Αρχείο

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ ΒΑΘΗ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Η αγνότητα της Ειρήνης

Κρίνοι και αγριολούλουδα,
καμπανούλες, παιώνιες και αλκέες,
ορχιδέες φεγγαρόλουστες,
ελίχρυσοι, του ήλιου θυγατέρες.

Βιολιά και κύμβαλα
για την ωραία Ειρήνη,
παρθένα και άμμωμος,
του χρόνου η γαλήνη.

Έτσι γλυκά που στροβιλίζεται,
η άσπιλη η κόρη,
γλυκολαλεί και προχωρά,
στου ουρανού την δίνη.

Εύθραυστη και ονειρική,
ηλιόλουστη και φεγγαροθρεμμένη,
εκεί χορεύει αέρινα γυμνή,
λουλούδι να παρασύρεται στην κάθε δύναμη και ροπή,
ευαίσθητα νεραϊδοπλασμένη.

Μην αγκάθι την τρυπήσει,
ούτε κεντρί,
σάρκα από σύννεφο,
επίπλαστα αληθινή.

Τον αγέρα τον φοβάται,
την παρασέρνει μακριά,
την βάζει να παλέψει,
με δαίμονες και θεριά.
Αυτά τα ανθρώπινα,
που ζητάνε όλο και πιο πολλά.

Καρδιοχτυπά και πάλλεται,
η εύθραστή της η ματιά.
Και η ψυχή της η ουράνια
το σύμπαν γνώθει και αναζητά.

Θα ήθελε να είχε στην πλάτη της τόξα και φαρέτρα,
τους άπληστους να λαβώνει στην καρδιά,
τον πόλεμο να κλείνει στου Άδη τα μαύρα τα σκυλιά,
της κραυγής η φωνοκλέφτρα.

Αυτή θέλει μόνο τραγούδια και χαρά,
άνθη, πουλιά και έντομα να τριγυρνούνε διθυραμβικά.
Ηλιαχτίδες και παιανισμούς,
έρωτες και γλυκές φωνές,
από ψυχούλες παιδικές
και ήχους αγάπης συμπαντικούς,
του ήλιου φαεινότεροι, ειρηνικούς.

Αχ μη η σάρκα της λαβωθεί,
μην η παρθένα κόρη αλαβάστρινα χαραχθεί,
γάλα και γαλαξιακό νερό,
κλάμα από βρέφη και πόνο παιδικό …
Γιατί….
Γιατί θα κλάψει και αυτή πολύ…
Τόσο άσπιλη και αγνή,
μέσα σε βόρβορο από αίμα να λουστεί…

Και αυτό το δάκρυ μένει ανεξίτηλο
και αιώνια πλασμένο,
μέσα από γενεές και γενεές
με σφύρα και κοπίδι γαλουχημένο.
Φέρνει τον σκοταδισμό,
το μηδέν από το άπειρο,
το θρήνο, το κακό.

Σάρκα τρυφερή και λεπτή,
διάφανη στο φως,
πούπουλο στου αγέρα την σπουδή.
Ειρήνη μου, άσπιλη, σκεύος της ζωής.

Αυτή είναι αιθέρια και φτερωτή,
άσπιλη, αμόλυντη, θεϊκή.
Παρθένα κόρη και αναπνοή,
του ήλιου φαεινότερη και ονειρική.
21-9-2019

Μίνως Σωμαράκης Μοιρολόι

71931551_2503104806586506_1205137590982803456_n

Για τα παιδιά που χάνονται, χάνονται , χάνονται …

Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, λόγια ‘ ναι και πετάνε
κι αν τρέχουνε τα μάτια μου, τα δάκρυα δε φελάνε.
Μα πώς να κάμω τη μιλιά για σένα να σωπάσει;
και πώς να πνίξω τον καημό που με κατασπαράσσει;
Σκύβω σηκώνω την αυγή το πρόσωπο να φέξει
κι ήλιος εσκοτείνιασε και βιάστηκε να τρέξει
να βασιλέψει, ολόμαυρος σαν τον αφέντη Χάρο
που σε κρατεί απ’ τα μαλλιά κι εγώ πώς να σε φτάσω
να σε γυρίσω ως ήσουνα ξέφωτο μες το δάσο;
Και γονατίζω ανήμπορη κι οι βάτοι με τρυπούνε
και στη βοή του ποταμού τ’ αυτιά μου δε γροικούνε
εκείνο το τραγούδι σου, που’ λεγες κάθε δείλι
κι εγώ με τα ματάκια μου ήβρεχα το μαντήλι
και δρόσιζα το μέτωπο που το’ καιγε η αρμύρα,
κι εδά βροχή κι εδά χιονιάς κι εδά Θεού πλημμύρα.
Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, εχάθης στο σκοτάδι
δένω γερά τη θύμηση, ρίχνω σκοινί στον Άδη
και πιάσου πάνω ν’ ανεβείς στον καθαρόν αέρα
να βγει του ήλιου το κορμί να ξημερώσει η μέρα.

Μίνως Σωμαράκης

O Kώστας Μόντης γράφει στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΡΦΟ ΜΑΣ

71651693_2500032220227098_6023586113883471872_n

Να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος.
Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα
να μας κοιτάζει να μην ξεστρατίσουμε,
να πάρουμε την τελευταία σου εκπνοή
να ᾽χουμε οξυγόνο ν᾽ αναπνέουμε
χιλιάδες χρόνια,
να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις
να ᾽χουμε να τραγουδάμε
ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά…

Μην πέσει σκιά στον τάφο αυτό
ούτε από γιασεμί στο φεγγάρι.
Ο τάφος αυτός είναι για να παίζει
με ξίφη αυγουστιάτικων ηλιαχτίνων
και να στέλνει διπλούς ήλιους
πίσω στον ήλιο.
Κι ακόμα όχι, ο τάφος αυτός
δεν είναι για ν᾽ αντανακλά τον ήλιο,
ο ήλιος είναι για ν᾽ αντανακλά τους ήλιους του.

(“Στιγμές”, 1958)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΑΔΕΡΦΟ

Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη.
Αυτά τα παράτησε ο κόσμος
χιλιάδες χρόνια τώρα
και τ᾽ αφυδάτωσε και τα ταρίχεψε
και τα ᾽κανε παραμύθια
για τ᾽ αναγνωστικά των παιδιών,
γιατί αρέσουν στα παιδιά οι Θερμοπύλες
με τους χτενισμένους Σπαρτιάτες
και τα “υπό σκιάν” και τα “μολών λαβέ”.
Δεν τα ᾽βαναν για να τα επαναλαμβάνουμε.
Έπειτα πώς έρχεσαι
ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια να διεκδικήσεις;
Σκέφτηκες τον αριθμό;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχε αντίρρηση,
δυόμιση χιλιάδες χρόνια
είχαν κάνει κατοχή το παραμύθι οι άνθρωποι.
Δεν μπορείς εσύ τώρα να λες όχι.

(“Συμπλήρωμα των Στιγμών”, 1960)

ΚΙ ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ ΜΑΣ

Οι στίχοι προστρέχουν να σε τραγουδήσουν
κι απορρίπτονται, Γρηγόρη.
Γιατί πώς να σε τραγουδήσω εγώ
με τι να σε τραγουδήσω;
Μ᾽ ένα παράθυρο κληματαριά,
με μια αγκαλιά αγάπη,
με μια λεμονιά περιστέρια;
Δεν μπορώ ν᾽ αναλάβω την ευθύνη σου, Γρηγόρη,
δεν προορίστηκα για την ευθύνη σου.
Γιατί στο βουνό, Γρηγόρη;
Τι εξηγήσεις θα δώσεις τώρα στον αγαπημένο κάμπο
που σου τάνυσε την καρδιά στην άπλα του,
που σ᾽ έμαθε να του αναμετράς τους ορίζοντες,
που σ᾽ έμαθε να τον χουφτιάζεις κι εκείνος να μη μπορεί;
Όταν τα περιστέρια άρχισαν να φέρνουν βόλτες
απάνω απ᾽ τη Μεσαορία
και τα τέσσερά της άκρα συρρικνωνόντουσαν
και τις νύχτες συνωμοτούσε η απορία της
και τ᾽ αλώνια δεν ανταποκρινόντουσαν
στις παιδικές κραυγές του απογεύματος
κι ο κάμπος απέσειε τα κοινά επιτεύγματα,
εμείς ξέραμε τι προμηνύματα ήταν αυτά,
εμείς ξέραμε πια τι διαγραφόσουνα στον ορίζοντα,
ξέραμε τι πήγαινες να κάνεις.
Γρηγόρη, δεν άφησες περιθώριο,
Γρηγόρη, δεν είν᾽ έτσι που ενθαρρύνονται οι επενδύσεις στην Ιστορία.
Αποσύρουμε τις τόλμες του παρελθόντος, Γρηγόρη,
αποσύρουμε τα μεγάλα μαύρα γράμματα των αναγνωστικών.
(“Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι”, 1965)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το “Όχι” δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ

Όταν στη μεγάλη πλάτη της βουνοσειράς της Κερύνειας
γράφαμε μ᾽ άσπρη κιμωλία
τα πρώτα επαναστατικά συνθήματα,
όταν στα μέτωπά μας καρφώναμε
το πρώτο πανώ της ανταρσίας,
διαισθανόμαστε τη μεγάλη σας στιγμή.
Όταν τα κοριτσάκια του Γυμνασίου
γρατσούνιζαν με τα νύχια τα στεν
κι οι σφαίρες γινόντουσαν σβώλοι,
κυοφορόταν τ᾽ “όχι” σας.
Κι όταν ύστερα οι φυλακές απογυμνωθήκαν
και δεν είχαν τοίχους ν᾽ αντιπαρατάξουν
και τ᾽ ανακριτήρια αποκαλύφθηκαν
και δεν είχαν άλλο υπόλοιπο τρόμου να επισείσουν,
όταν ύστερα οι αγχόνες άρχισαν κατάπληχτες
να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο,
ήταν πια βέβαιο πως πλησιάζατε,
ήταν πια βέβαιο πως είχατε πάρει αύξοντα ρυθμό.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το πρωί
ένας άνθρωπος θ᾽ άλλαζε τ᾽ όνομα των βουνών.

(“Αγνώστω ανθρώπω”, 1968)

https://www.apotipomata.com

Φωτογραφία https://www.tothemaonline.com

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Οκτωβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΝΕΠΝΕΥΣΑ ΒΑΘΙΑ …

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Ανέπνευσα μ’όλη τη δύναμη
της νύχτας τις ευωδιές
γιασεμί, νυχτολούλουδο
δίκταμο κι άγρια μέντα .
Η σιωπή ,σαν απαλό αεράκι
θωπεύει την καρδιά μου.
Τα άστρα φωτίζουν
τους λειμώνες της γης
κι οι μνήμες ανάλαφρες
με ξαναγυρίζουν σε ολάνθιστα περιβόλια
σε γλυκόπικρες αναμνήσεις
σε όσα αποθέματα χαράς είχα αφήσει
ανέγγιχτα τόσα χρόνια
για τις δύσκολες μέρες .
Απόψε θα κρύψω στην αγκαλιά σου
τα συναισθήματα που με κατακλύζουν
με αρώματα της ψυχής
και με ταξιδεύουν με μαϊστράλια …!

Soula Maropaki Ηράκλειο 9/ 9/2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Θεόδωρος Σαντάς ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ Στη μνήμη του πολυαγαπημένου μας αδελφού Γεωργίου Πολύζου

69649364_2468721540024833_4975857906067963904_n

Πολυαγαπημένε μας Αδερφέ 
τώρα που το αέναο ταξίδι
ανήγγειλαν οι Άγγελοι τ’ουρανού
να ήξερες , πόση γαλήνη μας στέλνεις
πόση αγάπη να ξεπεράσουμε το αναπόδραστο.
Ήσουν ένας λόγος γλυκός,ένα τραγούδι παρθενικό
στ’απόσκια της Ηράκλειας και της Οίτης
ένα χαμόγελο αυθεντικό της ζωής
ένας λεβέντικος τσάμικος χορός
να πορεύεται ο άνθρωπος με ευτυχία
και χάρη Θεού και να γράφει ποιήματα .
Περνούν τα χρόνια κι ο καθένας μας
μια αποκάλυψη με λίστες και πλέγματα
με κορνίζες που παρελαύνουν οι μνήμες
και αφήνουν τα πεπραγμένα μας. .
Περνούν τα χρόνια και μια θάλασσα
αχαρτογράφητη ,μακρινή και ανεξιχνίαστη
καταπίνει την πίκρα μας κι αναδύεται
η Άνοιξη και ζευγαρώνουν τα χελιδόνια μας.
που κρατάνε αιώνιο τον φλοίσβο μας
της πρώτης τελευταίας επιθυμίας μας.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που αναχωρείς για ένα κόσμο αθώρητο
θα ηχήσουν οι σάλπιγγες του Ουρανού
και θα ακουστούν οι μελωδίες της Νικολίτσας
να υποδεχθεί στων πνευμάτων τον κόσμο
τον πατέρα της που πάντα το όνομά της
ήταν στο νου και στα χείλη του.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που περνάς φως μες στο φως
κι ανοίγει τις πύλες του ο παράδεισος
να σε υποδεχτεί μετά βαΐων και κλάδων
ο ουρανός θα εκπυρσοκροτήσει τρεις φορές
και θα ακουστεί μια στεντόρεια φωνή.
Γέωργιος Χρήστου Πολύζος
γεννηθείς εν Ηρακλεία Φθιώτιδος
Αθάνατος
Αθήνα (Μελίσσια)23-8-2019

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,22-8-2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Guillaume Apollinaire, «Στον έρωτα και στον πόλεμο»

69483388_2466030206960633_4494099816841740288_n

Βρέχει

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά

Τομεάρχης

Το στόμα μου θα έχει τις φλόγες της γέεννας
Το στόμα μου θα είναι για σένα μια κόλαση γλύκας
και ομορφιάς
Οι άγγελοι του στόματός μου θα κάνουν θρόνο μέσα
στην καρδιά σου
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σε καταλάβουν
με έφοδο
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίσουνε την
ομορφιά σου
Η ψυχή σου θα τρέμει όπως μια χώρα την ώρα του
σεισμού
Τότε τα μάτια σου θα φορτωθούν όλο τον έρωτα που
χρόνια ολόκληρα μαζεύτηκε μέσα στα βλέμματα
της ανθρωπότητας
Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά εναντίον σου μια
στρατιά όλη με παράταιρους γεμάτη
Έχει ποικιλία όπως ένας μάγος που ξέρει και αλλάζει
τις μεταμορφώσεις του
Η ορχήστρα και οι χορωδίες του στόματός μου θα σου
πουν τον έρωτά μου
Από μακριά στον μουρμουρίζει
Καθώς με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι περιμένω τη
στιγμή που έχει καθοριστεί για την έφοδο

Κι εσύ καρδιά μου γιατί χτυπάς

Σαν ένας λυπημένος παρατηρητής
Κοιτάζω τη νύχτα και το θάνατο

Στη λίμνη των ματιών σου τη βαθιά
Η φτωχή μου καρδιά πνίγεται
Διαλύεται και λειώνει
Μελαγχολική ανάμνηση
Μες στα νερά της τρέλας και του έρωτα

Έρωτα βασιλιά
Θέλω να μου πεις
Το τόσο όμορφο
Περιστέρι
Το άπιστο
Που το φωνάζουν
Μικρή Λου
Πες μου πού
Πήγε και
Σε ποιόν;
-Μα στον Γκιγιώμ

Λου τριαντάφυλλό μου

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σʼ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σʼ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σʼ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

Eκεί είναι

Εκεί είναι μικρά γεφύρια σαστισμένα
Εκεί είναι η καρδιά μου που χτυπά για σένα
Εκεί είναι μια γυναίκα μελαγχολική πάνω στο δρόμο
Εκεί είναι μια όμορφη μικρή αγροικία μέσα σε ένα κήπο
Εκεί είναι έξη στρατιώτες που διασκεδάζουν σαν τρελοί
Εκεί είναι τα ματιά μου που ψάχνουν την εικόνα σου
Εκεί είναι ένα μικρό γοητευτικό δάσος πάνω στο λόφο
Και ένας ντόπιος γέρος κατουρά την ώρα που περνάμε
Εκεί είναι ένας ποιητής που ονειρεύεται τη μικρούλα Λου
Εκεί είναι η μικρούλα Λου εκλεκτή μέσα στο μεγάλο
Παρίσι
Εκεί είναι μια πυροβολαρχία μέσα στο δάσος
Εκεί είναι μια βοσκοπούλα που βόσκει τα πρόβατά της
Εκεί είναι η ζωή μου που σου ανήκει
Εκεί είναι ο εφεδρικός μου κονδυλοφόρος που όλο στάζει Εκεί είναι μια κουρτίνα από λεύκες απαλή απαλή
Εκεί είναι όλη μου η ζωή η περασμένη που πέρασε καλά
Εκεί είναι οι δρόμοι οι σκοτεινοί της Menton που είχαμε
αγαπηθεί
Εκεί είναι μια μικρή κοπέλα από το Sospel που μαστιγώνει
τους συντρόφους της
Εκεί είναι το μαστίγιο μου του αμαξά μέσα στο σάκο μου
που έχω για τη βρώμη
Εκεί είναι τα βέλγικα βαγόνια πάνω στις γραμμές
Εκεί είναι ο έρωτάς μου
Εκεί είναι όλη η ζωή
Σε λατρεύω

Γράμμα-ποίημα

Τα φτωχά μου μάτια γέμισαν μαζί σου
Σαν ένα έλος απʼ το φως του φεγγαριού
Και σε παρακαλώ γονατισμένος
Ω ωραία ξανθιά που για μελαχρινή σε νόμιζα.

Σκληραίνεις γέρικη καρδιά όταν ακούς
τις διαπεραστικές κραυγές
Που βγάζουν μακριά οι τραυματίες με αγωνία
Ψείρες της γης οι άνθρωποι ανθεκτικά σκουλήκια

 

Φίλη μου εσένα σκέφτομαι
Το χρώμα του ήλιου που έχεις και τη χάρη σου
Το σπίτι είναι αδειανό απʼ τη στιγμή που έφυγε
Η ηλιαχτίδα μου και πήγε να βουτήξει μέσα στη
θάλασσα
Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους ότι σʼ αγαπώ
Αν μαζευτούν τα σύννεφα
Πες τους ότι σε λατρεύω
Αν η θύελλα λυσσασμένη ξεσπάσει πάνω στους βράχους
της ακτής
Πες της ότι είσαι ο πολύτιμός μου λίθος
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει μες στις χιλιάδες
κόκκους άμμου που έχει η ακρογιαλιά
Πες του ότι είσαι το ακριβό πετράδι που αγαπώ
Όταν θα δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά
σου
Σου στέλνω χίλια φιλιά και χίλια χάδια
Που θα σε ανταμώσουν όπως οι λέξεις συναντούν την
κεραία του ασύρματου
Αν δεις πληγωμένους
Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι αυτή που εσύ
έκανες στην καρδιά μου
Αν καμιά φορά με θυμηθείς συλλογίσου ότι η σκέψη μου
είναι πάντα μαζί σου
Και ότι σε λατρεύω

 

Εμπρός ανθρώπινη καρδιά μου η λάμπα σε λίγο θα σβήσει
Χύσε εκεί το αίμα σου
Εμπρός ζωή μου θρέψε αυτή τη λάμπα με έρωτα
Εμπρός κανόνια ανοίξτε το δρόμο
Κι ας έρθει επιτέλους ο καιρός της νίκης ο πολύτιμος
καιρός της επιστροφής

 

Το τραγούδι του έρωτα

Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά

Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου

 

Στην Ιταλία

Ιταλιά των περασμένων χρόνων
Σʼαγαπώ
Όσο αγαπούμε την ομορφιά όλων των χρόνων
Μα σʼ αγαπώ ακόμα περισσότερο
Ιταλία γιατί κάνεις τον πόλεμο
Μοντέρνα Ιταλία
Ω ηλεκτρισμέ
Ω ορεσίβια
Εσύ που γλιστράς με τα σκι πάνω στις άσπρες πλαγιές
Ιταλία
Που οι νέοι σου άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα στην
ασκητική
Που οι γέροντές σου πηγαίνουν με μεγαλοπρέπεια
Υπερίπτασαι
Σπινθηροβολείς
Μεγαλουργείς
Ω θεία
Ω γαλλίδα

Πριν απ΄ το σινεμά

Κι αργότερα αυτό το βράδυ θα πάμε
Στο σινεμα

Οι Καλλιτέχνες που είναι λοιπόν εκεί
Δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν τις Καλές – Τέχνες
Δεν είναι αυτοί που όλο ασχολούνται με την Τέχνη
Την Τέχνη της ποίησης ή της μουσικής
Είναι ηθοποιοί και θεατρίνες

Αν είμασταν Καλλιτέχνες
Δε θα λέγαμε ποτέ στο σινεμά
Θα λέγαμε στο σινέ

Αλλά αν είμασταν παλιοί καθηγητές της επαρχίας
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Θα λέγαμε στον κινηματογράφο

Έτσι πρέπει Θεέ μου να έχουμε και γούστο

Ο γάτος

Εύχομαι ναʼ χω μέσα στο τσαρδί
μια γυναίκα γεμάτη λογική
πάνω στα βιβλία μου ο γάτος να περνά
και οι φίλοι ναʼ ρχονται όλο τον καιρό
Χωρίς αυτούς να ζήσω δεν μπο

Α

Λίντα…….Αντνίλ
Ίλντα …….Ντανίλ
Νίλντα……Ναντίλ
Ίλντα……..Ναλίντ……..Αλνίντ
Ιντάλ……..Ντιλάν……..Αλντίν
Λνίντα……Λανίντ……..Ιλντάν
Λντία……..Λαντί
Λντάι……..Ναλντί
Λίντνα……Νταλνί
Λιντάν

Επιγραφή για τον τάφο
του ζωγράφου Ηenri Rousseau
του τελωνοφύλακα

Ευγενικέ Rousseau που μας ακούς
Εμείς σε χαιρετάμε
Ο Delaunay η γυναίκα του ο κύριος Queval κι εγώ
Άφησε να περάσουν λαθραία τα μπαγκάζια μας από
την πόρτα του ουρανού
Σου φέρνουμε καμβάδες χρώματα και πινέλα
Για να μπορέσεις στον ιερό ελεύθερό σου χρόνο
μέσα στο αληθινό φως
Γεμάτος αφοσίωση να ζωγραφίσεις το πορτραίτο μου
Με πρόσωπο πάνω στʼαστέρια

 

Ταξίδι

Πού…πάει… λο.ι.πό ν…..το….τραί.ν.ο…….που……πεθαίνει
Mες….στις….κοιλαδες….και…μες.στα……ωραία….δάση ;;;

 

Η καρδιά μου μοιάζει
με μια φλόγα αναποδογυρισμένη

Βαρόνη άκου το θάνατο
πώς μερακλώνει

 

Σημείωμα

Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ , ο ποιητής και εμψυχωτής της μοντέρνας ζωγραφικής στο Παρίσι , έγραφε τα ποιήματά του μέσα στις φλόγες του πολέμου και το

υ έρωτα…
Γεννημένος το 1880 στη Ρώμη ήταν νόθος γιός μιας Πολωνέζας κι ενός Ιταλού αξιωματικού. Πολέμησε για τη Γαλλία και δόξασε τη γλώσσα μιας πατρίδας που άργησε πολύ να τον δεχτεί . Τύπωσε μόνο 2 ποιητικά βιβλία : τα Alcools < Οινοπνεύματα> – το 1913 πριν τον πόλεμο- και λίγο πριν το θάνατό του τα Calligrammes< Καλλιγραφήματα>- συλλογή που δημοσιεύτηκε το 1918 μετά τον τραυματισμό του στις μάχες από θραύσμα οβίδας στο κεφάλι…Πολλά αδημοσίευτα ποιήματά του είναι γραμμένα για την κορυφαία μούσα του τον καιρό του πολέμου την Louise de Coligny-Chatillon , την Lou , όταν αυτή τον εγκατέλειψε μετά από μια βδομάδα πάθους… Ο τραυματισμένος στα χαρακώματα ποιητής πήρε την υπηκοότητα την άνοιξη του 1916 αλλά σε λίγο πέθανε από την ισπανική γρίπη .

http://www.poiein.gr

μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ριτσώνης

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour” Πατρίδα mon amour

69322876_2464855983744722_1389701917763960832_n

Ψάχνω μια λέξη για να αρχίσω να μιλώ.

Βοήθεια, μια ομπρέλα σας παρακαλώ

Ήρθε βροχή απ’ τα βουνά

Ήρθε και μέλλον στο χωριό μας:

Σεπτή Ορθοδοξία και τα λοιπά

Μέσα σε δυο καθοδικές ακτίνες από φως

Προς μεσημέρι, προς τα εδώ και προς τα κει

Οι δέκα εντολές και οι πληγές τού νέου Φαραώ

Ή και το τίποτα

Και το επόμενο, το μεγαλύτερο κενό –

Πατρίδα mon amour, σκυθρωπή κι ουδέτερη

Και απ’ την τελευταία φάση μακριά:

Ντροπή σας σίγουροι, ντροπή σας παντογνώστες

Οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν

Όντας περήφανοι, όντας αμετακίνητοι

Όντας ανάλαφροι φορείς καινούριων σπόρων:

Ήρθε η ώρα να μετατραπούν λάθη τού χθες

Σε ταπεινές αλλά κι αστείρευτες

Πηγές δημιουργίας.

Στάση πρώτη: Καλωσόρισμα

Και τελευταία ο αποχαιρετισμός.

Που λένε: “Στο καλό” – ευγενικά.

Γιατί, πατρίδα μας είναι και τα συντρίμμια μας

Οι πέτρες μας, τα δάκρυα και τα σχισμένα ρούχα μας

Ηλίθιε παρακοιμώμενε τού πουθενά

Είναι οι έρωτές μας που επαγρυπνούν

Κι αυτοί πατρίδα μας

Το κτήμα τού παππού, ο αργαλειός τής θείας –

Απ’ το πρωί ξεχορταριάζουμε και διώχνουμε τη σκόνη.

Μα θα περάσουν από δω και άλλες Ύβρεις

Τούτος ο τόπος είναι νόστιμος, ευγενικός, αχνίζει

Και όσοι ζήσαμε πολλά απλώς ακούμε, περιμένουμε

Κι αργότερα κουνάμε τα μαντήλια μας

Κάθε που ο προπονητής αλλάζει –

Η Ρωμανία θα γυρίσει ως δασκάλα όμορφη

Πατρίδα μου, πατρίδα μας, δασκάλα μας

Ευγενική δασκάλα μας, κόκκινη παπαρούνα.

Απόστολος Βεργής

Πηγή : Palmografos.com: Palmografos.com

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour”

Κώστας Καρούσος Ο….. Ν… Ε… Ι… Λ… Ο.. .Σ—–!!!! Στη φιλία των δύο λαών Ελλάδας-Αιγύπτου!! 28 Ιουλίου 2016.

67716884_2454794531417534_6574003679152570368_n

Πού να βασίλεψες αυγή στ΄απόσκια των φοινίκων ??
Ο κάμπος αδερφώνεται με το θαλάσσιο φύκι
Εκεί λημέριασε η ψυχή, στου ποταμιού το μάκρος
Εκεί του πάπυρου η γραφή, τ΄ανθρώπου προσκεφάλι,
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Χαλκότριχο το σώμα του στ΄απόσπερο της μέρας
Και γω, μεσούρανα ποθώ σαν άστρο τα νερά του
Να βουτηχτώ και να λουστώ, σα νάμουν φτεροπούλι
Στην οργωμένην απλωσιά και στο σταρένιο θάμπος
Έτσι με τρύγησε θαρρώ κι ο ταυροκτόνος χρόνος
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Σαν όστρακο κεραμικό, σαν πυραμίδα σκέψη !!

Διαβάστηκε στην Αιγυπτιακή Πρεσβεία στο 3ο φεστιβάλ Τέχνης
στις 13/2/2014- που έγινε σε συνεργασία με την ΠΕΛΤ.
[ Πανελλήνια Εταιρία-Ζωγραφικής-Αγιογραφίας-Γλυπτικής-Κεραμικών-
Παξών 30-15162-Κυψέλη-Αθήνα -210.6460225 ]
Δημοσιεύτηκε στο περ.΄΄Εύλογον΄΄ τ.2, 2014.
Κώστας Καρούσος..Αθήνα–28 / 7 / 2016

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΡΟΔΩΝ

13512030_1790923017804692_5308209264580271151_n

Πάντα εσύ το όνειρο κι η ομορφιά
που αναδύει την ποίηση
και των κατιφέδων τα χρώματα 
εσύ οι ψίθυροι της αστερόεσσας νύχτας
κι η Πανσέληνος του Αυγούστου
εσύ η ευωδιά των κόκκινων ρόδων
και το κοχύλι που βρίσκω
γυμνωμένο στην αμμουδιά
και προσεύχομαι να μη χάσει
τη λάμψη του.
Και ό,τι μου στέλνεις και ό,τι μου λες
και το χαϊδεύεις και το φιλάς
εκεί στο λατρεμένο σου ακρωτήρι
που άνθισε ο καημός
ζωγραφιές μου τις κάνω
διαδρομές του μικρού μας παράδεισου
που με πας και με φέρνεις
με το τρεχαντήρι της θάλασσας
και χαίρομαι σαν παιδί
την καλότυχη μοίρα μου.
Κι αν σήμερα οι θεοί με τη δόξα τους όλη
εμφανίζονται στους τρεις μαθητές *
εγώ στο θρόισμά σου θα μείνω
και στο δικό σου το θαύμα
τις δικές σου μεταμορφώσεις
να ψάλλω και πάλι
μ’έναν στίχο αγίασμα
με τρεις βασιλικούς Αγιορείτικους
που έσταξαν για σένα
όλα μου τα δάκρυα κι όλα μου τ’αγαπώ .

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,6-8-2019

*Πέτρος,Ιάκωβος,Ιωάννης

Δώρα Μεταλληνού

27066852_2059106460986345_5083603231886383215_n

Στο παραμύθι μου σε κυοφορούσα
δεν έλειψες στιγμή ,από τη μαγεία του μύθου
κι όταν σε γέννησα,
μια ουτοπία κράτησα στα χέρια
πλάσμα ανυπαρξίας 
πλάσμα ακόρεστης δίψας
πως να σε βάλω στη φασκιά
αφού μέσα απ’ τα δάκτυλα γλιστρούσες;
Δώρα Μεταλληνού