Αρχείο

Άτιτλο

22552465_2015260735370918_420140893044224185_n

Ήρθες
Eύοπλος
Στολισμένος με ενάλιες Νύμφες 
Νηοπομπός Ωκεανίδων
Η ψυχή δεμένη στη στεριά λυσσομανούσε φυγή
Ο ήλιος λαθραίος μετανάστης σε αλλότρια πατρίδα
Οι φωνές ανοίκειες
Τα αστέρια χαμένα στο σκότος
έσβηναν τη χαρά της ημέρας
Ορκίστηκες…
Με εκείνο το δακρύβρεχτο και ευθύβολο βλέμμα αγάπη ανάγκης
Της στιγμής, της ψυχής, της ζωής;
Και εγώ υπέγραψα αιώνια σύμπραξη με το ερωτικό στοιχείο
Εκείνο το άπιαστο που πάντα το ψάχνεις και ες αεί σου ξεφεύγει
Και όταν το βρεις το έχεις ήδη χάσει
Μην κλαις μάτια μου
Μην χαλάς εκείνη τη στιγμή
Όταν μου πρωτόπες ότι θα είμαι στάλα της βροχής στο τζάμι σου…

© Σοφία Σκλείδα

Σιωπή και Λόγος

22405560_2013331665563825_4635970272718952784_n

Η σιωπή,
έχει το ψύχος μέσα της,
το σκοτάδι.

Ο λόγος,
την θερμότητα,
το φως.

Βλέπει πολλά,
εκείνος που βλέπει
το σκοτάδι του.

© Φυλλίτσα Αθηναϊς Αναπνιώτου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Οκτώβριος 12, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Το δάσος Μιλτιάδης Μαλακάσης

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου ναν το περάσεις,
τώρα ναν το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ.

Μιαν αυγινή, το κούρσεψαν
ανίδρωτοι λοτόμοι,
κι εκεί είναι τώρα δρόμοι
διαβάτη αποσπερνέ.

Το τρίσβαθο αναστέναγμα
που άγγιζε την καρδιά σου,
κι έσπαε τα γόνατά σου
δε θαν το ακούσεις πλια,

το πήρανε στα διάπλατα
περίτρομα φτερά τους,
και τόκαμαν λαλιά τους
τα νύχτια τα πουλιά.

Και κάτι που βραχνόκραζε
με μιαν φωνή ανθρώπου,
στο ημέρωμα του τόπου
βουβάθηκε κι αυτό·

κι έπεσε το αιματόβρεχτο
τ’ ολόγυμνο μαχαίρι
πόβλεπες σ’ ένα χέρι
να σειέται αστραφτερό.

Το σιγαλό τραγούδισμα
που σ’ έσερνε, διαβάτη,
σε μαγικό παλάτι,
δίχως ελπίδα αυγής,

το πήρανε – για κοίταξε –
στερνήν ανατριχίλα
τα πεθαμένα φύλλα
που απόμειναν στη γης.

Κι η άρπα με τον ήχο της
που σε γλυκομεθούσε
μα κρύφια σου χτυπούσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε με την άγγιχτη
που την κρατούσε, κόρη,
στα πέλαγα, στα όρη,
να μην ξανακουστεί.

Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τα άγρια δεντρά του τώρα
και θα τα βρεις στη χώρα
διαβάτη αποσπερνέ.

Μιλτ.Μαλακάσης

Όττω τις έραται….

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Απ’την «οδό των Ονείρων»
άρχισε πριν το μεσημέρι η Νεφέλη
και πριν τη δύση του απόσπερου 
πέρασε το κατώφλι της Μοναξιάς
για το καινούριο όνειρο που αρχίζει
ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα
κι ανθίζει την ώρα του όρθρου
με τους ύμνους του Αποσπερίτη..
Θεά της φιλοξενίας,Ωκεανίδα γλυκιά
ποιες Νηρηίδες και ποιες Νύμφες σε λούζουν
και θέλγεσαι απ’τον αυλό του Διόνυσου
κι απ’τη λύρα του Ορφέα;
Ποια θάλασσα μπορεί να χωρέσει
τα κάλλη σου και τους υάκινθους
της δικής σου ψυχής;
Ρώτησαν τη Σαπφώ,ποιο είναι το κάλλιστο;
θ’ απαντήσω εγώ, με τον δικό της στίχο
«όττω τις έραται»(εκείνο που αγαπάει κανείς πολύ
ή το ίδιο ,εκείνο που ο καθένας ερωτεύεται)
Νομίζω πως δε χρειάζεται επακριβής διορισμός….
Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται……….

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,12-10-2017

Στερέωμα

22365646_2013334202230238_3933759217810336876_n

Στις σκέπες των αιώνων
πορφυρό μου λάφυρο,
σε κράτησα με ευσέβεια.
Χαμένο δισκοπότηρο
πικρή η γεύση της λησμονιάς
στάζει γλυκά στα χείλη μου.

Στοίβαξα τις θύμησες μου
σε ένα ατέρμονο ταξίδι.
Αναζητώντας την Ιθάκη μου
προχώρησα ανένταχτη
στον κλοιό που μου επέβαλλαν.

Στην λήθη του στεναγμού μου
σ’ ένιωσα, απατηλό μου είδωλο.
Σώματα στοιβαγμένα
στην ρομφή του αετού,
περήφανα κρατούν τον ίσκιο μου.

Το χαμόγελο σου μακραίνει
ξεθωριάζει…
σαν κυπαρίσσι αγριεμένο
σταλμένο από μαντατοφόρο.
Δεν θα ανταμωθούμε, πριν έρθει η ώρα..

Σε μια χούφτα από μνήμες
ξεχασμένες στο χρόνο,
περιπλανήθηκα
σε δρόμους μακρινούς,
απώλεια μου, εσύ..
σε μια τελευταία κενή γραμμή.

Σταγόνες κύλησαν
στο πάτωμα μου νωπές.
Αύριο, αύριο
θα κατοικήσουμε ΜΑΖΙ.

Μίνα Μπουλέκου
Από την Ποιητική μου Συλλογή
«Με τη Ροή του Ανέμου»

ΟΙ ΑΝΤΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κορίτσι του ιδανικού και του τέλειου
ποια διαδρομή έχει τη δύναμη να ορίσει
το τέλος της αυτονομίας ποίησης;
Στο «Δέλτα»της κοίτης του ωμέγα
ένα εναγώνιο άλφα στην αρχή του σε περιμένει
να σε οδηγήσει στην εξερεύνηση των Ωκεανών.
Ποιο νήμα και ποια Αριάδνη
μπορεί να σε σώσει απ’τους Λαβύρινθους
αν οι θεοί το αποφασίσουν αλλιώς;
Κι αν εσύ είσαι των υακίνθων η Άνοιξη
εγώ αναζητώ στις τοιχογραφίες του Μίνωα
«των Κρίνων τον Πρίγκιπα»
και στις τοιχογραφίες της Λεμεσού
των Αγγέλων τα χαίρε
και τα μύρα των Μυροφόρων.
Πες μου ,με ποια ρήματα να θάλλω την ποίηση
στις φοινικιές και στ’αρμυρίκια των Μεγαλόνησων
όταν τα Καλοκαίρια αγρεύουν τη λάμψη
και τις αντοχές των δακρύων σου;
Κι αν νομίζεις ότι είσαι ένα πλάσμα
εγκαταλελειμμένο στη δίνη της θύελλας
εγώ μ’ένα φανό θυέλλης θα’ ρθω
να σε περάσω στο αείζωο φως
και στο χάδι των ανεμώνων
δίχως τις μεταμορφώσεις του φθόνου
δίχως την ευκαμψία των δένδρων του Ιούδα
και την υστεροβουλία του Αδάμ και της Εύας
μ’ένα δεύτερο ψέμα να επιστέψουν
αλώβητοι στον παράδεισο!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,9-10-2017

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Οκτώβριος 9, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ Διαβάζοντας το Επίγραμμα του Λ. Πορφύρα ο ποιητικός του οίστρος παρέσυρε και μένα σε μια παράλληλη θα τολμήσω να πω, ποίηση!

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Εδώ στην έρημη πλαγιά
μόνος θα μείνω απόψε
κι έλα κι εσύ αν μ’αγαπάς
στο πλάι μου,έλα στρώσε.

Κι αν το φεγγάρι είναι χλωμό
κι αργεί να ξημερώσει
έλα να γίνουμε όνειρο
στης καλαμιάς τη στρώση!

Αγάπη του όνειρου ακριβή
με άστρα σ’ ανταμώνω
και μες στης νύχτας το καημό
μόνος σε στεφανώνω!

Αγάπη της απανεμιάς
με τ’ άσπρα σου τα κρίνα
σου δίνω ό,τι πιο ακριβό
και της καρδιάς το ρήμα!

Θεόδωρος Σαντάς,9-10-2017

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α. ΦΕΚΑΤΗΣ Στη μεση….

22279832_2012129089017416_4808596803344784021_n

Βηματιζω αργα αργα..
σε δυο γκριζες νυχτες
να νανουριζω τα κυματα
να σωπαινουν για τις στιγμές τους..

Πως να κοπω στα δυο
για της μεταμορφωσης τ ονειρο
Παω να μετρησω τις επιθυμιες
μα λειπουν….
μαλλον αφεθηκαν…
εκει στης εφηβειας την γνωση..
θα διασχιζουν ακομη τ αχρονα νερα
κατα πως φαινεται..

Πως να κοψω στα δυο τους πόθους
του ιερου της καρδιας
ποιον Παρθενωνα να κτισω
για να τους λατρεψω
να τους αφοσιωθω..

Ποιο μαραζι στις αυλες σας
να ταχυδρομησω
κι υστερα ως τον Αχεροντα
να ταξιδεψω
την ψυχη μου κατευοδιο να στειλω
στα υπογεια ρευματα.
Να μην πονα
στο ξεφωτο του διλήμματος
κι απο τον αυγερινο που τοσο αγαπησα
στις προσευχές σας καθε πρωι
να ριχνω φως για να μη με ξεχνατε

Δυο τριανταφυλλιές αγκαλιασμενες
να μην φυτεψετε
παρακαλω σας
Δύο αγκαθια ενα δάχτυλο δεν αντεχει..

Φευγω σιγα σιγα
τους ψιθύρους της μέρας να προλαβω
να τους ακούσω
κι εσενα καλυτερα να γνωρισω
πριν ο ηλιος το συθαμπο σου
στης θάλασσας…τη μεση…
να σκορπίσει..

Και τα χελιδονια μην ξεχασουν
την πορτα απο το καλοκαιρι να κλεισουν
τωρα που εμεινα μονος…

Αποστολος Α. Φεκατης
21/9/2017

Πηγή : https://www.facebook.com/logospsichis/posts/342950789485502

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα / Μatsi Chatzilasaru, Gedichte (Μετφρ. Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen) Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης (Στον Ανδρέα)

22279801_2012122252351433_3999085816785301895_n

Ι.
Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.
`
ΙΙ.
Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.
`
ΙΙΙ.
Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.
`
IV.
Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.
`
V.
Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.
`
********
Im Mai, Juni und November
(Für Andreas)
I.
Ich umgebe dich mit geduldigem Warten.
Ich enthalte dich wie der arachovitische Krug das Öl.
Ich atme dich, wie der Heizer am Abend
die Meeresbrise in seine Lunge saugt.
Ich lausche dir so aufmerksam wie ein Indianer
sein Ohr auf die Erde presst,
um die schnellen Hufschläge der Pferde zu hören.
`
II.
Es war nicht nötig, dass du mich zur Königin machst von Peru.
Es war nötig, dass du dich über mich beugst, dass ich deine Augen sehe,
diese beiden kleinen Lichter. Kleine Lichter, die sagen,
dass ich deine ozeanische Trauminsel bin, exotisch, ursprünglich,
sonnenbeschienen, reines Blau ihre Wasser,
und der gesamte Meeresgrund mit Blumen bedeckt wie der fruchtbarste Boden.
`
III.
Nichts fühlt sich so lustvoll an wie die Traube am Morgen
wenn sie noch feucht ist und bedeckt mit diesem leichten
Flaum. Ich fasse die Haut an deinem Bauch mit meinen drei Fingern,
und wieder steigt in mir das Bild auf vom Tau im Weinberg.
`
IV.
Ich will keine roten Anemonen, keine dunkelblauen, keine weißen, ich will
meine Nase in deine Haare stecken, die sind
wie das Gras am Flussufer.
`
V.
Die Blüten der Bäume sind die Vögel.
Das leise Rauschen des Meeres ist das Fallen
des Regens auf die letzte träge Welle am Strand.
Aus der aufgeschnittenen Honigmelone strömt der Geruch der Sonne.
Unsere Dichtung ist das Leben.
`
**********
[Η νύχτα έπεσε]
Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού΄ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού΄ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού΄ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω με τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Maröina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και να πλέξουμε
με τό΄ να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.
`
**
[Die Nacht fiel]
Die Nacht fiel auf das Meer — wo ist der Tag für mich?
Wo sind die Sonnenstrahlen auf meinen Lidern?
Wo sind die Leiden meines Fleisches auf dem Sand,
wo ist die Eule, sind die Zikaden und meine fünf Stimmen?
Morgen werde ich mich paaren mit deinen beiden Beinen,
damit vielleicht ein trauriges kleines Kind geboren wird.
Jus werden sie es nennen, Manius, vielleicht auch Aqua Marina.
Lasst mich alle Kinder dieser Welt gebären, erlaubt mir,
alle Tode zu sterben.
Ein paar Striche auf der Saite reichen aus,
dass wir barfuß auf der Wiese des Nordens laufen,
dass wir alle Tropfen unseres Körpers zählen
und mit unserer einen Hand alle Schilfhalme unserer Trämereien flechten.
`
*********
[Ένα κανάρι]
Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι αμυγδαλιές
εράντισαν όλα τους τα λουλούδια.
Ίσως νά΄μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως
δεν είμαστε.
Κι όλα τ΄άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω,
πάλι ο εαυτός μου θα΄ναι μια εξορία.
Α! α! α! ελάτε να πιούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει –
τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές, το
σάλο της φάλαινας όταν ξωριχτεί και σωθούνε τα μικράτης,
τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας.
Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια;
Ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα.
Κάποτε θ΄ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να
δεχτώ τη βροχή.
Θ΄ανοίξω και τους δρόμους που μού΄φραξαν οι αντιστάσεις μου.
Ναι. Ό, τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.
`
**
[Ein Kanarienvogel]
Ein Kanarienvogel blieb in meinen Haaren hängen
und die Mandelbäume warfen alle ihre Blüten ab.
Wir sind vielleicht unschuldiger als ein Kanarienvogel,
aber rein sind wir dennoch nicht.
Wenn ich auch alle Masten löste und alle Quallen tötete,
ist mein Selbst doch wieder ein Exil!
Ach, ach, ach, lasst uns das Lied trinken, das niemals verlischt —
das Flüstern der Klematis, wenn sie die Schatten liebkost,
das Krachen des Wals, wenn er sich an den Strand wirft
und seine Jungen gerettet werden,
die Hymne unseres Lebens, wenn es verlorengeht,
und wir werden unser Herz finden.
Was soll ich anfangen mit dem Kummer, dem Eifer, der Passion?
Die Sonne folgt nur einer Bahn.
Einmal werde ich meine Augen öffnen und meine Beine,
um den Regen zu empfangen. Ich werde auch die Wege öffnen,
die meine Widerstände mir verschlossen haben.
Ja, was die Hand nicht erreicht, dem kommt unser Herz zuvor.
`
*********
[Στις οχτώ]
Στις οχτώ ο ήλιος φουσκώνει σα γάλος
καμαρώνει στην κορυφή του λόφου
μες στη θάλασσα είναι μεγάλο ματωμένο λαχούρι
εγώ ονειρεύουμαι ακόμα προσηλωμένη
στη μικρή σελήνη της ημέρας
αυτή η τόσο ωχρή η δίχως λάμψη
μετά το τελευταίο πληθωρικό ξέσπασμα του ήλιου ακούω
μια γνήσια ελληνική μουσική που να σκίζει την καρδιά
που κρατάει το αίσθημα επί τόπου
έτσι απόλυτα αιωρούμενο σαν κολιμπρί
τέλος κάτι που μοιάζει με έρωτα
ή το να προσπαθείς να γράψεις
`
**
[Um acht ]
Um acht plustert die Sonne sich auf wie ein Truthahn,
und stolziert auf dem Kamm des Hügels,
mitten im Meer, ein großes blutiges Muster.
Ich bin noch im Traum ganz und gar konzentriert
auf den kleinen Mond des Tages,
der so bleich ist, der ohne Glanz ist.
Nach dem letzten übermäßigen Ausbruch der Sonne
höre ich eine echt griechische Musik, die mir das Herz zerreißt,
die mein Gefühl festhält wie erstarrt
losgelöst schwebend wie einen Kolibri,
und schließlich etwas, das ähnelt dem Verliebtsein
oder dem Versuch zu schreiben.
`
*******
[Απόψε]
Απόψε πονάω σ΄όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ΄τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ΄ό, τι αγαπάω ακόμα
`
**
[Heute Abend]
Heute Abend habe ich Schmerzen
in allen meinen Verzweiflungen, es ist kalt im Schatten
meines Lebens, das gealtert ist.
Die Melancholien, tiefe Schucke, sind bezahlte Mörder;
soll doch endlich das Schlachten organisiert werden
von dem, was ich noch liebe.
`
***
50 000 000 πεθαμένοι κάθε χρόνο
Είμαστε αλλόκοτες πόρτες λαδωμένες
καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και
θανάτου μεριάζουμε μπρος στο « σκιάς
όναρ» έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια
μετέωρου στοχασμού όμως θυμάσαι
κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να
διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε
να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο
`
**
50000000 Tote in jedem Jahr
Wir sind sonderbare Türen, gut geölt
mit Worten, Werkzeugen oder Taten.
Wir regen uns irgendwann einmal
in der Zeit zwischen Geburt und Tod,
weichen zurück vor dem „Traum eines Schattens’,
dann werden wir wieder zu Trümmern
eines schwebenden Gedankens,
aber dich überfällt die Erinnerung
an die Gestalt der Eriphyle,
wie sie sich abzeichnet am Strand, als sie sich bückte,
um eine Muschel aufzuheben oder einen Kiesel.
`
***
Αυτός που βλέπει αλήθειες
Άραγε
με σκέπτεσαι κάπου κάπου
θυμάμαι πώς κοίταζες εσύ γητευτή
τα μάτια σου τόσο ερευνητικά
που να μου σκίζουν την καρδιά
έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα
ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα τώρα είσαι ο παραχωμένος σπόρος
απ΄όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα
λόγια μιας κλεψύδρας
που αναποδογυρίζει κάπου κάπου
άραγε με σκέπτεσαι
`
**
Wer die Wahrheiten sieht
Denkst du vielleicht an mich ab und zu?
Ich erinnere mich, wie du mich ansahst, Zauberer,
so forschend deine Augen,
dass sie mir das Herz zerrissen.
Du zogst mir die Haut vom Leib,
während er ein Lächeln probierte.
Jetzt bist du der vergrabene Samen,
aus dem heraus diese Worte wachsen,
Worte einer Sanduhr,
die sich umdreht ab und zu
denkst du vielleicht an mich
`
*********
Φαύνος
Φτωχή γη όλο χαλίκι
εσύ μού΄μαθες τον ήλιο
και τις σκιές της σελήνης
και τους ρεμβασμούς της ηδονής
σε βλέπω ακόμα
τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό
κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω την τραγίλα σου
ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
α τι αλλόκοτες αισθητήριες
χαρές της μοίρας
`
**
Der Faun
Armseliges Land, nichts als Steine,
du hast mir die Sonne gezeigt
und die Schatten des Mondes
und die Träume der Lust.
Ich sehe dich immer noch, haariger Faun,
mit deinen schmalen Augen.
Du tobst den Hang herab,
trittst gegen die Augustbüsche,
ich spüre deinen Bocksgeruch,
vermischt mit dem Duft des Thymians,
ah, seltsame Sinneslust des Schicksals.
`
*******************************************************************
Η Μαρία (Μάτση) Λουκία Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Η Μάτση, αφού η οικογένεια της γνώρισε την οικονομική καταστροφή και τις συνέπειές της, και αφού για κάποια διαστήματα, έζησε στη Γαλλία και την Ιταλία, επανέρχεται στην αγαπημένη της Θεσσαλονίκη. Το 1934 χάνει και τους δύο γονείς της μέσα σε 6 μήνες. Δοκιμάζεται ψυχικά με τρεις αποτυχημένους γάμους εκ των οποίων ο τρίτος το 1939 με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Στην ποίηση εμφανίζεται το 1944 με το ψευδώνυμο «Μάτση Ανδρέου». Κατά την περίοδο 1948-1957 και ενώ βρίσκεται με υποτροφία στο Παρίσι, δημοσιεύει ποιήματά της και στα Γαλλικά και συζεί για δύο χρόνια με τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. Το 1958 επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε στις 16 Ιουνίου 1987.
*
Maria (Matsi) Lucia Chatzilasaru wurde 1914 in Thessaloniki geboren. Sie wuchs, nach dem finanziellen Ruin ihrer Familie un Frankreich und Italien auf, kehrte aber dann in ihr geliebtes Thessaloniki zurück. 1934 verlor sie ihre beiden Eltern innerhelb von 6 Monaten. Sie litt unter drei unglücklichen Ehen, die dritte, mit dem Dichter Andreas Epirikios, wurde 1939 geschlossen. Gedichte publizierte sie seit 1944, unter dem Pseudonym Matsi Andreou. Von 1948 bis 1957 verbrachte sie einige Zeit mit einem Stipendium in Paris, veröffentlichte ihre Gedichte auch auf Französisch und lebte für zwei Jahre mit den Philosophen Kornelios Katsoriadis zusammen. 1958 kehrte sie nach Griechenland zurück. Sie starb am 16. Juni 1987.
Πηγή : Ποιείν

Όνειρο Συγγραφέας: Αργύρης Εφταλιώτης Από τη συλλογή «Παλιοί σκοποί»

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Εἶδα πῶς γύρισα ἀπ’ τὰ ξένα
Καὶ στ’ ὥριο βρέθηκα σπιτάκι
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸ παιδάκι
Περνοῦσα χρόνια βλογημένα.

Ἄχ, ζοῦσε τὸ σπιτάκι ἀκόμα!
Τὰ γιασουμιά του γύρω ἀνθοῦσαν,
Μὰ ἀδέρφια μέσα πιὰ δὲν ζοῦσαν,
Τἀδέρφια τἆχε φάει τὸ χῶμα!

Κ’ εἶδα πῶς τἆχαν ἀσπρισμένα
Ὀγδόντα χρόνια τὰ μαλλιά μου,
Κ’ εἶταν ἀδύνατη ἡ λαλιά μου,
Κ’ εἶταν τὰ μάτια μου σβυσμένα.

Κ’ εἶδα πῶς πλάγιασα στὸ μέρος
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸς κοιμούμουν,
Κι ἄν εἶναι ἀλήθεια συλλογιούμουν
Πῶς τυραννιέμαι τώρα γέρος.

Κ’ εἶδα πῶς ἔρριχτε μιὰ ἀχτίδα
Κι’ ὁ ἥλιος πρὸς τὸ παραθύρι,
Σὰ νὰ ζητοῦσε πρὶ νὰ γύρῃ,
Στὸ θάνατο νὰ δώσῃ ἐλπίδα.

Καὶ σιγανὰ ψυχομαχοῦσα
Σὲ πρῶτο καὶ στερνὸ κρεββάτι,
Κι ἀπὸ τὸ φύσημα τοῦ μπάτη
Νὰ πάρω ἀναπνοὴ ζητοῦσα.

Καὶ λόγιαζα μὲ θλίψη γύρω,
Καὶ κοίταζα τὴ στέγη ἀπάνω,
Κ’ εἶπα, καιρός μου νὰ πεθάνω,
Καιρὸς στ’ ἀδέρφια μου νὰ σύρω.

Κ’ εἶδα πῶς πέθανα μὲ εἰρήνη,
Καὶ πῶς μὲ πῆγαν δίχως θρῆνο
Στὸ ρημοκκλήσι, ποῦ κ’ ἐκεῖνο
Πιὸ ἔρμο ὡς τώρα εἶχε γίνει.

Στ’ ἀδέρφια μ’ ἔφεραν κ’ ἐμένα,
Νὰ μὲ χαροῦν τὰ κόκκαλά τους,
Ποῦ τοὺς ξεχνοῦσα στὰ καλά τους,
Καὶ γύριζα στὰ μαῦρα ξένα.
Πηγή : Βιβιθήκη

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Οκτώβριος 7, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο