Αρχείο

ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΘΗ

16729010_1906752336221759_8046225459643372808_n

Μέσα σε μέθη γράφουν οι ποιητές
ξενυχτώντας στο κιόσκι τους
στης ζωής την πληγή
στη νηνεμία της ρέμβης.
Γράφουν με τη δροσοσταλίδα της φτέρης
και το χαμόγελο του παιδιού
με τα ξεπροβοδίσματα της αυγής
και με τα χρώματα τ’ Ουρανού
καταπίνοντας τη χρυσή τη βροχή
και μασώντας τη δάφνη τους .
Κι ύστερα σαν μουσική των αγγέλων
χύνονται μες στο φως
και με φως επιστρέφουν και πάλι.
Γράφουν και σβήνουν
σβήνουν και γράφουν.
Γελάνε και κλαίνε
κλαίνε και σκουπίζουν το δάκρυ τους
και τραβάν την καλούμπα του ήλιου
μην ευδοκιμήσει η άπνοια
και αποσχηματίσει το στίχο τους.
Μέσα σε μέθη γράφουν οι ποιητές
με το μίσχο των φύλλων
με τη μυρσίνη των βράχων
μυκτηρίζοντας την πυρά
για το επικηρυγμένο τους ποίημα
κι εγκαταλείπουν στο κύμα της θάλασσας
το εγκιβωτισμένο τους ποίημα
καινή διαθήκη, για τις ατράκτους της γης!

Θεόδωρος Σαντάς

Η Άγια Νύχτα

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Η άγια νύχτα ήταν όλη δική μας
το φεγγάρι χαμήλωνε
να παίξει μαζί μας 
κι ήταν η χαρά μας όλη
αποτυπωμένη στο πρόσωπο
με ψιμμυθιές των ζωγράφων
και με το φως του Αποσπερίτη
ιλαρό και εξαγνισμένο
όπως το θέλει η ποίηση
κι όπως το θέλαμε εμείς
μελιχρό, αποκαλυπτικό, ειρηνοφόρο.
Απόψε το φεγγάρι ήταν όλο δικό μας
κι ήταν τόσο όμορφο και τόσο καταδεκτικό
που του μιλούσαμε κι εκείνο μας απαντούσε!
Ω ,θεέ μου ,τι παραλήρημα ποίησης
πόσους στίχους μου στέλνεις
σε μια Άγια νύχτα της γης
να μπορώ να μιλάω αλλιώς
με μια γλώσσα εύχαρη και κελαρυστή
σαν από ρείθρο που αναβλύζει μύρο Αγίου!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,18-3-2018

ΟΔΟΣ ΑΓΑΠΗΣ,ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Δεν ήταν η ανέφελη νύχτα
που έστεκε ακίνητη σ’έναν φάρο μικρό
ήταν ο πόθος να μη ξημερώσει ποτέ
μην γλιστρήσει το όνειρο
και πνιγεί μες στον όρμο της Σίβηρης
εκεί που η αλισάχνη δροσίσει την ομορφιά
κι οι Νηρηίδες κρατάν τα στολίδια
να σε κάνουν βασίλισσα.
Δεν θε σε πω Αφροδίτη ή Κασσιόπη
Ανδρομέδα ή Πολυμνία
Μερόπη, Αλκυόνη ή Ταϋγέτη
Εγώ Αγάπη θα σε πω , στην οδό Αγάπης
σε μια πάροδο τούτης της πόλης
που σε συνάντησα την πρώτη φορά
και στο «Νεφέλωμα των Πλειάδων»
θα κλείσω την αγάπη μου όλη
εδώ που έμαθα τι σημαίνει να αγαπάς
ένα μυρωμένο κορίτσι του Μάη
εδώ που οι παπαρούνες ματώνουν αληθινά
και στάζουνε δάκρυα και στεναγμούς
αλλά ο έρωτας επέμενε να καρτερεί
κάθε βράδυ ακριβώς στο μέσον της νύχτας
στου Γαλέριου την Αψίδα
να σου δώσει δυο ασπροκόκκινα
τριαντάφυλλα απ’το φοιτητικό μου υστέρημα!

Θεόδωρος Σαντάς

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

15338811_1870648389832154_6703091094658680884_n

Τούτος ο Μάρτης μάτια μου δε φέρνει χελιδόνια
δε φέρνει αέρι δροσερό, βροχούλα να μιλάει,
να λέει λόγια του έρωτα, τραγούδια της αγάπης.
Λίβας φυσάει απ’ το Νοτιά καυτός και πυρωμένος
κι η θάλασσα λυσσομανά τα κάτεργα να πνίξει.
Κι ένα παιδί, μικρό παιδί, μονάχο του πηγαίνει,
μονάχο του κι αδάκρυτο κι ο ήλιος το ρωτάει:
Παιδάκι πούθε έρχεσαι κι ευρέθης μοναχό σου,
κι ουδέ μανούλα σε κρατεί απ’ το λιγνό το χέρι,
να μη χαθείς στα δύσβατα και στους μεγάλους δρόμους,
κι ουδέ πατέρας βρίσκεται να στέρξει στο πλευρό σου,
να σε γλυτώσει απ’ του φονιά και του ληστή το βρόχι;
Και το παιδί δε μίλησε κι ο ήλιος εθυμήθη.
Σα χτες ανέτειλεν αλλού στα γκρεμισμένα σπίτια,
στην ερημιά, στο χαλασμό, στην τρέλα, στην ορφάνια,
κι είδε φωτιά και σίδερο κορμιά να καταλυούνε
κι είδε τον έμπορο φονιά το διάφορο να παίρνει
να το μετρά με το χαμό με πίκρες να το θρέφει.
Σκύβει ο ήλιος και φιλεί το έρημο παιδάκι
μαζεύει τις ακτίνες του κι ευθύς τις βασιλεύει.
Κι ως πότε τούτη η Άνοιξη να μη λαλεί τ’ αηδόνι;
κι ως πότε ο κούκος, μάνα μου, δεν έρχεται, δε λέει
τραγούδι της Ανάστασης, να βγει ο λαός στο δρόμο,
να πάρει στα χεράκια του ψωμάκι ζυμωμένο
σε φούρνο που τον άναψε του δίκιου η παραμάνα
να βγω κι εγώ στα τρίστρατα……

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ

Κώστας Καρούσος 27 Φεβρουαρίου 2016 · Αθήνα, Attica · ΘΑΥΡΗΣ ??—σονέτο–αφιερωμένο στη γύμνια της εποχής

28276615_2068148926796458_4971009458662921397_n

Ερούφαε Πραξιτέλη δυόσμο η γη
της χάρης του μαρμάρου τη λευκότη
κι είχε αναζήσει δώθε η ωραιότη
όσο ποτέ με θεία προσταγή.

Ως μάρμαρο σ΄ερμήμευε τρανή
θεόπρεπην ιδέα να δεις τη νιότη,
αναδυομένη η τέχνη σου θεότη
πως ήθελες και νάχε ηλιοφανεί !

Την ακονίσημην οπλίσου σμίλη
κι έλ΄απ΄τον Άδη,ως ήσουνα τρανός,
την γήινη ξέθαρα περνώντας πύλη,

θαυρής καλοεμφανίσημη γραμμή
ακρίβειας πρότυπης, τ΄ωραίο καθώς
η τέχνη σου μαντεύει στον Ερμή ??

Το σονέττο ΄΄ΘΑΥΡΗΣ΄΄γράφτηκε στον Αστακό Αιτωλ/νίας
το 1972 !!!!! π.ό.σ.ο ..ε.π.ί.κ.α.ι.ρ.ο..ε.ί.ν.α.ι..σ.ή.μ.ε.ρ.α !!!

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΚΑΛΛΟΣ

ec92eab4c26a8e4a80672475acfc0366-woman-art-d-art

Πώς να μη δακρύσω για σένα γυναίκα
όταν όλες οι γωνιές του παράδεισου
μιλάνε με δέος για εσένα; 
Κι αν στην αρχαιότητα σε είπαν
Αφροδίτη,Λαΐδα, Αθηνά ή Ελένη
και τώρα Δήμητρα, Μαρία ή Μέλανη
τι σημασία έχει;
Το όνομα το βαραίνει το άστρο του
την ομορφιά η ποιητική του Θεού
την αγάπη το φως της ψυχής
και τον έρωτα η αστραπή των ματιών.
Κι έχει ο Μάρτης ακόμα οκτώ
κι ούτε μια ασπροκόκκινη κλωστή
δεν βάλαμε στο δεξί μας το χέρι
μη μας κάψει ο ήλιος !
Φοβάμαι μην σαν τον Οδυσσέα
μια Κίρκη μ’αιχμαλωτίσει
και με περιμένει η Πηνελόπη
εκεί που οι παρθένες τραγούδησαν
τον ύμνο του υμέναιου
κι υποσχεθήκαμε ενώπιον
θεού και ανθρώπων
αιώνια πίστη!
Theodoros Santas

Μάρτης

28468738_2080561645507493_4707108666328040592_n

Πρώτη του Μάρτη.
Εξηκοστή του χρόνου ημέρα.
Λωξάνδρας, Ευδοκίας, Ρωξάνης
Παράσχου, Χαρισίου, Ορθοδόξης.
Πρώτη του Μάρτη
κι ο αγέρας
προσκαλεί τη σύναξη των δέντρων.
Ευχές ραίνει τη γη.
Την ανεμώνη
με κεφαλαίο άλφα ζωγραφίζει.
Άσπρη και κόκκινη κλωστή
στο χέρι δένει του παιδιού.
Σε λίγο
θα γράψει στη σελίδα τ’ ουρανού
το πρώτο χελιδόνι.

Μαρία Σκουρολιάκου

»ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ»

Θεόδωρος Σαντάς-ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

ec92eab4c26a8e4a80672475acfc0366--woman-art-d-art

Σκέφτομαι το ταξίδι
κι εσένα που θα σε στερηθώ.
Σκέφτομαι πόσο φτωχαίνουν οι ώρες
και ξεθωριάζουν τα χρώματα
όταν απουσιάζεις εσύ.
Μου λείπεις,μου λείπεις πολύ
μου λείπουν οι νύχτες που σε ντύνουν
με φεγγάρια ολόγιομα
και αφήνουν στα περάσματά σου
τα επιφωνήματα οι θνητοί
όταν όλα σου στάζουν μελισσοβότανο!
Ομορφιά μου πώς αλλιώς να σε πώ
πώς να σε περάσω στους Γαλαξίες
χωρίς να στάξω σταγόνα απ’το αίμα σου
στα πέλαγα των δακρύων
εκεί που ανταμώνουν οι κόσμοι
και δε μετριέται ο χρόνος
Με ποιο μέτρο να γράψω
ενα έμμετρο ποίημα
την ώρα που τις λέξεις σου
τις κάνω τραγούδι.
Μεσοτονικό θα σε πω
όπως είν’η «Αγάπη»
δαχτυλικό θα σε πω, όπως είναι ο Έρωτας
ανάπαιστο θα σε πω ,όπως είναι ο Ουρανός
να αρχίσω σαν Παλαμάς,σαν Σικελιανός
σαν Σεφέρης,σαν Ελύτης,σαν Ρίτσος
να σου γράφω ποιήματα
που θα μιλάν μόνο για σένα!
Μα τι λέω μες στη νύχτα
και τολμώ τα ανέφικτα
βαθύς ο καημός και παραδέρνει το στίχο μου
κι όλα καταλήγουν σε σένα
κι όλα για σένα μιλούν
κι όλα εσύ τα γέννησες, όλα σε σένα κουρνιάζουν
όλα το βήμα σου ακολουθούν
κι ακούω τα πεζοδρόμια που τρίζουν
τους γρύλους που χάνουν το φως τους
κι εγώ χάνω τον εύρυθμο χτύπο μου
σαν ξεκουρδισμένο ρολόι του τοίχου
ακούγονται οι χτύποι μου
και περιμένω ένα σου χάδι
να ξαναβρώ το ρυθμό μου!
Ω οπτασία του μύθου
των νυμφών των δασών και των κάστρων
Νηρηίδα της θάλασσας
ω λάμψη της ομορφιάς
που καις των ανθρώπων τους κάλυκες
κι ακούγεται ο συριγμός του παράπονου
κι ανθίζει ο άσαρκος έρωτας!
Κορίτσι ανεμόδαρτο της Μεσόγειου
που δεν αντέχεις εγκιβωτισμούς και αγκύλες
κορίτσι λιγνό σαν κυπαρίσσι που φύτρωσε μόνο του
και το προσκυνούν σκονισμένοι οι θάμνοι
όλα σου είναι ένας έρωτας
Όλα σου είναι μια θάλασσα του ωραίου
κι εγώ ένα κύμα που ξεψυχάει στα πόδια σου
που περιμένει να το πάρεις στα χέρια σου
να το φυσήξεις στα μάτια
να εξαχνιστεί στη δικη σου Παράδεισο !
Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ Η ΗΧΩ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ

28472196_2079431225620535_5172805776868103304_n

Στον τόπο που γεννήθηκα
ο αγέρας ,μικρό παιδί λαχανιασμένο,
έκρυβε την ποιητική του πνοή ,
αμύγδαλο τ΄ Αυγούστου,
μέσ’ τις φτερούγες του.

Οι μούσες λεύτερες ,στην πρύμνη του
στοιβαγμένες, τον ακλουθούσαν,
τον έρωτα εξυμνώντας
στα κατώφλια των σπιτιών
και στα περβόλια των ανθισμένων ψυχών

Απ’ τις δίφυλλες πόρτες και τα
στολισμένα με όνειρα ,μπαλκόνια της Λέσβου,
σεργιανίζει ο Αίολος , χαϊδεύοντας
μέσ’ το μισόφωτο της ηλιοσοδειάς
τις πρασινογάλαζες πλεξούδες
και ο ερωτευμένος Πελασγός,
της αιωνιότητας το αρμυρό δάκρυ,
σε αντήχηση μεταμορφώνει
χτυπώντας τις παλάμες του.

Ο ουρανός αμίλητος ,με αναλαμπές λήθης,
τις κόρες του Μάκαρα στις ξαγρύπνιες νανουρίζει
και με την λύρα της Σαπφούς
στο ίσκιωμα της Πέσσας αντίκρυ απ’ τον
καταρράκτη ,τα αηδόνια μαθητεύει.

Από το λυκαυγές μέχρι το λιόγερμα
Δάφνις και Χλόη και οι συνδαιτυμόνες
κάτοικοι των Βασιλικών,
ψαράδες και βοσκοί,
κι άλλοι με πολυάσχολη ζωή
σιγοντάρουν στο απόγειο τραγούδι του καταρράκτη.

Δακρύζουν οι χλωρές κορφές ,
παρθένες νιες του Πυρραίου δάσους,
και απ’ τα βάθη της πηγής τις αμάραντες
ανασαιμιές της ποιήτριας στοχάζονται.

Με το βλέμμα τους ακολουθούν
στους βοσκότοπους,
μέσα απ’ τις ασπαρτιές και τις ελιές
τα βήματα του γάργαρου νερού,
μέχρι το αγκάλιασμα με τα ατάραχα νερά
του μισοφεγγαρένιου κόλπου.

Και ω του θαύματος ,
στο κρυστάλλινο φίλημα των νερών
απελευθερώνεται η μούσα
απ’ τον χώρο και τον χρόνο,
την λύρα της χαϊδεύει
και η ηχώ της μέσα απ’ τις ουράνιες αίθουσες
τιτιβίζει στις πυκνοβλαστημένες ερωτικές φωλιές.

Νανουρίζομαι στην διαύγεια του καταρράκτη
και στο στήθος του κοιμάμαι,
όπως τα άστρα στο νυφικό του ουρανού,
άφωνη έμεινε η ζωή μου δίχως όνειρα .

Στους στροβίλους του νερού αεροβάτης
και μέσα στα αιώνια λάγνα ρυάκια άυπνος
το μέλλον μου κατρακυλά στις γειτονιές του χωριού μου.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

~Καθρέφτες ουρανού ~

28279630_2074961816067476_2885783717526563862_n

Δεν στάζουν δάκρυα πια…
τα σύννεφα…
απ’ τις κρυστάλλινες
πιατέλες τ’ ουρανού
τη διψασμένη χέρσα γη..
με δρόσο να ποτίσουν
Η ελπίδα πέταξε ψηλά…
και στωικά εκούρνιασε….
στη σφαίρα του απείρου …
διαπερνά των αστεριών το σώμα…
Μέσα σε πύλη θεϊκή
πετά μες τους αιθέρες…
ψυχή ελεύθερη
του παραδείσου εφραίνεται το νάμα..
μέσα στο λήθινο τοπίο
τα ματωμένα όνειρα…
σαν κοφτερό γυαλί…
κομματιάζουν τους ανάδρομους
καθρέφτες που ξεμείνανε
σ’ ένα κομμάτι γης
ίσα με μια παλάμη…
ίσα – ίσα που χώραγε
το δάκρυ μιας πληγής…
Δεν βρίσκεσαι σιμά
στα μάτια εμπρός
μα στη ψυχή μου μέσα…
σου ‘δωσα τον πιο μεγάλο
θρόνο, το στέμμα
το βασιλικό …
που ύφαινα στο πάντοτε
Και νίκησε το χρόνο…
εμπρός στα μάτια σου…εγώ !
και εσύ ψηλά πουλί
που στη ψυχή μου μεσ’ το χρόνο
αφυπνά το πιο γλυκόλαλο
μοναδικό τραγούδι….
Μαίρη Ηλιάδη.

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 21, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο