Αρχείο

ΕΝΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ ΗΛΙΟΣ Στον Πασχάλη Σταύρου Καζακίδη

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κάποιοι είπαν
ότι ήταν ένα φεγγάρι ολόγιομο
κι άλλοι ένας ρόδινος ήλιος
που κουβαλάει στα μαλλιά του
την Άνοιξη•
κι είπα κι εγώ, να της Λητώς
ο Απόλλωνας
που στεριώνει με τέσσερις στήλες
στης θάλασσας το βυθό
τα πλεούμενο της Ορτυγίας νησί
το φτωχό και το άγονο
το χωρίς αμπέλια και δέντρα
Δήλο να τ’ ονομάσει!
Να και το άρμα του
το σέρνουν οι εφτά ολόλευκοι κύκνοι
να τον παν στις «Όχθες του Ωκεανού».
Κι εκεί που ξεχάστηκα
στην ονειροφαντασία του μύθου
κι είδα στα μάτια του
το απείκασμα του πατέρα
δυο σκέψεις να’ χουν γίνει
η συνισταμένη του Όλου
με θάμπωσε και πάλι το αιώνιο
κάλλος !
Ω, τόση ομορφιά χυμένη επάνω του
μόνο με επέμβαση ουράνια
θα μπορούσε να γίνει .
Τόσο έρωτα, μόνο οι θεοί
θα μπορούσαν να απλώσουν!
Και τώρα ας σωπάσω
ν’ αποτυπώσω με στίχους
το θαύμα του!
Αύριο, με υάκινθους
θα συνεχίσω τον ύμνο του!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,

ΜΙΜΗΣ ΜΑΖΗΣ

36621800_2157118687851788_2189761721218891776_n

Στα μάρμαρα τα ελληνικά του Ευαγόρα ,
το τούρκικο σπαθί άγρια ματώνει
της ειρήνης τον τράχηλο σε διχόνοιας ώρα 
κι ολόγυρα αθώων πτώματα στρώνει.

Πικροί οι αιώνες των Ελλήνων τώρα ,
οι λόγχες τρίματα στα μουσεία .
Στο ασιατικό ασκέρι δουλικά δώρα ,
οι προγονικοί τάφοι με προδοσία .

Βαρβαρική μπότα στο θείο βήμα,
αντηχεί μόλεμα στ αρχαία παλάτια
κι αραδιαστά σέρνει πολύβουα στο κύμα,
του πολέμου τα σιδερένια άτια .

Στον αφρό παρηγοριά η αναδυομένη!
Τα βουνά τουρκοπατημένα , νάτα !
Οι γαλάζιοι γιαλοί ματοβαμένοι
και συρματόπλεγμα σε κάθε στράτα.

Στο κοντοσίμωμα οι βολές θανάτου,
στους τοίχους στρώσανε τα πλάνα ,
άστοχες η μ αίμα νιου απ την καρδιά του,
κει που άσπριζε με ασβέστη η μάννα.

Η σκέψη αρχέγονη στα σπλάχνα αιώνων ,
μ άφθαρτες ρίζες σκαλωμένες
βαθιά , τη δίνη σκορπάει των μουσώνων
και τις υπάρξεις που περνούν σκελετωμένες.
Μίμης Μάζης

Φίλοι μου, Ιούλιος (ΚΥΠΡΟΣ-1974) κι επειδή εγώ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!!!Άλλωστε από τους 29 μήνες που υπηρέτησα στον ελληνικό στρατό, σαν αξιωματικός διαβιβάσεων Τάγματος, το ένα έτος το υπηρέτησα στο 506 Τ.Π. στο Σταυροβούνι και οφείλω να μην ΞΕΧΝΩ, μέχρι να ταξιδέψω στον Κόσμο των Αγγέλων!!! Από το μεγάλο μου ποιητικό έργο ΑΛΑΣΙΑ-ΚΥΠΡΙΣ σας παρουσιάζω την αρχή του Γ΄αποσπασματος , σαν φόρο τιμής ή αν θέλετε κεράκι στη μνήμη όσων γενναίων έπεσαν, προδομένοι για να μην μετατραπεί το νησί της Αφροδίτης σε τουρκική περιφέρεια!!!!

ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μιλώ και πάλι
με την ειλικρίνεια του παιδιού
και την παλίρροια του καημού.
στις μέρες της εφηβείας.
Σ’ αγάπησα
με τα τραγούδια του Μάη
και την πολυχρωμία των νυχτολούλουδων
Ζήτησα τη φιλευσπλαχνία του Ουρανού
και την καλημέρα της γης
για τα λουλούδια που θ’άνθιζαν
με το χνούδι της αθωότητας.
Απ’τις ατράκτους του χθες
κράτησα την καλοσύνη
της μάνας μου
τη σταλαματιά του φουρνόσπιτου
την υπομονή και τη φρόνηση
να οικοδομήσω το σήμερα.
Σ’ αγάπησα
ανεβαίνοντας τα σκαλιά
πάνω στα κάστρα.
Σ’αγάπησα
χωρίς να ρωτήσω κανένα
σαν πασχαλιά του Απρίλη
και πέρασα στη δική σου την Άνοιξη
κρατώντας ένα λευκό
κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
στα δεκαεφτά μου τα χρόνια!
Θεόδωρος Σαντάς

Ημέρες σκότους της Μαρίας Σαντά

αλεξ_1

Μήνες ατέλειωτους βρίσκονταν ,σε απραξία ο ποιητής
βυθισμένος στα βάθη πολλαπλοτήτων.
Απώλεσε το άγγιγμα του Ορφέα
και το κέλευσμα των μουσών, ταξίδεψε σ’ άλλες πηγές.
Στέρεψε ο οίστρος στο βάθος της σκέψης
και η φωνή η μελίρρυτη ,δεν υπάρχει.
Λυγίζει η ψυχή, αδυνατεί να επωμισθεί
ως άτλαντας νέος ,των ημερών του το σκότος
κραυγάζει απεγνωσμένα για ίλεως
να διασωθεί από τα όρνεα, ο ήλιος ο νοητός
και να εισακουσθεί ,από τους νεκρούς του
κριτές.
Ικετεύει τα αγέννητα τέκνα του και
τους προαιώνιους ήρωες
ως άλλος Κωστής Παλαμάς, να μην τον δικάσουν
στο αιώνιο ανάθεμα
τι επέτρεψε σ’ εφιάλτες να προδώσουν τη χώρα του.
Σύρεται ως «Προμηθέας Δεσμώτης»
που οι γυπαετοί ξεσχίζουν τα σπλάχνα του
και λύτρωση αναζητά , απ’την καταδίκη της ιστορίας .
Δεν γίνεται όμως.
Ο Μέγας Αλέξανδρος ,απόψε προδόθηκε.
Οι ολίγιστοι των Ελλήνων συμπανηγύρισαν
με τις ιαχές των σφετεριστών

Μαρία Σαντά, Θεσσαλονίκη 15-6-2018

Φωτογραφία https://www.lifo.gr

ΑΛΙΣΑΧΝΗ.

13166065_1767801310116863_6183296905910533238_n

Πάντα η ζωή σου
μια απέραντη θάλασσα
με τα χρώματα που φοράς
μια Άνοιξη που ανθίζει στο βήμα σου
με τα όνειρα που θροΐζουν στο βλέμμα σου
κι η Αργώ που σε περιμένει.
Πάντα μια αλισάχνη *οι στίχοι σου
όλο για σένα μιλάνε …
και αχνίζουν τα Καλοκαίρια σου
μα πάνω στη δίνη τους
τον παραλήπτη τον ξέχασαν
κι επιστρέφουν στο κιόσκι σου .
Μια Ελούντα,δεν σου αρκεί
μια Σαντορίνη, δεν σου ταιριάζει
κι οι Δελφοί σε περιμένουν ακόμα
με ένα ποίημα αιχμηρό
σαν τους βράχους των Φαιδριάδων
σαν τη κόψη της νιότης
σε σεντόνια λευκά.
Η ζωή σου ηφαίστειο
τρέλα νεανική σε τροχούς
«στίλβοντος ποδηλάτου»
μια συλλογιστική της ανατροπής
μ’αιωρούμενους νόμους!

Θεόδ.Σαντάς, Θεσσαλονίκη 31-08-2014 (τροποποιήθηκε 23-11-2016 και 26-6-2018)

*Η «Αλισάχνη» -μία αγαπημένη λέξη του Οδυσσέα Ελύτη- ή αλλιώς «αλοφάχνη», είναι ο ψεκασμός από τα μικρά σταγονίδια που προκύπτουν από το ταραγμένο νερό της θάλασσας, όταν ένα δυνατό κύμα χτυπήσει σε κάποιον βράχο. Είναι η ποσότητα των υδρατμών (εξαερωμένου αφρού) που προκύπτει στον αέρα για το χρονικό διάστημα ενός, δύο ή τριών δευτερολέπτων, για να εξανεμιστεί αμέσως μετά. Είναι δηλαδή ουσιαστικά ένα σύντομο νέφος από υδρατμούς, που προκύπτει για λίγο στον αέρα από τον δυνατό χτύπο ενός κύματος σε κάποιο δυνατό βράχο .

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ Στον καθηγητή της φιλοσοφίας,Σωκράτη Δεληβογιατζή

36299611_2149729355257388_2752564391621689344_n

Μιλούσαμε για Σωκράτη κι Αριστοτέλη
για της ψυχής την αθανασία
κι ήταν στεντόρεια η ανταπαίτηση
στην ίαση της επιδημίας της χώρας
απ’ την πανσπερμία του ανήθικου
ν ’ανατρέξουμε στη σοφία του Έλληνα
μέσα απ’την αποκαλυπτική των αιώνων.
Μιλούσαμε με της φιλοσοφίας τον μύστη
και τα μάτια του έλαμπαν
και σκιρτούσαν τα μέσα μας όλα
κι ήταν η ώρα εκείνη μυσταγωγία
κατήχηση και λειτουργική
για όλους εμάς τους αμύητους
τους παροικούντες εν Ιερουσαλήμ
να ορθοτομήσουμε «το φιλείν του σοφού.»
Κι ήταν αρχή και πιστεύω του
πως τούτος ο τόπος έχει ανάγκη
την ηθική της φιλοσοφίας του Έλληνα
να ξανάβρει το βήμα του
στον αρχέγονο λόγο του
με το άλμα στα μέτρα του!
Βουλιάζουμε άνοα αδιαλείπτως
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
με τη συλλογιστική της απολογητικής
και του αμύνεσθαι
κι ο Οδυσσέας εγκλωβισμένος
στη σαγήνη της Κίρκης, πλημμυρισμένος
με τα ηδονικά της αρώματα
δεν προθυμοποιείται να οδηγήσει
τους συντρόφους του στην Ιθάκη.
Ως πότε θα μένουμε στη αδράνεια
ως πότε θα μας παρασέρνει το ψέμα
με τον ίλιγγο του επιθυμητού
να αναγορεύουμε Καίσαρες
τους ημιμαθείς και τους άεργους ;
Ως πότε θα μας κρατά εγκλωβισμένους
το λειψίφως των αδαών και των ανιστόρητων ;
Ως πότε της αρχαιογνωσίας φιλόσοφε , ως πότε;

Θεόδωρος Σαντάς

Μάτση Χατζηλαζάρου, «Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης» στον Ανδρέα

36223503_2149683215262002_2811393662481596416_n

~ * ~

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

~ * ~

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

~ * ~

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

~ * ~

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.

~ * ~

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

~ * ~

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

~ * ~

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω − μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά − αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου − με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», (α’ έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1944).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

http://ppirinas.blogspot.com

 

Μαρία Βούλγαρη Ήχοι

36291389_2149607001936290_8771907335514750976_n

Ήχοι.
Ήχοι παντού.
Σιωπηλοί και θορυβώδεις.
Ήχοι.
Με διέσεις και υφέσεις.
Με παρεστιγμένα και ολόκληρα.
Ήχοι.
Κι εγώ ξοδεύομαι στον απόηχο.
Στον απόηχο της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης που αναπνέω.
Στο κοίταγμα της ανάγκης που προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω.
Στο κάλεσμα της πανσελήνου που με περιστοιχίζει.
Ταλαντεύομαι στο εδώ και στο εκεί.
Πορεύομαι.
Γεύομαι.
Με πανοπλία την ελπίδα δίνομαι.
Αφήνομαι.
Κι ύστερα αμύνομαι.
Σιωπή.
Θαρρώ ακούει το όνομά της και κρύβεται.
Κι είναι δυνατή μοναξιά η σιωπή όταν δεν ακούγεται.

Μαρία Βούλγαρη

Kostas Kapelouzos ΜΑΝΝΑ!

15622429_1875124946051165_6757613955485228381_n (1)

Μάνα! στης αγκαλιάς σου μ’ έκλεισες τ’ απάνεμο λιμάνι,
με πότισες από του κόρφου σου τη θεία πηγή, το γάλα-μάνα,
και κει φτερώθηκα και γίνηκα μίαν αυγή πουλί που ψάχνει
να βρει το δρόμο της ζωής, κι έφτασα ως τα ουράνια.

Ω, το φιλί σου μάνα μου, ιερή ανατριχίλα και παθιασμένη αγάπη,
ως την ψυχή μου έφθανε, πλημμύριζε σαν το νερό με πάθος,
κι ωσάν το γέλιο τ’ ορθρινό -να γλυκανθίσει μάνα μου η αγάπη-
να βρω το δρόμο το σωστό, να μη χαθώ σε δρόμο λάθος.

Στο φως των άστρων μ’ έλουζες, με τ’ άφραστά σου λόγια
πύργωνες μέσα, τους σκοπούς, σαν τον λυράρη, και ως πέρα…
με ταξιδεύανε και με μαγεύανε όπως τα ωραία κοπελούδια
κι ομόρφαινε η πλάση γύρω μου θεά μου, μάννα και μητέρα.

Μάνα, ένας θεός Απόλλωνας, σε προίκισε μ’ άφθαστη μελωδία,
κι έγινες η ψυχή κι η ζωγραφιά εσύ, των άφθαρτων Ελλήνων.
Της ομορφιάς τον άνεμο φύσηξες μέσα στην ψυχή μου.
Φεγγοβολή κι αστέρι, αηδόνι της χαράς, σαν τη ψυχή των Σαλαμίνων.

Μάνα, αητέ με τα πλατιά φτερά, το φως σου, φωτολάμπει.
Σαν τα ψηλά βουνά να ζεις, ν’ ανθίζεις πάντα, ω μάννα
και τ’ ανθοκλάδια σου,εμείς, μαλάματα, χαμόγελα και θάμπη,
να είμαστε μανούλα μας, να πλέκουμε για σένα τον παιάνα.

Που θα υμνεί ηρώισσα όλα τα κατορθώματά σου στους αιώνες,
και την αγάπη σου, στα πέρατα του κόσμου να τη λεν οι λαλητάδες,
τραγούδια να την κάνουνε κι όπως των αρχαίων ναών οι κολώνες
να στέκουνε αγέρωχες στο χρόνο, για να σε τραγουδούν οι ποιητάδες

Μάννα, σαν του ροδιού το χρώμα ήτανε το φιλί σου!
Θαυματουργά τα λόγια σου, σαν θείες ανατριχίλες
καθώς ξυπνούν τις μνήμες μας, κι η ευχή σου,
σαν τις μοσχοβολιές της άνοιξης,που ξεπερνούν τις χίλιες.

Της Ψάπφας τη γλυκόλαλη λες και ακώ κιθάρα
σαν τότε, που μας έλεγες, το ωραίο το παραμύθι,
κι όλο ξυπνούσε μέσα μας η παιδική λαχτάρα
σαν τον ωραίο Ήρωα οπού ξεσήκωνε τα πλήθη.
Kostas Kapelouzos

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ Αφιερωμένο στη Μητέρα μου !! το ποίημά μου- Ε.ί.δ.ε.ς ; και στους φίλους-ες του fasebook– με τα φτερά τους –ανοιχτά και Αρμυρο-Θαλασσο-Βρεγμένα !!!!!!

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Είδες πώς αδειάζει το φως της η νύχτα ;
-πώς λιχνίζει κι΄αργοκυλούν τ΄αστέρια
θαμπά και μεσούρανα πάνω στα μάτια σου ;

Σ΄ένα φρύδι-πέργουλας με κανάκεψες
Σ΄ένα φρύδι-σύνορο με ταξίδεψες
σ΄ένα φρύδι-πέλαγο με ξεπλάνεψες,

Στις γή΄ι΄νες αναρριχήσεις των ματιών σου
μ΄ένα φρύδι φως, πότε μπολιάστηκες ;

Κώστας Καρούσος
Από το βιβλίο μου ΄΄Ρωτήματα Ψυχής ΄