Αρχείο

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μιλώ για ένα κορίτσι του ήλιου
με τα χρώματα της αυγής
και τα μύρα της Μεγαλόνησου.
για ένα κορίτσι ανάλαφρο
που στροβιλίζονται τ’άστρα
όταν λικνίζεται στο χορό
και τα βήματά της
μόνο οι Νηρηίδες κι οι Νύμφες
μπορούν να ακολουθήσουν.
Μιλώ και ψάχνω χρώματα
να ζωφραφίσω τη χάρη της
μα εγώ ζωγράφος δεν είμαι
κι ένα ποίημα θα γράψω
να τη ζωγραφίσουν οι φίλοι μου.
Μιλώ για ένα κορίτσι
που τρίζουν οι άγκυρες
και την ερωτεύεται ο γιαλός
και τρελαίνεται το αλογάκι της θάλασσας
κι ακούς τα επιφωνήματα
για τη λάμψη της.
Θεέ μου τούτο το κορίτσι της Άνοιξης
φύλαξέ το απ’τον φθόνο
να’ναι πάντα μια αγάπη για όλους
ένα ρήμα της καλοσύνης
ένα όμορφο πλάσμα Θεού
με υγεία και δύναμη
να μπορεί να γιορτάζει
με όλους τους φίλους της
τις πιο ωραίες στιγμές της !

Θεόδωρος Σαντάς,Λευκωσία,12-7-2017

Δακρύζει το φεγγάρι

20265029_10213625429089391_3049185423432666923_n

Όταν σου γράφω ποιήματα και τα βουνά βαθαίνουν,
οι λόφοι νιώθουν πιο ψηλοί κι οι άγγελοι σωπαίνουν,
ο κρίνος γίνεται μαβί σαν ήλιος π’ αργοσβήνει,
το ύδωρ του μυστικισμού ένας ιππότης πίνει.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Όταν φιλώ εσένανε, σμιλεύονται τα πάθη,
τα μάτια σου σαν ωκεανούς ο Δημιουργός τα πλάθει,
γεννιούνται όνειρα μεστά στα σύνορα του κόσμου,
παντού μαζί βαδίζουμε, είσαι ο άνθρωπός μου.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Γεράσιμος Μοσχόπουλος
27/07/16 17:39μμ
Αθήνα

Γ’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμού της Αμφικτυνίας Ελληνισμού (2016).

ΟΛΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΠΟΨΕ ΜΙΛΟΥΝ

12745513_1737161719847489_3372059895108370549_n

Άσε να μιλήσει απόψε
των πεταλούδων το θρόισμα
και τα ρυάκια που κελαρύζουν 
στα πόδια σου!
Μην αρνείσαι στην πρόσκληση
να μιλήσεις για ποίηση!
Όλα για σένα ,απόψε μιλούν
τα τραγούδια σου
οι ευχές σε γενέθλιες κάρτες
οι γαρδένιες στη γλάστρα σου
κι οι καημοί που αφήνουν
οι γαλάζιες σου γρίλιες
στο χαμήλωμα του Αποσπερίτη
που προσεύχεται να είσαι καλά
και να γράφεις!
Ακόμα κι ο λυγμός του αστερία
που τρίζει τις ανεμώνες
κι οι άνεμοι εξασθενίζουν
μην τρομάξουν τη Σταχτοπούτα σου
Μην αποφεύγεις
το βαλς των ερωτευμένων .
Αύριο θα το δεις, όλα θα έχουν
το άρωμα της αγάπης σου
μ’ ένα άσμα ελευθερίας!

Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 10, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Η ΑΡΓΩ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Για δες πόσο όμορφη
είν’ η θάλασσα την αυγή
πως ερωτεύεται το αρμυρίκι το κύμα
τα Καλοκαίρια στη Σίβηρη
πως βουτάνε στο κύμα
οι γλάροι και πνίγουν τον πόθο τους .
Κι όπως καθρεφτίζουν
οι όρμοι το σώμα σου
κι όπως λαμπυρίζουν τα μάτια σου
τρελαίνεται ο ήλιος
κι όπως σε φυσάνε οι αύρες
γεννιούνται χιλιάδες
ταξίδια στις βεγγέρες του νου
όπου κρατιέται
η αγάπη αμόλυντη .
Κορίτσι δικό μας
και το δάκρυ σου ακόμα
είναι ένας έρωτας
κι η σιωπή σου ακόμα
είναι ένα ποίημα.
Έμαθες ν ’αγαπάς ό,τι βραχνιάζει
και ξενυχτάει μαζί σου
ό,τι αγγίζει και μουσκεύει τα μάτια σου
ό,τι ξυπνάνε οι μνήμες κι είναι πικρό.
Κι αν σου πω ότι είσαι ένα αγιόκλημα
πάλι εσύ στις νύχτες θα τρέξεις
γιατί φοβάσαι το φως
μη σου πυρπολήσει το όνειρο.
Όμως το όνειρο, είσαι εσύ
τα ταξίδια, εσύ θα τα κάνεις
η Αργώ περιμένει στον όρμο της
οι κωπηλάτες σε κοιτάνε στα μάτια.
Το ταξίδι σου τώρα αρχίζει
οι βράχοι θρυμματίζουν
τις αντιστάσεις τους
διάπλατα να περνάς
οι ορίζοντες στάζουν
τα δικά σου τα χρώματα
στα βότσαλα λιώνει
την πεθυμιά του ο έρωτας.
Είσαι η αρμονία του κόσμου
αν κι εσύ το πιστέψεις!

Σαντάς Θεόδωρος

Κοσμίδου Ιορδάνου Βάσω Θάλασσά μου» Από τις «Δραπετεύουσες Σκέψεις» μου

21432751_714926588712454_6701853983594553194_n

Φίνο άρωμα
αιώνια σιωπή…
Διαχρονική
απεραντοσύνη.
Μια θάλασσα
γεμάτη
συναισθήματα.
Ο ψίθυρος
μόνο
του ανέμου
που με χαϊδεύει
απαλά..
Γλυκιά μελαγχολία,
η μυρωδιά
του καλοκαιριού
που εξατμίζεται…
Κοιτάζω
Ακούω
Αισθάνομαι…
μια τ’ οργισμένα
κύματα σου,
μια απαλά
πάνω_κάτω..
Δυνατά…
απαλά
και πάλι δυνατά…
Σαν μουσική ροκ
μέσα
στη καρδιά μου.
Θάλασσά μου
πηγή ζωής
Θάλασσά μου
είσαι το χρηματοκιβώτιο
της ψυχής μου…
Μόνο εσύ ξέρεις
αναμνήσεις
θησαυρούς καλοκαιρινούς
να μου φυλάξεις!
.
.
«Θάλασσά μου»
Από τις «Δραπετεύουσες Σκέψεις» μου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 9, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΕΜΑΤΑΣ ~Vivaldi ~

piano-1398069_960_720

Δίπλωσα στη μέση
μια σελίδα λευκό χαρτί
που μέσα της
είχα χαράξει
τον ήχο της ψυχής σου.
Δύο στίχους, δύο λόγια ,
έβγαλα
απ’ το στήθος μου
τους χτύπους
της ποίησης σου ,
να δω με πάθος ήθελα
ποιές νότες μουσικής
θα γράψω στο πιάνο
του μυαλού μου,
κι όπως τα πλήκτρα
έπαιζαν
το ήλιο του Vivaldi,
εσένα ~Αγάπη μου~
ένιωθα πως χάραξαν
στα χείλη σου
τα χείλη μου επάνω…

Ερωφίλη. Aφιέρωση Χορτάτσης Γεώργιος

21369285_1999580400272285_8290407434563053708_n

Γεώργιος ο Xορτάτσης

Προς τον εκλαμπρότατον
και υψηλότατον κύριον
Iωάννη το Mούρμουρη ρήτορα
αξιότατο

Kαθώς στολίζου μ’ όμορφο και λαμπυρό χρουσάφι,
σαν αποξετελειώσουσι τσ’ εικόνες οι ζωγράφοι,
και τότε σ’ τόπο φανερό τσι πάσι και κρεμούσι,
κι όλοι που τσι θωρούσινε θαμάζου και παινούσι,
τέτοιας λογής πάσα καιρό κ’ εκείνοι οπού τελειώσου
του νου τως κόπο τίβοτας, πριν όξω τονέ δώσου,
μεγάλου αθρώπου κιανενός κι άξου τονέ χαρίζου,
και τόσα με τη χάρη του πλήσα τονέ στολίζου,
π’ όλοι απού το γροικήσουσι, ποθού να τον ανοίξου,
τσι στίχους του να δούσινε, τα λέσι να γροικήξου.
Για τούτο, απείς τα πάθη μου κ’ οι πόνοι μου οι περίσσοι
τούτη κ’ εμένα εκάμασι το νου μου να γεννήσει
την τραγωδιά, το ποίημα τση τύχης μου, ν’ αφήσω
να ‘βγει όξω δεν ηθέλησα, πρίχου να τη στολίσω
μ’ όνομα ευγενικότατο κι άξο, καθώς τυχαίνει,
πάσα καιρό από λόγου του να στέκει βλεπημένη,
κ’ η ευγενειά κ’ η χάρη του να προσκαλού πάσ’ ένα
να τη θωρεί μετά χαράς και να κρατεί δεμένα
τα χείλη των κακόγλωσσω, τά σφάνω να σωπούσι,
κι ουδέναν εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι.
K’ έτσι από χίλια ξακουστά κορμιά χαριτωμένα
με γράμματα και μ’ αρετές και πλούτη στολισμένα,
που λάμπου ως τ’ άστρα τ’ ουρανού σε μια μερά κ’ εις άλλη
τση Kρήτης, και τσι δόξες τση τσι πρωτινές τση πάλι
τση δίδου με τσι χάρες τως, κι ως τον καιρόν εκείνο
τιμάται, απού ‘χε αφέντη τση το βασιλιό το Mίνω,
σ’ εδιάλεξα, ευγενέστατε Mούρμουρη υψηλοτάτε,
ρήτορα απ’ όλες τσ’ αρετές και τσι τιμές γεμάτε,
με τ’ όνομά σου τούτο μου τον κόπο να στολίσω
και χάρη απού τσι χάρες σου πλήσα να του χαρίσω.
Mα το ‘θελεν η πεθυμιά κ’ εζήτα η όρεξή μου,
χίλιοι του νου μου λογισμοί πάλι αμποδίζασί μου:
Ποιος μου ‘λεγε «δεν πρέπουσι να στέκου στολισμένοι
τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί και κακοσοθεμένοι
φτωχού σπιτιού, μ’ ολόχρουσα πανιά, μηδέ νιψίδι
προσώπου κόρης άσκημης πλήσο κιανείς να δίδει».
Ποιος τέτοιο λίγο χάρισμα να πέψω να σου δώσω
δε μ’ άφηνε, τσι λογισμούς για να μηδέ σποδώσω
του νου σου τσι ψηλότατους. Ποιος «πλήθος ν’ ανασώσεις
γυρεύγεις, μου ‘λεγε συχνιά, τση θάλασσας τση τόσης
μ’ ένα θολό κι απόμικρο ποτάμι απ’ αποφρύσσει
πρι παρ’ απού τη βρύση του την ίδια να κινήσει».
K’ έτσι σε δειλοσκόπησην εστέκουμου μεγάλη,
κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κ’ εις άλλη,
κ’ έστεκ’ αρίφνητο καιρό δίχως ν’ αποφασίσω
να κάμω το ‘χα πεθυμιά γή να συρθώ ξοπίσω.
Πούρι το θέλ’ η όρεξη συγκλίνω να τση δώσω,
γιατί όσο σε θωρώ ψηλό, σε βλέπω κι άλλο τόσο
με σπλάχνος ανεξείκαστο κι άμετρη καλοσύνη
κι απού την περηφάνεση μακρά του κόσμου κείνη
τη σκοτεινή, που δε γεννά λάβρα ουδέ φως χαρίζει,
μα τσίκνα μόνο και καπνό τα τρίγυρα γεμίζει.
Παρακαλώ το λοιπονίς την εξοχότητά σου
με πρόσωπο πασίχαρο τα χέρια τση να πιάσου
τούτο το λίγο χάρισμα, και τ’ όνομα ν’ αφήσει
το βγενικό και τ’ άξο τση στολή να του χαρίσει·
κ’ εις τούτον απ’ εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο
μ’ έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν’ αρμενίσω,
γίνε οδηγός τση στράτας μου, να φύγω του χειμώνα
τσ’ ανεμικές, κι ως πεθυμώ, ν’ αράξω στο λιμνιώνα.
Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να γερθούσι
κι όσα φουσκώσου κύματα, στο βράχος δε μπορούσι
ποτέ τως να με ρίξουσι, γή αλλιώς να με ζημιώσου,
θωρώντας μόνο ως άστρο μου λαμπρό το πρόσωπό σου.
Kι αν έν’ και τ’ αποκότησα χάρισμα να σου δώσω
π’ άξο, καθώς ετύχαινε, καλά δεν είναι τόσο,
τση τύχης δος το φταίσιμο, κι όχι του θελημάτου·
γιατί ψηλές τσι πεθυμιές πάσα καιρόν εκράτου,
μα κείνη χάμαι τσ’ έριξε, και τα φτερά απού σώνα
σ’ όρος να μ’ ανεβάσουσι ψηλό απού τ’ Eλικώνα,
μ’ έκοψ’ όνταν αρχίζασι κ’ εχαμηλοπετούσα,
κ’ η όρεξη μ’ απόμεινε μόνο σαν πρώτας πλούσα·
κι αντίς τα θάρρειε κι όλπιζε κ’ έδειχνε κ’ έτασσέ μου,
κ’ εις τσ’ ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,
μου κτίζει πύργους στο γιαλό, περβόλια στον αέρα,
κι ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα.

(από την Kρητική Λυρική Ποίηση, Eρμής 1999)

 

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=44&author_id=55

Φωτογραφία : Rethemnos Live

ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

21272460_1998778697019122_509382404675731895_n

Πες κάτι δικό σου
που να μην το είδε ο ήλιος
μη μαραθεί στη σκιά
και ξοδέψει το είναι σου
και σκοντάψεις στο σύννεφο.
Πες μου ένα ρήμα
να’χει το γέλιο σου
τη μαρμαρυγή απ’το φέγγος σου.
Ω, ποίηση
που μεθάς με τις λέξεις
με τη στίλβη των άστρων
και της Άνοιξης την κυοφορία
και θεραπεύεις εν μια νυκτί
τις πληγές των ανθρώπων
με γιασεμιά κι αγιοκλήματα
με βασιλικούς και με ύσσωπους
Ω, ποίηση
που μπορώ να ποιώ
«εν Φαντασία και Λόγω»
ως λέει ο ποιητής!
Κι αν εγώ μαχαίρι δεν έχω
κι αν εγώ αδυνατώ να βρω ένα χέρι
να δρεπανίσει το θράσος σου
είναι οι λέξεις μαχαίρια ή φίλντισι
ως αρμόζει, σε κάθε περίπτωση!

Θεόδωρος Σαντάς,6-9-2017

Eustache Le Sueur -The Muses Melpomene, Erato and Polymnia

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 6, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Τα αρώματα της ανάσας σου

21432939_1998691457027846_8927670375085184942_n

Τα αρώματα της ανάσας σου
έφεραν οι πρωινές ευωδιές των κήπων
και οι δροσοσταλιές τα σκόρπισαν
ποτίζοντας στο κορμί μου
κι αυτό ανυπόταχτο αναρίγησε, όπως κάθε φορά…
Ύστερα ήρθε ξανά αυτή η μέθη που σκόρπισε παντού
κ έγινε τότε το αναπόφευκτο
ο κόσμος όλος ντύθηκε τη μορφή σου…
Κι εγώ μέθυσα, σάστισα όμως ήμουν τόσο βέβαιος
πως γέμισες τον κόσμο μου όχι μονάχα με τα αρώματα
αλλά και με γεύσεις σπάνιες όπως εκείνη των φιλιών σου
που είχαν νοτίσει από το νέκταρ των λουλουδιών
μ΄ εκείνη τη θεσπέσια γλυκάδα,
που μόνο η σκέψη γεύεται συχνά
αφού χώνεται απρόσκλητη, ατίθασα παντού
επιχειρώντας παράτολμα και μακρινά ταξίδια…

-Κanenas Κanenas-

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 6, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Ένα βραβευμένο ποίημα του Άθω Χατζηματθαίου

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

1.

Φυλλίδα,
πανέμορφη πριγκίπισσα.
Στου Δημοφώντα τη φυγή μαράζωσες
και σαν ένα άνυδρο λουλούδι
το γκριζωπό της θλίψης πέπλο φόρεσες.

Δεν άντεξε η αδύναμη καρδιά σου τόσο πόνο!
Ο έρωτάς σου για τον όμορφο νιο
μαχαίρι στα σωθικά σου καρφωμένο
κι εσύ φεγγάρι σε ματωμένο ουρανό
άψυχο σώμα που κείτεται νεκρό
στην παγερή του Άδη αγκαλιά.

Κι ίδιοι οι θεοί έκλαψαν
για τον άδικο χαμό σου.
Κι η περισσή αγάπη τους
σ’ άρπαξε απ’ του Άδη
τα κατασκότεινα μπουντρούμια
και σ’ έφερε ξανά στο φως.

Δεν σου ταίριαζε, αλήθεια, τέτοιο τέλος
το χώμα το κορμί σου να σκεπάσει.
Γι’ αυτό και σ’ έκαναν αμυγδαλιά,
το δέντρο της ελπίδας.

Κι όταν ο Δημοφώντας μετανιωμένος
γύρισε στη θράκη γεμάτος τύψεις,
σε βρήκε δέντρο πια εκεί, με τα κλαδιά γυμνά
απ’ των ανέμων την οργή.
Αποζητώντας τη συγχώρεση,
σ’ αγκάλιασε με μάτια δακρυσμένα
κι η αγάπη του σου έδωσε ζωή
και τα γυμνά κλαδιά σου γιόμισαν μπουμπούκια
που άνθισαν στο γλυκό της το χαμόγελο.
Λευκά και ροζ πανέμορφα λουλούδια ξεπήδησαν ευθύς,
δίνοντας χρώμα και ζωή στην ύπαρξή σου.

Μήνυμα ότι κι ο ίδιος ακόμη ο θάνατος
που όλοι υποτάσσονται στις προσταγές του
δεν έχει τέτοια δύναμη,
για να μπορέσει να νικήσει την αγάπη.

Από την ποιητική συλλογή «Μύθοι και ήθη».
Ά βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Σαλαμίνας.
Άθως Χατζηματθαίου

Πηγή : Λογοτεχνικό Μπλογκ