Αρχείο

ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

40764734_2222179264679063_5829798022711607296_n

Μια ιδέα θεϊκή σαν πεταλούδα ωραία
Λες τον Ερμή πως έστειλε ο Δίας στο ‘Δυσσέα
Στον κήπο που μυρόβλυζε τ’ ‘’αιόλια’’ που φυσούσαν 
Σκιρτούσαν τα ανθοχρώματα που ‘’πεταλανεμούσαν’’

Οι πεταλούδες όμορφες
Π’ αχνοπαρατηρούσε
Αφού Ιθάκη το μυαλό
Γυρνούσε τριγυρνούσε
Όπως εκείνες γύρω του
Στης Καλυψώς τον κήπο
Και μια του αποκάλυψε
Τα σχέδιο το θείο

Μια πεταλούδα πλάι του στο άνθος π’ ακουμπούσε
Δίνει στο σχέδιο φτερά σαν το κατανοούσε
Λάμπει σαν ήλιος ο Βασιλιάς ο νοσταλγός Ιθάκης
Κι ανασηκώνει το κορμί που είχε γείρει πλάι

Μες στου μυαλού τον αργαλειό
Σαν την αράχνη’ υφαίνει
Με σάλιο την ιδέα του
Κι αντί για πόδια σκέψεις
Έναν ιστό στην Καλυψώ
Που αν πιαστεί εκείνη
Θα τον αφήσει σίγουρα
Απ’ το νησί να φύγει

Την πεταλούδα αν πει Ερμή – του Δία απεσταλμένη
Μιλώντας εγγαστρίμυθα κι ό,τι ποθεί της θέλει…
Κι όταν μια μέρα χάθηκε εκείνη να τον ψάχνει
Ο Οδυσσέας ‘’κρύφτηκε’’ στον κήπο με τα άνθη

Οι πεταλούδες χόρευαν
Ρουφούσανε τη γύρη
Κι απ’ του ‘Δυσσέα το κορμί
Την ηδονή εκείνη
Όπως κι ο ίδιος στη σπηλιά
Απ’ την κερήθρα μέλι
Ρουφούσε μέχρι το κερί
Εκείνη λες πεθαίνει…

Πάντα τρελαίνεται θαρρείς στη σκέψη μην της φύγει
Όταν τον έψαξε παντού και το ‘Δυσσέα βρίσκει
Στον κήπο τον πανέμορφο κοιμόταν ‘’μακαρίως’’
Κάτω απ’ τα άνθη στη σκιά κι οι πεταλούδες γύρω..

Ενώ πλησίασε κοντά
Αρχίζει να σιμώνει
Το κορμικό το μύρο της
Το πόσο ενημερώνει
Σαν τον θωρεί μοιάζει θεός
Πριν σα θεός μιλήσει
Μια κι ήρθε η ώρα η στιγμή
Το μέλλον που θα κρίνει

Την αύρα της σαν ένοιωσε κοντά του ο ‘Δυσσέας
Αμέσως βάζει εφαρμογή το σχέδιο το μέγα
Εκείνο που εκπόνησε και πρόβες το ‘χει κάνει
Και την εγγαστριμύθια που άπταιστα μιλάει

Με μια φωνή απόκοσμη
Από της γης τα σπλάχνα
Της λέει πως είναι ο Ερμής
Που φέρνει τα μαντάτα
Ενώ κείται ακίνητος
Και κάνει πως κοιμάται
Δίχως τα χείλη να κινά
Ενδόμυα συσπάται

Η πεταλούδα η πιο όμορφη του κήπου η ωραία
Που κόλλησε τα πόδια της με τέχνη ο ‘Δυσσέας
Εκεί κοντά στον ώμο του που ακούμπαε τα άνθη
Άνοιξε αμέσως τα φτερά ματαίως να πετάξει..

Σαν ο πανούργος άρχισε
Να απλώνει τον ιστό του
Ενώ τα σάλια πλημμυρούν
Στο στόμα το δικό του

Άκου θεά πανέμορφη κι απ’ όλες πιο ωραία
Σαν πεταλούδα κοίτα ‘με στον ώμο του ‘Δυσσέα
Οπού ανοίγει τα φτερά ποθώντας να πετάξει
Κι η Καλυψώ το στόμα της που κλείνει μη φωνάξει
Ότι αρέσει στον Ερμή να αλλάζει τη μορφή του
Να παίρνει όποια επιθυμεί στην κάθε επαφή του

Όλοι γνωρίζουν το θεό
Τον αγγελιοφόρο
Κι ο Δίας που τον έστειλε
Θα έχει κάποιο λόγο
Θαρρείς πως συλλογίστηκε
Ποθομανεί να μάθει
Ενώ η ματιά της κόλλησε
Στον ώμο που σκιρτάει

Σαν τον κινάει ενδόμυα πανούργα ο ‘Δυσσέας
Που κάνει την παράσταση ακόμη πιο σπουδαία
Καθώς η περιέργεια την Καλυψώ την καίει
Εκείνος πάλι σαν Ερμής τα …δέοντα της λέει

Σου φέρνω νέα Καλυψώ
Απ το μεγάλο Δία
Κι είναι το ξέρεις διαταγή
Του Ζεύ η επιθυμία
Απ τον πατέρα των θεών
Και την κορυφή του Ολύμπου
Μ’ έστειλε εδώ για να σου πω
Ποιά είναι η θέλησή του

Ο Ζευς ..τα ζεύγη που ποιεί σα Δίας δια-λύει
Τα πρέποντα και δίκαια που καθενός πως δίνει
Του Ζεύ είναι το θέλημα Διοεπιθυμία
Εκείνον που εκπόρθησε τη θρυλική την Τροία

Τον άντρα τον πολύπαθο
Σαν έφυγε από κείνη
Τα όσα εκείνος πέρασε
Απ’ των θεών τη μήνι
Θαρρώ τα ξέρεις Καλυψώ
Θα στα ‘χει πει ο ίδιος
Ίσως να έκλαψες κι εσύ
Σαν δάκρυζε εκείνος

Είπε ο ‘’Ερμής’’’ και η θεά στις θύμησες δακρύζει
Θαρρείς κι η θεϊκή ψυχή σαν των θνητών λυγίζει
Την ώρα που φαντάζεται κι η πικρονοσταλγάδα
Αλλάζει γεύση στην ψυχή ..απίστευτη γλυκάδα

Να τον αφήνει η Καλυψώ
Απ’ το νησί να φεύγει
Να χαιρετά απ’ τη θάλασσα
Μια ακόμη αγαπημένη
Να αγναντεύει η θεά
Η φημισμένη νύμφη
Και να κουνάει απ’ την ακτή
Το χέρι της εκείνη…

Μόλις του αγγίζει τα μαλλιά και πάει να τα χαϊδέψει
Πριν ναυαγήσουν στη στεριά εκείνος επιστρέφει
Στον κήπο τον ολάνθιστο το χάδι της σα νοιώθει
Φέρεται πάλι σαν Ερμής το μήνυμα πριν δώσει

Για δες τον που ονείρεται
Από τον ώμο λέει
Ενώ κινά τα βλέφαρα
Σαν όνειρο να βλέπει
Παράπονο εσύ θεά
Θαρρώ δεν πρέπει να ‘χεις
Μια και μαζί του έζησες
Όσο καμία άλλη

Ούτε με τη γυναίκα του δεν έζησε τα χρόνια
Τον παθοπόθο έρωτα που και τα σεντόνια
Το θεϊκό σου το κορμί προσκύνησε πολλάκις
Κι εσύ το ίδιο έκανες στο σκήπτρο της Ιθάκης

Απ’ την αρχή σ αγάπησε
Και με τη θέλησή του
Ο Οδυσσέας έμεινε
Μες στη σπηλιά μαζί σου
Ήταν δική του επιλογή
Μα τώρα έχει αλλάξει
Έκλεισε ο κύκλος των επτά
Τα χρόνια έχουν περάσει

‘’ΠΕΣ ΜΟΥ ΘΕΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΘΕΟΣΥΛΟΣ ΜΗ ΓΙΝΩ…’’

Απ’ το νησί της Καλυψώς να φύγει πεθυμούσε
Καθώς αρμένιζε η ματιά τα πέλαα θωρούσε
Δίχως ελπίδα στους θεούς στα χέρια του τη μοίρα
Την πήρε ο ίδιος και έγινε θεός Ερμής και Δίας

Όταν στο νου του άστραψε
Μια θεϊκή ιδέα
Την πεταλούδα κόλλησε
Στον ώμο ο Οδυσσέας
Τα όσα είπε στη θεά
Σαν δέοντα του Δία
Ότι ποθούσε κι ήθελε
Να βρει ελευθερία

Την νύμφη πειθανάγκασε να τον ελευθερώσει
Όταν στο βάθος της σπηλιάς τον πήρε να τον νοιώσει
Μόλις μαζί της δείπνησε νεκτάρι κι αμβροσία
Και στο κρεβάτι γεύτηκε την ηδονή τη θεία

Εκείνη τα ευχάριστα
Με θλιψολύπη είπε
Είναι του Δία θέλημα
Κι αναγκασμένη είναι
Να τον αφήσει ελεύθερο
Στο ταίρι του να πάει
Ενώ η θεά συγκρίθηκε
Σα μια θνητή με άλλη

Θαρρώ ότι χειρότερη δεν είμαι από ‘κείνη
Στ’ ανάστημα και στο κορμί στο κάλλος αν μας κρίνεις
Με θεϊκό παράπονο στον Οδυσσέα είπε
Που απαντά σαν έτοιμος από καιρό να είναι

Θεά μου εσύ πανέμορφη
Η Πηνελόπη ξέρω
Μπροστά σου πόσο άσχημη
Είναι εκείνη, βλέπω
Σου ορκίζομ’ άλλη νοσταλγώ
Ιθάκη το όνομα της
Είναι η πατρίδα που αγαπώ
Που είμαι μακριά της

Είπε ο μουρντάρης που σα-φως από γυναίκες ξέρει
Κι όσα στην Κίρκη αράδιασε στην Καλυψώ τα λέει
Πες μου θεά πανέμορφη θεόσυλος μη γίνω
Εσένα την ασύγκριτη με ποιά να σε συγκρίνω

Ακόμη κι πιο η όμορφη
Που λένε η Ελένη
Μπροστά σου είναι άσχημη
Της λέει και την τρελαίνει
Ξέρει ο μουρντάρης βασιλιάς
Τα θηλυκά παθαίνουν
Πεθαίνουν στα παινέματα
Τα αρσενικά το ξέρουν

Ότι χαϊδεύοντας τα αυτιά κοιμίζεις μια γυναίκα
Λες το μυαλό το θηλυκό ναρκώνεται από τέτοια
Ας ξέρει είναι ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Ετούτα θρέφουν το εγώ σαν τα παιδιά το γάλα

Ακόμη και το θεϊκό
Σαν το εγώ της νύμφης
Που ο Οδυσσέας τάισε
Κι ακόμη συνεχίζει
Θεά εσύ αγέραστη
Πανέμορφη ωραία
Από θεές κι από θνητές
Εσύ η πιο σπουδαία

Της λέει και στάζει η γλώσσα του σιρόπι που λιγώνει
Η πιο γλυκιά η ηδονή κι η Καλυψώ που λιώνει
Όρκο βαρύ κι υπόσχεση ό,τι μπορεί θα κάνει
Να επιστρέψει γρήγορα στη λατρεμένη Ιθάκη…

‘’ ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ ΤΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΑΛΛΟΙ ΠΟΣΕΙΔΟΝΕΣ »

Ο Δίας σου τον έφερε από τον Υπερίων
Σε μια καρίνα ναυαγό απ’ το στερνό του πλοίο
Που το κατακεραύνωσε γιατί οι σύντροφοί του
Ενώ τους απαγόρευσε τα βόδια του ηλίου

Τα ιερά τα κόκκινα
Τη σκύλα τους την πείνα
Να την χορτάσουν έσφαξαν
Κι έφαγαν από κείνα
Τον μόνο που διέσωσε
Ήταν ο Οδυσσέας
Που όπως τώρα έλειπε
Στη χώρα του Μορφέα..

Ο Δίας είναι δίκαιος και τιμωρός το ξέρεις
Ενώ το ίδιο επιθυμεί κι ένα από ‘σένα θέλει
Τον Οδυσσέα ελεύθερο σε εντέλει να αφήσεις
Τα χρέη του προς τους θεούς τα έχει εξοφλήσει

Αφού όσα διαπράττουνε
Θεοί και κάθε πλάσμα
Τα πεπραγμένα πάντοτε
Στην ώρα τους τα πάντα
Τα παρελθόντα στον παρόν
Τα τωρινά στο μέλλον
Όλα πληρώνονται εδώ
Το ξέρεις και το ξέρω

Πως πέρασε τα πάνδεινα ως τώρα ο ‘Δυσσέας
Μια και τα λάθη του πολλά και όχι αμελητέα
Κι απ’ τα πολλά παθήματα θυμήθηκε τα πάντα
Κι ένα απ’ όσα έκανε να φτάσει ως τον Κάλχα

Η ‘’νόθα’’ Ιφιγένεια
Η κόρη της ωραίας
Καρπός κρυφού της έρωτα
Με το γνωστό Θησέα
Αφού εκείνος λόγιασε
Το ψέμα το μεγάλο
Τον Αχιλλέα για γαμπρό
Μα στο βωμό επάνω

Ότι δε θα ‘κανε ποτέ αν ήτανε παιδί του
Κι όσες φορές το σκέφτηκε τρελάθηκε μαζί του
Ένα απ’ τα λάθη τα πολλά που έκανε ο ‘Δυσσέας
Κι όλα τα πλήρωσε ακριβά όπως και του Κανένα

Όλα τα ξέρεις Καλυψώ
Μες στη σπηλιά στα είπε
Όταν τα πάθη σίγαζαν
Και ψάχνατε να πείτε
Όλα τα ανδραγαθήματα
Πώς άλωσε την Τροία
Και πώς το γιο του Έκτορα
Τον έριξε απ’ τα τοιχία

‘Οι Ερινύες τύψεις του σαν άλλοι Ποσειδόνες
Μες της ψυχής τις θάλασσες τον κυνηγούσαν όλες
Μέχρι που αντιλήφθηκε την έννοια της μετάνοιας
Τα λάθη να κατανοείς μακριά απ’ την περηφάνια

Είπε ο ‘Δυσσέας σαν Ερμής
Από τον ώμο απάνω
Ξομολογώντας στη θεά
Τα ανομήματα του
Αφού τα παραδέχθηκε
Κι ένοιωσε μέγα βάρος
Να πέφτει από πάνω του
Μέσα στης γης τον πάτο

‘’ ΕΞΟΜΟΛΌΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΈΑ »

Όπως δεν ένοιωσε ποτέ εκείνος την ψυχή του
Σαν πεταλούδα ανάλαφρη απάνω στο κορμί του
Να σεβαστείς θεά εσύ το θέλημα του Δία
Και του ‘Δυσσέα όμοια την όποια επιθυμία
Αφού η ποινή του έληξε
Τα πλήρωσε τα χρέη
Να αποφασίσει ό,τι ποθεί
Κι ό,τι η καρδιά του θέλει
Να μη βρεθείς υπόλογη
Ποτέ της αδικίας
Μόλις ξυπνήσει να του πεις
Το θέλημα του Δία

Είπε εκείνος σαν Ερμής πριν φύγει και πετάξει
Κι όταν τα μάτια άνοιξε η πεταλούδα εχάθη
Μόλις το χέρι άπλωσε το βλέμμα του στον ώμο
Αφού την ελευθέρωσε κι αέρα, πήρε δρόμο

Στη νύμφη χαμογέλασε
Ο θεϊκός ‘Δυσσέας
Κι αφού τον πήρε αγκαλιά
Τα όμορφα τα νέα
Όταν τον πήρε στη σπηλιά
Η Καλυψώ του είπε
Όσα εκείνος έλεγε
Και τον Ερμή που είδε

Σαν πεταλούδα όμορφο στον ώμο του ΄Δυσσέα
Που έκανε δεν πίστευε ως τη στερνή τη μέρα
Που τη σχεδία έφτιαχνε απ’ το νησί να φύγει
Ενώ τα βράδια στη σπηλιά τον έρωτα της νύμφης

Εκείνος απολάμβανε
Του Οδυσσέα εκείνη
Που ό,τι ποθούσε του έδινε
Κοντά της για να μείνει
Τον μαγικό της έρωτα
Μέχρι αθανασία
Όμως τα πάντα ασήμαντα
Μπρος στην ελευθερία

Η νοσταλγάδα των θνητών για μια πατρίδα Ιθάκη
Είναι σα-φως πολύ μικρό ό,τι κανείς και να ‘χει
Του μύθου τα νοήματα αλήθειες των αιώνων
Μέσα από την οδύσσεια απ’ τη ζωή ανθρώπων

‘’Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΟΥΣ ΨΥΧΗ ΖΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ’’

Η Καλυψώ η καλλίκομη πολλά αποκαλύπτει
Όσα κι η Κίρκη μάγισσα δε μπόρεσε να κρύψει
Ότι ακόμη κι οι θεές χρειάζονται τον άντρα
Σαν τον Οδυσσέα έξυπνο και τολμηρό συνάμα

Τα πάντα είναι πρόθυμες
Να κάνουνε για ‘κείνον
Για να γευτούν τα χάδια του
Που τα δικά τους δίνουν
Το άνδρα που ερωτεύονται
Σαν κι οι θεές τον θέλουν
Σ ένα νησί στο χώρο τους
Δικό τους να τον έχουν

Εκτός αυτού λέει πολλά τούτη η μυθιστορία
Όπως τη φύση των ανδρών η οδύσσεια πορεία
Τις αγκαλιές τις θεϊκές ακόμη κι αν κουρσέψουν
Η Πηνελόπη τους ψυχή ζητά να επιστρέψουν

Ιθάκη είναι το σπίτι τους
Κάθε ανδρός πατρίδα
Εκεί που τρέχει η σκέψη τους
Με πικρονοσταλγία
Σαν του Οδυσσέα η ματιά
Στα απέραντα πελάγη
Που σ’ όλη την Οδύσσεια
Ονείρεται Ιθάκη

Το ίδιο όταν έπιασε του Νέστορα το κόλπο
Όταν του είπε η Αθηνά πως είναι κείνος μόνος
Ότι οι θεοί διχάστηκαν και ο μεγάλος Δίας
Διάλεξε θέση ουδέτερη στη θεοσυνοδεία

Θα πρέπει κάτι να σκεφτεί
Του είπε η Παλλάδα
Που ύστερα προκάλεσε
Το εγώ του η γλαυκομάτα
Πως δε μπορεί αδύνατο
Ο πορθητής της Τροίας
Μια λύση τρόπο για να βγει
Από την Ωγυγία
Απ’ το νησί της Καλυψώς……

‘’ΟΤΑΝ ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ’’

Ενώ κάνει την ύστατη
Προσπάθεια η νύμφη
Να τον κρατήσει στο νησί
Να τον αποθαρρύνει
Του λέει πως αν ήξερε
Της μοίρας τα γραμμένα
Τι πίκρες σε προσμένουνε
Μεγάλε Οδυσσέα

Ποτέ σου δε θα έφευγες, αθάνατος μαζί μου
Εδώ εσύ θα έμενες μαζί με τους καημούς σου
Του είπε η νύμφη Καλυψώ μην τον κιοτέψει εκείνον
Μα όταν της απάντησε της έσβησε τον ήλιο

Αν θέλουν οι αθάνατοι
Να με παιδέψουν πάλι
Μες στα κρασάτα πέλαα
Να με τσακίσουν κάποιοι
Θα το αντέξω, στα πολλά
Θα είναι ακόμη ένα
Της είπε κι αφού θαύμασε
Τον θεϊκό Οδυσσέα

Η νύμφη τον αγκάλιασε στον κόρφο του φωλιάζει
Σαν το πουλί μες τη φωλιά πριν πάνε στο κρεβάτι
Να τον χορτάσει όσο μπορεί το είναι της να νοιώσει
Το είναι που αγάπησε προτού χαθεί και μόνη

Όταν ξημέρωσε η αυγή
Κι ο ήλιος πριν να κάψει
Στο χέρι τού ‘βαλε μπαλτά
Σαν κοφτερό δρεπάνι
Στο ακρονήσι οδηγεί
Που ‘ναι ψηλά τα δέντρα
Οι λεύκες και τα έλατα
Ουρανοκαρφωμένα

Καλά για καραβόξυλα που άρχισε να κόβει
Κι όταν τα είκοσι έφτασε αρχίζει να σκαρώνει
Με βοηθό την Καλυψώ που του ’δινε εργαλεία
Σκεπάρνι που σκεπάρνιζε και μπλάνιαρε τα ξύλα

Τρυπάνι που τα τρύπαε
Καρφιά να τα καρφώνει
Τα ίσα τα στραβόξυλα
Που τέλεια ενώνει
Με τέχνη αξιοζήλευτη
Που κι η θεά θαυμάζει
Στη θέα της σχεδίας του
Που φέρνει σε καράβι

Σαν το κατάρτι άρμωσε κι ύστερα το τιμόνι
Να κυβερνάει το σκάφος του στο θαλασσί σεντόνι
Όταν απ’ όλα τέλειωσε σκότες και ξάρτια βάζει
Ένα πανέμορφο πανί διαλέγει κι ετοιμάζει

Η Καλυψώ σαν το έραψε
Του το ‘δωσε στα χέρια
Ήταν του κύκλου
Η έβδομη η μέρα η τελευταία
Τον σκάφος ήταν έτοιμο
Κι έδειξε πλέει πρίμα
Σαν με λοστάρια έριξε
Στ’ αφροντυμένο κύμα

Ενώ η θεά προμήθειες ετοίμασε μαζί του
Φαγιά προσφάγια θεϊκά να τρέφουν το κορμί του
Κι από το μαύρο το κρασί την πίκρα του να σβήνει
Για όλα η νύμφη νοιάστηκε και συμβουλές του δίνει

Ποιά αστράλια να παρατηρεί
Στου ουρανού το χάρτη
Η Καλυψώ του έδειξε
Με περισσή αγάπη
Όταν ξημέρωσε η αυγή
Και σώπασαν τα αηδόνια
Μία χλαμύδα του ‘δωσε
Πανέμορφο χιτώνα

Η νύμφη ένα μακρόσυρτο κατάλευκο φουστάνι
Στη μέση ζώνη όμορφη και μπόλια στο κεφάλι
Η νύμφη που αγάπησε πιο πάνω από την Κίρκη
Και η ψυχή του δάκρυσε σαν χαιρετά εκείνη
Όταν τον κατευόδωσε θυμάται ο Οδυσσέας
Το δάκρυ άλλης μιας θεάς της νύμφης της ωραίας

Απ’ την ακτή σαν έφυγε
Και πελαγοδρομίζει
Γλυστρά σαν ψάρι στα νερά
Που η σχεδία γλύφει
Όπως στα χείλη τα ξηρά
Η γλώσσα την αλμύρα
Πριν ναυαγήσει άδοξα
Στη νήσο Φαιακία…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 1/9/2018

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 4, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Για μια στιγμή…

40790379_10214978107080113_1323134490226196480_n

Μυριάδες φωνές με κατέκλυσαν
απ’ της αβύσσου τα πελάγη
ζωσμένες σαν ικέτιδες ξεπρόβαλλαν
έτοιμες να με σφιχταγκαλιάσουν
«το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»

Ανόθευτες σιωπές
αιωρήθηκαν
σαν σταλαχτίτες της βροχής
κυρίευσαν το είναι μου..
στου απείρου το γεφύρι.

Για μια στιγμή
στάθηκα
στου αγέρι τα λημέρια
σαν ανεμόμυλος δίχως φτερούγες
γέρνοντας σε ένα αμυδρό φως.

Βαθύ ποτάμι ο λογισμός
και η δύστυχη γνώση
της ατέλειωτης ιδιοτέλειας
σκόρπισε φόβους
στα έλη του παραλόγου.

Μα τι ωφελεί;
όταν η ψυχή αιμορραγεί
φιλάσθενη και ανήμπορη
να υψώσει φωνή,
υπερασπιζόμενη
και τον ελάχιστο αέρα
που της έχει δοθεί ως χάρη;

Άνθρωποι μικροί,
πηγαινοερχόντουσαν
έρποντας την ευτέλεια
σαν σε κινούμενη άμμο.
Ερήμην της φωνής.
Ερήμην της συνείδησης .

Για μια στιγμή
έδιωξα κάθε σύννεφο
που σκίαζε την πρωινή ομίχλη
στον αναλλοίωτο χρόνο
του Παντός.

Ο δείκτης του εκκρεμούς
πάγωσε ένα ολόκληρο λεπτό.
όσο διαρκεί φευγαλέα
το ταξίδι μιας ψυχής.

© By Mina Boulekou

Θεόδωρος Σαντάς Το φιλί της ζωής Στον φίλο ποιητή, Κώστα Μεϊμάρογλου που κάποτε βίωσε στιγμές πολύ δύσκολες

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Έμεινε ένα παιδί των Καλοκαιριών
που έπιανε το Ακόνι της Πέτρας
κι έσταζε αρμύρα ο έρωτας
κι έτρεμαν οι σκιές
στην εικονοπλασία.
Έσμιγαν οι ψυχές
και γλιστρούσαν τα χέρια
κι οι λέξεις γεννούσαν ποιήματα
με ταξίδια και γέφυρες
με βάρκες και πυροφάνια.
Κι ήταν το αργοσάλεμα της στιγμής
που ένιωθε να τον πηγαίνει
σ’ένα κόσμο του απέραντου
με τις γραφές των παλίμψηστων*
και τη γλώσσα των ποιητών
Πώς μπορείς σε μια στιγμή
να ανθίσεις το όνειρο
η πληγή να ισομοιραστεί
με τη λάμψη του ήλιου ;
Έμεινε ένα παιδί στις αλάνες
του Εύοσμου,να θροΐζει την Άνοιξη
κρατώντας ένα φαρδύ κίτρινο φύλλο
που είχε εκλάμψεις κι οδύνες
όταν όλα είχαν αθροίσει
τον πανικό του ανέφικτου
κι η ελπίδα, το φιλί της ζωής.

Θεόδωρος Σαντάς,4-9-2018
*Με τον όρο παλίμψηστο περιγράφονται αρχαία κείμενα σε πάπυρους και περγαμηνές ή ζωγραφικοί πίνακες που επικαλύφθηκαν με άλλο κείμενο ή εικόνα σε μεταγενέστερη εποχή για να χρησιμοποιηθούν ξανά ως βάση για τη δημιουργία νεότερων έργων. Η σύγχρονη τεχνολογία μας δίνει πλέον τη δυνατότητα, μέσω των ακτίνων Χ και της φωτογράφησης σε διάφορα μήκη κύματος φωτός, να διαβάζουμε το αρχικό κείμενο που υπήρχε στον πάπυρο.

«ΡΩΓΜΕΣ»

39454393_2454439651449771_3447483773627662336_n

«Κούρνιασε το φεγγάρι στα
πληγιασμένα δάχτυλα σου,
ζητώντας συγχώρεση 
για τις πλάνες νύχτες
και τα καπνισμένα σκηνικά
που φώτισε…
Στο μνήμα της μνήμης σου,
σκαλισμένα λόγια που ειπώθηκαν
και ξέφτισαν στη φθορά
του χρόνου…
Σε μια χαρακιά ματωμένη, που τη
καίει η αρμύρα της θάλασσας
βαφτίζεσαι,
με το βλέμμα σου να ατενίζει
τις μαύρες σκιές με τις
κυρτωμένες ράχες τους από την
αχαριστία να σβήνουν,
σε μια γριά-βροχή…
Εδώ στη ρωγμές του ουρανού,
υφαίνεις μαύρες κλωστές,
για να ράψεις,
το φθαρμένο σακάκι των ονείρων
σου»…
.
.
Marios Georgios Kamburakos.
(19/08/18).

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Αύγουστος 19, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΜΕ ΤΟ ΔΕΟΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μόνος, στο φαρδύ μπαλκόνι ,«σκοπών και σκοπούμενος»*
όπου ο ήλιος γίνεται ακατάληπτο θαύμα
και των ανθρώπων το δέος 
αιωνιότητα του απερινόητου.
Μια τριανταφυλλιά ,δυο χρόνια απότιστη
να επιμένει ν’ανθίζει, μια χελιδόνα να αναπολεί
τη χαμένη της ευτυχία, και των Ιμαλαΐων
ο κέδρος να γέρνει επικίνδυνα .
Κάθομαι εδώ ,με την ομήγυρη των πουλιών
σαν σε κάβο που ακούς ,τον δικό σου τον ρόχθο.
Καθένας ,ένας κόσμος ορατός και αόρατος
μικρός και μεγάλος ,φεύγει…και το κενό
φευ ,πολλαπλασιάζεται.
‘Όμως εγώ εκεί ,συναξαριστής της μοναστικής
των Καλοκαιριών, στην ποίηση
που αντικαθιστά το ένα ,με τ’άπειρο
και εισπνέει τον λιβανωτό
των ανέμων.
Κάθομαι σαν όσιος στη σκήτη του
σαν άνθρωπος που αποπειράται να σμιλευτεί
με των προγόνων τις λέξεις
με « όττω τις έραται**»
χωρίς παραγώγους κι ολοκληρώματα.
«Πάντα τα εσκεμμένα εμοί επιμελώς ητοίμασται»***
με γραφές του Ομήρου του Θουκυδίδη ΄
και του Ελύτη

Θεόδωρος Σαντάς, Χρυσόπετρα Κιλκίς,6-8-2018

*εξετάζων κι εξεταζόμενος
**αυτό που κανείς αγαπά πολύ
***Όλα όσα έχουν εξετασθεί από μένα , με επιμέλεια έχουν ετοιμασθεί
σκοπ-εόμαι-ούμαι. παρακέμενος έσκεμμαι
ετοιμάζομαι ,παρακ ητοίμασμα

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Αύγουστος 8, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Alexandra Zambà Μετά τον θάνατο, η θάλασσα

38734212_2196699143893742_3068516586940792832_n

Μετά τον θάνατό σου ασπόνδυλοι φορέσαμε κοχύλια
βάψαμε χέννα τα μαλλιά με μαύρη κιμωλία τα μάτια
στη θάλασσα όπου η πνοή είναι η ίδια η ψυχή
γυρέψαμε όστρακον να γράψουμε τον ξορκισμό

Ριχτήκαμε στα βάθη σε στρώμα όλο καρφιά
η ανάσα χτυπούσε ράβδος τη καρδιά γοργά
γοργά
σφεντόνα το σώμα στην άπνοια – αργά αργά
στάζουν αίμα τα ξεπλυμμένα μου μαλλιά
Αργά
στα βάθη των ματιών σου ο χάρος ακίνητος
κάτω απο τα βλέφαρα κοιτάζει άφατος

Αλεξάνδρα Ζαμπά απο»Κατρακυλούν πέτρες»
……………………………………………..
Dopo la morte, il mare

Dopo la tua morte invertebrati vestiamo conchiglie
tinti i capelli di henné con gessetto nero gli occhi
al mare dove respiro e anima sono lo stesso
cerchiamo capesante per scrivere l’esorcismo

Ci gettiamo sui chiodi del profondo pagliericcio
il respiro si alza asta a battere il cuore in fretta
in fretta
fionda il corpo nell’ apnea- lenta lentamente
a grondare sangue sciabordio dei mei capelli
Lentamente
in fondo ai tuoi occhi la morte immobile
sotto le palpebre a guardar indifferente

Alexandra Zambà da «Rotolano pietre»
…………………………..
Foto:Bolinus brandaris from the Pliocene of Cyprus

Σοφία Περδίκη

38858634_2196705573893099_2000788984170545152_n

Μίλησα
για τις μέρες εκείνες
τις ριγμένες στο κενό
με τα μαλλιά τους υγρά
νοτισμένα από της πτώσης
την εναιώρηση
μέσα σε σύννεφα καπνού
που τέντωναν τη μέση τους
κάνοντας νωρίς κάθε πρωί
μιαν ιλιγγιώδη ανακυβίστηση
ένα ταξίδι ως τον ήλιο
με τη λεκάνη γέφυρα
που τη διέσχιζαν ακτινωτές
προφάσεις
και τα χέρια παραπήγματα
γερά επιχειρήματα μπηγμένα
στου εδάφους το οδόστρωμα.

Έστρεψα την προσοχή
στις εκφράσεις εκείνες
που κολλούν στις τέσσερις γωνίες
ενός κόσμου ρευστού
λόγια που τ’ αναμασούν τα στόματα
προσφέροντας στις έριδες τα βράδια
νοσήλια από ιαματικές πηγές.

Σοφία Περδίκη

Είπε ο Ποιητής …

37886309_2182935105270146_2118476164732289024_n (1)

Σε λίγο οι λέξεις 
δεν θα μυρίζουν Ελλάδα
φλισκούνι και δίκταμο.
Το πεύκο δεν θα θροΐζει
τα Καλοκαίρια μας
και τα περβόλια της Παναγιάς
μια θλίψη θ’αφήνουν στον ύμνο τους….
Θεόδωρος Σαντάς

Όλγα Π. Αχειμάστου Χαμένες εστίες 26/7/18

37886230_2182916058605384_122352116340621312_n

Οιμωγή, κλαυθμός, θρήνος.
Βουβές οι ψυχές περιδιαβαίνουν
τα μαύρα κουφάρια των δέντρων,
τα άμορφα ερείπια που θυμίζουν εστίες,
τα κλειστά μονοπάτια που ορίζουν ανύπαρκτα όρια.
Εφιάλτης και Γούσιας συνόμωσαν
Όρκο καταστροφής.
Η Ειρήνη κι η Αρμονία
έλοιωσαν στην πύρινη λαίλαπα.
Διερράγη η αλυσίδα ζωής.
Άνομοι σκοποί υποβόσκουν
στη λήθη των χαμών.
Οι νεκροί πότε δεδικαίονται;;;

Όλγα Π. Αχειμάστου

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ‘’ Η ματωμένη πανσέληνος πάνω από το Μάτι ‘’

37961332_2182927671937556_1330055211548409856_n

 

Ο ήλιος έγειρε στου ορίζοντα τη δύση
Και το φεγγάρι στην ανατολή
Υπέρλαμπρο πανσέληνο κι αν δείχνει
Απόκοσμα σε λίγο θα χαθεί

Πίσω απ του κόσμου τη σκιά
Θαρρείς θλιμμένο εκείνο
Έκλειψη λέει ολική
Το αστεροσκοπείο
Είκοσι επτά παρασκευή
Του μήνα Ιουλίου
Χάνεται απ τον ουρανό
Κι απ’ τη σκιά του πίσω

Χάλκινοπόρφυρο λες βγήκε απ το καμίνι
Πως η καπνιά το έκρυψε απ την γη
Οι φλόγες απ το Μάτι και οι θρήνοι
Μαύρισαν του μάτωσαν την ψυχή

Φεγγάρι πύροχάλκινο
Σελίνι ματωμένη
Σαν των ανθρώπων την καρδιά
Στη γη την οικουμένη
Στο Μάτι όσα έγιναν
Τη νύχτα του θανάτου
Όταν οι γλώσσες της φωτιάς
Απ την Πεντέλη φτάνουν

Είδε το χάρο σαν του δράκου να γυρίζει
Τη πύρινη ρομφαία του εκεί
Να πυρπολεί με την ανάσα του τα σπίτια
Φλεγόμενους ανθρώπους στην ακτή

Είδε πολλά ανείπωτα
Το πύροκτόνο βράδυ
Και όσα ακολούθησαν
Μάτωσάν το φεγγάρι
Ψηλά στη σκέπη τούτης γης
Ακούει αχό σα θρήνο
Κλαίει του κόσμου η ψυχή
Μαζί με των ελλήνων.-

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ©

Νύχτα είκοσι επτά προς είκοσι οκτώ Ιουλίου 2018, με πολύ σεβασμό στη μνήμη των συνανθρώπων μας, σε εκείνους που χάθηκαν αδικα τη μοιραία νύχτα της 23-7-2018 .-