. Όλα του κόσμου τα ωραία, όλα τα μοναδικά, έρχεται μια στιγμή που χάνουνται και πάνε. Τι πειράζει και τι χάνεται και τι πάει; Από τα σπλάχνα ενός τάφου άξαφνα περεχιέται ολόγυρα ζωή πλημμύρα. Πόσοι ζούνε που είναι κι από τώρα πεθαμένοι! Μα ύστερις από το θάνατό σου πάντα να ενεργάς, πάντα να βασιλέβεις, αφτό θα πει ζωή. Διαβατάρικα στον κόσμο ανά­φτουνε μια και σβιούνε πολλές γυναίκες, κόρες πολλές. Αθα­νασία στην Κόρη που η Ποίηση τη συνεπήρε και που έμαθε στον Ποιητή ν’ αγαπά την Ιδέα! Μια Ιδέα είναι το μόνο που δεν περνά, το μόνο που μνήσκει από μας. Τ’ άλλα τίποτα δεν είναι. Φτάνει να λάμπει μέσα στην Ιδέα ένας αψηλός λογισμός και συνάμα να γλυκοτρέμει μέσα της ένα δάκρυ. Τότες είναι αμάραντη, όπως έλεγε κι η Κόρη. Παντού και πάντα η Καρδιά θα νικήσει. Θα νικήσει μαζί της η Ιδέα. Την Ιδέα, όπου πας κι ό,τι κάμεις, πλάγι σου, μέσα σου, θα τη βρεις. Θα την ακούσεις στη μουσική που τραγουδά το θλιβερό της το τραγούδι, θ’ αντιλαλήσει στον πόνο που σε παραδέρνει, στη φαντασία που θ’ ανοίξει στο νου σου τα φτερά της. Όταν ο ήλιος βασιλέβει, στη θάλασσα ή στη στεριά, ότα γύρεις το κεφάλι σου λυπημένος, να τον αποχαιρετήσεις, την Ιδέα θα σου χαράξει ως κι η αχτίδα η στερνή που ροδίζει. Όταν ο ήλιος ανατέλνει, πάλε στα φως της Ιδέας θα λουστείς. Η ποίηση του κόσμου είναι αφτή. Με δύναμη και καλοσύνη αφτή θα σε θρέψει. Αφτή θα σε κάμει και άθρωπο και άντρα, θα καταλάβεις, άμα την καταλάβεις, και τη θυσία. Θυσία γράφει, γράφει μεγαλείο κι αφέλεια η καρδιά της. Μη λυπάσαι τον καημό, μη λυπάσαι τα δάκρυα που σου κόστισε η λατρεία της Ιδέας. Η θυσία που η Αγάπη της σου έμαθε, θα σε σώσει. Άγια μέρα είναι κείνη όπου σμίγει ο Ποιητής με την Ιδέα. Κάτι σημαντικό, κάτι πρωτόφαντο, κάτι μεγάλο ακο­λούθησε στον κόσμο. Η Αγάπη της Ιδέας, της Οδηγήτρας σου και της Εμπνέφτρας, την αρχαία την Ελλάδα θα σου αναστήσει, αφτή, και μόνη αφτή, πίστεψέ με ώσπου τα μάτια σου να το δούνε, θα μας ζωντανέψει τον ΠαρθενΟ.
Δώδεκα του Απρίλη 1896-1905, μεσημέρι.
Ψ.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ

Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.
Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πό­λεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέ­πεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.
Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουνε το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουνε και να περάσει η ώρα — να το πω φανερά, γι’ αφτούς γράφω — δεν έχουνε ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τ’ ορθογραφικό σύστημα που ακολούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μια συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την Ιστορία μελετώ.
Όποιος πάλε θέλει να με διαβάσει για να με κατακρίνει, για να βρει λάθη, για να κάμει το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξει μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήσει, πρέπει πρώτα να διει με τι ιδέα γράφω κι αν ακολούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα μου κάμουνε παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρα­τήρηση. Δε θ’ απαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιασα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού· όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάμανε όλα τα έθνη του κόσμου· έτσι θα κάμουμε και μεις. Μου φαίνεται πως πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνο­λογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.
Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, που να νομίζω πως κατόρθωσα μ’ αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά· πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάσει να μάθει με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρει, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίνεται η αληθινή μας γλώσσα, κι όχι μόνο η καθαρέβουσα, στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάσουμε καλύτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε πως μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω πως μπορεί κανείς να γράψει αφτή τη γλώσσα και στα πεζά. Το λέω φανερά και μ’ όλη μου την καρδιά· αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω· η γλώσσα μας δε φταίει.
Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Αφορμή μου στάθηκε το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουνε τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουνε και μας λένε τι κάμανε τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα φτάσανε και τι ώρα φύγανε, τι κρασί ήπιανε, πόσα κουνού­πια τους δαγκάσανε, ποιόνε είδανε κει που κατεβήκανε, τι μαλλιά είχανε η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έ­πειτα, σ’ ό,τι χώρα κι αν πατήσουνε, κάθουνται και μας δηγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ’ όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Ρωμιός για τον Τούρκο κι η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάνα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στ’ άτομα· ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουνε κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικός· εγώ τίποτα δεν είμαι· η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει· προσπάθησα να διω πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.
Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο· να διασκεδάσει ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθεί, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κι επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απ’ όλα θέλησα να μπορέσει ο καθένας να με καταλάβει.
Παρίσι, 1888.

Πηγή : ΚΕΙΜΕΝΑ http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/psuxarhs_taksidi.htm

Φωτογραφία : http://www.hellenicaworld.com/…/Pe…/gr/IoannisPsycharis.html