Αρχείο

Η καζαντζακική φιλοσοφία στην «Ασκητική»

68978170_2466040970292890_1402244308895006720_n

Το πασίγνωστο «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος» δεν διαμορφώθηκε από τον Καζαντζάκη ως φιλοσοφικό συμπύκνωμα προς το τέλος της ζωής του, απλώς για να γραφτεί στον τάφο του. Στην Ασκητική του, η πρώτη μορφή της οποίας δημοσιεύτηκε το 1927 στο περιοδικό Αναγέννηση που διευθυνόταν από τον Δημήτρη Γληνό (τχ. 11-12, 599-631), διαβάζουμε στο τέλος του δευτέρου κεφαλαίου. Η προετοιμασία):

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μού φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ’ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!».

Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Καζαντζάκης 2014, 43-44
Το σώμα-καράβι, η ανάταση της ψυχής, το θαλασσινό ταξίδι ως υπαρξιακή περιπέτεια, το ναυάγιο και η άβυσσος ως σκοποί της ζωής προαναγγέλλουν τη θεματική και την εικονοποιία της Οδύσσειας . Η τελευταία παράγραφος του αποσπάσματος δεν περιέχει απλώς λεκτικά το «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος», αλλά προεκτείνεται επεξηγηματικά στον νου ως γεννήτορα της ελπίδας και στην καρδιά ως δημιουργό του φόβου. Επιπρόσθετα, νιώθουμε στο κείμενο τη γλωσσική παρουσία του ηρωικού δημοτικισμού («δίνουμαι, αγωνίζουμαι, ξακλούθα» κ.ά.), αλλά οι νεόπλαστες (π.χ. «βαθιογάλαζα») και οι εξεζητημένου τόνου (π.χ. «ολομεμιάς») λέξεις δεν είναι τόσο πολλές, ώστε να αναδύεται από το κείμενο η αίσθηση μιας υψηλόβαθμης γλωσσικής τεχνητότητας, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια. Όταν το 1927 η Ασκητική εκδόθηκε και ως ανάτυπο του περιοδικού Αναγέννηση, δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, και ένα κριτικό σημείωμα του Κλέωνα Παράσχου στη Νέα Εστία. Εκεί διαβάζουμε ότι

Το Salvatores Dei [= Ασκητική] είναι ένα μακρόπνοο φιλοσοφικό ποίημα, γραμμένο σε τόνο κηρύγματος, ωσάν τον Ζαρατούστρα του Νίτσε, και όπου θίγονται (και λύονται κατά κάποιον τρόπο) τα μεγαλείτερα ανθρώπινα προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά.

Παράσχος 1927, 890
Ένα έργο που προτείνει ή προσπαθεί να προτείνει λύσεις σε «προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά» ανήκει, αναντίρρητα, και στην περιοχή της φιλοσοφικής συγγραφής, ενώ η αναφορά στο συγκεκριμένο κεφαλαιώδες έργο της παγκόσμιας φιλοσοφικής γραμματείας, αφενός ενδέχεται να υποδηλώνει τη διαπίστωση της επιρροής που άσκησε και ο Νίτσε στον στοχασμό του Καζαντζάκη (βλ., λ.χ., Κουμάκης 1996), αφετέρου ίσως να υποδεικνύει ότι και στο καζαντζακικό κείμενο (όπως, ως γνωστόν, και στο νιτσεϊκό) διαπλέκονται δημιουργικά η φιλοσοφική αναζήτηση με τη λογοτεχνική δυναμική.

Η Ασκητική δεν είναι έργο αφηγηματικής μυθοπλασίας και γενικά κατατασσόταν και κατατάσσεται στον χώρο της «στοχαστικής πεζογραφίας» (Beaton 2011, 709), δηλαδή του φιλοσοφικού-λογοτεχνικού δοκιμίου. Είναι σωστή η άποψη για τον κηρυγματικό τόνο του έργου, αλλά γιατί η Ασκητική να χαρακτηρίζεται ως «ποίημα»; Παρότι στην καζαντζακική βιβλιογραφία δεν έχει ιδιαίτερα υπογραμμιστεί (φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν διέλαθε της προσοχής της κριτικής που ασκήθηκε με όρους εκδοτικής επικαιρότητας), με την πρώτη απλή ανάγνωση διαπιστώνεται πως η Ασκητική έχει γραφτεί σε στίχο-εδάφιο (verset ), δηλαδή στον ιδιότυπο εκείνο στίχο, που δεν εξαντλείται σε μία σειρά, αλλά εκτείνεται σε μία (όχι ιδιαίτερα μεγάλη) παράγραφο. Όταν απομονωθεί ένας τέτοιος στίχος, δεν αναδίνει σε μεγάλο βαθμό αίσθηση ρυθμικότητας. Εάν, ωστόσο, ακολουθήσουμε μια ροή στην ανάγνωση (το παραπάνω απόσπασμα συγκροτεί μικρό δείγμα μιας τέτοιας ροής), επειδή ακριβώς κάθε εδάφιο περικλείει λεκτικό υλικό που ως ποσότητα δεν διαφέρει αισθητά από το προηγούμενο και το επόμενο, και επειδή η αλλαγή εδαφίου προϋποθέτει μια μικρή και επαναλαμβανόμενη συνεχώς αναγνωστική παύση, οικοδομείται η αίσθηση μιας ρυθμικής επαναληπτικότητας. Ο στίχος-εδάφιο έχει αξιοποιηθεί σε πολύ σημαντικά κείμενα και της παγκόσμιας (π.χ. Αποκάλυψη του Ιωάννη) και της νεοελληνικής γραμματείας (π.χ. Η Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού), ιδίως σε έργα οραματικά και αποκαλυπτικά, στη χορεία των οποίων δεν θα ήταν λάθος να εντάξουμε και την Ασκητική

Πηγή : selidodeiktes.greek-language.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 25 Αυγούστου, 2019, σε Πεζά. 1 σχόλιο

Χρόνος Εκδόσεις . ΑΓΑΝΙΚΗ ΑΙΝΙΑΝΟΣ ΜΑΖΑΡΑΚΗ

67214194_458707498295423_5931507551270076416_n

Οι Χρόνος Εκδόσεις τιμώντας την πρώτη ποιήτρια της Φθιώτιδας πρωτοπορούν δημιουργώντας την ταινία μικρού μήκους (διάρκεια 00.05.27) “Αγανίκη …η επιστροφή” που αποτελεί παγκοσμίως και την πρώτη ταινία αφιερωμένη στην ποιήτρια. Η φωτογραφία-κολάζ, μέρος της ταινίας, συμμετέχει στον 32ο τόμο του Φθιωτικού Λόγου, έκδοση του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών & Συγγραφέων.
“Η Αγανίκη, βουβό πρόσωπο της ιστορίας, επιστρέφει από το παρελθόν στο σήμερα και στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, τη μαρτυρική Υπάτη. Προσπαθεί ν’ αναγνωρίσει το …σπίτι της, όπου έρημο και εγκαταλελειμμένο, όπως είναι σήμερα με σκουπίδια και μπάζα, αποτελούσε τότε το κάστρο της γνώσης και της έμπνευσης των στίχων της. Η ποιήτρια με πόνο και θλίψη περιφέρεται στα άδεια πλέον δωμάτια του, αναζητώντας σημάδια και μνήμες. Ανεβαίνει ένα – ένα τα σκαλιά της πνευματικής διέγερσης, έχοντας μέσα στο σκοτάδι της μαρτυρικής ζωής, μόνο τη φλόγα της καρδιάς της. Πετά το …γάντι στην αριστοκρατική τάξη της υψώνοντας τους στίχους της, ως αιώνια λάβαρα ελευθερίας και δικαιοσύνης”. Προτείνουμε μία προτομή της ποιήτριας στην Υπάτη. Την ταινία θα τη βρείτε μέσα στο δημόσιο κανάλι μου “Βασιλική Νικοπούλου” στο youtube ή πατώντας πάνω στο παρακάτω σύνδεσμο.

66855627_458711031628403_1989158955762319360_n

https://www.youtube.com/watch

67600677_458711061628400_4990993383703969792_n

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΤΗΣ ΑΓΑΝΙΚΗΣ ΑΙΝΙΑΝΟΣ ΜΑΖΑΡΑΚΗ
Η Αγανίκη Αινιάνος Μαζαράκη (1838-1892) ήταν Ελληνίδα βουκολική ποιήτρια του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1838. Η καταγωγή της ήταν από ηρωική και λόγια οικογένεια της Yπάτης Φθιώτιδας. Πατέρας της ήταν ο Γεώργιος Αινιάν, πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας, ήρωας της επανάστασης και πολιτικός. Έμεινε ορφανή σε μικρή ηλικία και μεγάλωσε στο πλευρό του θείου της Δημητρίου, ο οποίος ως πρωτεργάτης της επανάστασης κατά του Όθωνα αναγκάστηκε να καταφύγει στα βουνά. Η μικρή Αγανίκη συμμεριζόμενη την τύχη του θείου της τον ακολούθησε, μεγαλώνοντας σε χωρικό περιβάλλον. Όταν τα πράγματα ησύχασαν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και φοίτησε στο Αρσάκειο, δείχνοντας μεγάλο ζήλο για τα γράμματα. Αποφοίτησε σε ηλικία 17 χρονών και στράφηκε στην σπουδή των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και των Γάλλων ποιητών και πεζογράφων. Παντρεύτηκε το 1860 τον Ιωάννη Μαζαράκη από την Κύθνο. Έγραψε πολλά ποιήματα, τα οποία εν ζωή δεν δημοσίευσε ποτέ, αλλά και τα κράτησε μυστικά. Οι απόγονοί της μετά τον θανατό της τα συγκέντρωσαν σε μία και μοναδική έκδοση “ΠΟΙΗΣΕΙΣ”(ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Πηγή Χρόνος Εκδόσεις

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ Ευλογημένη να’ σαι μητέρα που μ’ έμαθες να δίνω..

56894567_2368042753426046_1415111421028466688_n

Τέτοιες μέρες, έρχεται η μητέρα και κάθεται σιωπηλή στον καναπέ της τραπεζαρίας. Φορά το καλό της ταγιέρ, το κολιέ που της αγόρασε ο πατέρας μια πρωτοχρονιά, μα τα γοβάκια της είναι σκονισμένα σα να’ χει περπατήσει πολύ δρόμο. Κι όμως μια από τις ελάχιστες ιδιοτροπίες της ήταν η σχολαστική φροντίδα των παπουτσιών όλων μας. Μα τώρα, σα να μην είχε χρόνο για τέτοιες φροντίδες. Έχει τα χέρια ακουμπήσει στα γόνατα σε παραίτηση και το βλέμμα στο παλιό εκκρεμές που σταμάτησε στις τρεις και τέταρτο τη μέρα που έφερα στο πρόσωπό της το καθρεφτάκι και δε θάμπωσε.
-Μητέρα …, θέλω να της μιλήσω, μα μου γνέφει σιωπή φέρνοντας το δάχτυλο στη μύτη. Φορά τη βέρα της. Σιωπή.
Μια σκιά γλιστρά και κάθεται δίπλα της. Έφεξε το σκοτεινό δωμάτιο η ομορφιά του. Φορά τη στολή του καπετάνιου. Μπότες, φυσεκλίκια. Χαμογελά δαγκώνοντας, σαν πάντα, το κάτω χείλος. Απλώνει το χέρι στον ώμο κι αγκαλιάζει τη μητέρα σαν σε οικογενειακή φωτογραφία. Εκείνη σηκώνει το χέρι και πιάνει το δικό του.
Ο Γκρίσκος! Πνίγω το λυγμό και προσπαθώ να τους πλησιάσω. Απλώνει το χέρι και δε μ’ αφήνει.
Κοιτάζω απέναντι τις φωτογραφίες τους. Τα πρόσωπα λείπουν. Μένουν οι κορνίζες. Απλές, ήσυχες, αγέρωχες, δε νοιάζονται αν κοσμούν ένα πρόσωπο, ένα πίνακα ενός διάσημου ζωγράφου, ένα αδέξιο παιδικό σχέδιο ή τη φωτογραφία της αγαπημένης σου. Κι όμως πόση παγωνιά για μια φωτογραφία μακριά από την κορνίζα της, πόση ανασφάλεια!
Επιμένω να μιλήσω κι ας ξέρω πως δεν μπορούν ή δε θέλουν να με ακούσουν.
-Λοιπόν; υπάρχει ακόμα ελπίδα καπετάνιο;
Και πάλι σιωπή.
-Κι όμως, πάω να πω…
Σκέφτομαι όμως πως, απόψε, δεν έχει φεγγάρι. Δεν έχω τι να τους τρατάρω και κοντεύουν μεσάνυχτα.
Γιατί, ψυχή μου, με τους ζωντανούς, καλά τα βολεύεις. Με τους άλλους … εδώ σε θέλω.

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ

https://www.youtube.com/watch?v=FHiAtavuQt4

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίου, 2019, σε Πεζά. 1 σχόλιο

Πόπη Αρωνιάδα Α’ Βραβείο διηγήματος 13/10/2018 ΛΥΚΟΣ ΣΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ

44127024_2246087005621622_116610526749917184_n

Κρύο. Υγρασία. Χειμωνιάτικο σκηνικό σήμερα, το γκρίζο σέρνεται παντού. Περπατά ανόρεχτα προς το κατάστημά του. Άνδρας βαρύς στο σώμα και στον ίσκιο του. Εποχή κυνηγιού και η δουλειά στο φόρτε της. Δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Το μπαρούτι κυκλοφορεί στο αίμα του. Τόσα χρόνια μετανάστης στη Γερμανία χωμένος σε φάμπρικες όπλων και φυσιγγίων, είχε γίνει δεύτερη φύση του. Η νιότη του αφιερώθηκε σε διαμέτρους κανών και καλύκων. Μεσόκοπος, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του νοικοκύρης, ευυπόληπτος καταστηματάρχης ειδών κυνηγίου και συντήρησης όπλων.
Αρκετά μέτρα πριν φτάσει, διέκρινε πάλι τη γνωστή «θολούρα» στην κάτω δεξιά γωνία της βιτρίνας. Αδυνατούσε να καταλάβει τι σήμαινε αυτό το παράξενο μήνυμα που του έστελναν ένα μήνα και πλέον τώρα. Κάτι προμήνυε, αλλά τι; Έσπαγε το κεφάλι του. Ένα κολλώδες υγρό απλωμένο στην επιφάνεια του τζαμιού, καθώς κι ευρήματα κατά καιρούς σημαδιακά. Διάσπαρτα κόκκαλα, ψόφια ποντίκια, πουλιά πεθαμένα. Μα κάθε μέρα το ίδιο; Ποιος του είχε σκαρώσει αυτή τη φάρσα και για ποιο σκοπό;
Ο τόπος μικρός, δεν ήθελε να διαρρεύσει τίποτα, μέχρι να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβαινε και να βρει επιτέλους τον αίτιο. Άνοιξε την πόρτα, έβαλε στην πρίζα τη μικρή σόμπα, έλεγξε τη βιτρίνα, τα όπλα, τα μαχαίρια και το βαλσαμωμένο λυκάκι με το βλέμμα στο άπειρο, όλα στη θέση τους.
Άνοιξε τον υπολογιστή κι άρχισε να ψάχνει στο ίντερνετ πληροφορίες σχετικά με κάμερες ασφαλείας καταστημάτων. Ήταν αποφασισμένος να λύσει το μυστήριο. Δεν θα το έλεγε σε κανέναν μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Θα την άντεχε όποια κι αν ήταν, θα την αντιμετώπιζε…

Περασμένα μεσάνυχτα. Έβαλε τα τρία απ’ τα τέσσερα παιδιά της για ύπνο. Η πρώτη γέννα της δύσκολη, αλλά αυτός ο πόνος, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην πληγή της απώλειας. Ένα καταραμένο σούρουπο έχασε ένα απ’ τα μωρά της. Δεν έφτανε το μυαλό της να χωρέσει το μέγεθος αυτού του πόνου. Η καρδιά της λύκαινας πήγαινε να σπάσει. Το τρίχωμα και τα αυτιά της έτειναν να μείνουν μόνιμα όρθια. Ένα στριγγό ουρλιαχτό ξεχύθηκε σαν φωτιά από μέσα της. Τα άλλα μωρά της χώθηκαν στη φωλιά τρομαγμένα.
Πέρασαν ώρες πολλές, όταν συντετριμμένη αναλίγωσε το σώμα της και σωριάστηκε. Ευτυχώς ο σύντροφος ήταν καλός. Έμεινε δίπλα της, πόνεσε μαζί της. Τους φρόντιζε όλους και την αγαπούσε. Η αγέλη συμπαραστάθηκε με το παραπάνω στη συμφορά που τη βρήκε. Κάτι όμως δεν την άφηνε να ησυχάσει, να πάρει απόφαση το χαμό του παιδιού της. Το αλάθητο ένστικτο της μάνας τριβέλιζε το μυαλό της, τη γέμιζε ανησυχία, την έσπρωχνε να παίρνει τους δρόμους αναζητώντας το. Ένιωθε πως κάπου υπήρχε. Θα έκανε τα πάντα να το βρει έστω και πεθαμένο.
Ήταν εκεί όταν έλαβε χώρα το τραγικό συμβάν. Δύο άνθρωποι απάνθρωποι, άνδρες μεγαλόσωμοι, διαβολικοί, σκληροί, το βάλαν στο σημάδι. Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός κρότος και το παιδί της σωριάστηκε στο χώμα. Το έριξαν σ’ ένα μεγάλο σάκο κι έφυγαν ικανοποιημένοι. Πόσο θα ήθελε να τους ξεσκίσει, να τους κομματιάσει, όμως φοβήθηκε πως θα σκότωναν κι εκείνη και θα έμεναν ορφανά τ’ άλλα τρία μωρά της.
Οι άνθρωποι, σκέφτηκε, είναι αδιάντροποι. Σκοτώνουν με όπλα. Δεν παλεύουν σώμα με σώμα. Δεν είναι δίκαιοι.
Ωστόσο αποφάσισε ν’ ακολουθήσει το ένστικτό της, που την ωθούσε να τρέξει μέσα στη νύχτα ν’ ανακαλύψει κάτι, αλλά τι; Με οδηγό τον πόνο, την όσφρηση, τη φύση της και συντροφιά τον ουρανό που της χάριζε πότε πότε φεγγάρι λαμπερό να της φέγγει, έψαχνε, χωρίς να ξέρει τι. Τα πόδια της μάτωναν απ’ τις διαδρομές κι ας λένε πως οι λύκαινες είναι σκληρές.
Κάθε βράδυ το ίδιο. Άφηνε ν’ αντηχήσει στον αέρα το δυνατό ολόψυχο ουρλιαχτό της, ενημερώνοντας την αγέλη και το σύντροφό ότι φεύγει κι άρχιζε την περιπλάνηση. Ανέβαινε, κατέβαινε βουνά και λαγκαδιές, μέχρι που δύναμη μυστική την οδήγησε στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Μάλλον τη λυπήθηκε ο θεός κι έφερε τα βήματά της από σκοτάδι σε σκοτάδι, μπροστά σ’ ένα αλλόκοτο ανθρώπινο κουτί.
Τα μάτια της ορθάνοιξαν, η καρδιά της σφίχτηκε αρχίζοντας να χτυπά σαν τρελή. Το παιδί της έστεκε εκεί, μονάχο, ασάλευτο, απροστάτευτο. Άπλωσε τα μπροστινά της πόδια να το αγκαλιάσει, θέλησε να γλείψει τις πληγές του να γιάνουν. Όμως το αόρατο κατασκεύασμα των διαβολεμένων ανθρώπων την εμπόδιζε. Χοροπηδούσε, γρύλιζε, μήπως τη δει και αντιδράσει. Μα κείνο εκεί απρόσιτο, βουβό, μαρμαρωμένο.
-Εδώ παιδί μου κοίτα, εγώ, η μάνα σου είμαι. Τι σου έκαναν αγγελούδι μου; Έγλειφε και γραντζούνιζε το γλιστερό εμπόδιο, αλλά το παιδί παρέμενε άπραγο. Προσπάθησε για ώρες. Ώσπου απόκαμε κι έπεσε κλαίγοντας, γονατιστή μπροστά του. Του κάκου, εκείνο τίποτα.
Καταραμένη ράτσα, έλεγε από μέσα της. Άτιμη φάρα, άθλιοι κατακτητές της γης. Τα βάζετε μ’ ανήλικα παιδιά. Ας είχα τώρα μπροστά μου έναν από εσάς να τον κάνω κομμάτια με τα δόντια μου κι ας πέθαινα.
Άρχιζε κιόλας να ξημερώνει. Τα άμοιρα τα μικρά της, πεινασμένα θα έμεναν σήμερα. Άλλες φορές όλο κάτι τους πήγαινε. Αγωνιζόταν απεγνωσμένα να πάρει μια απόκριση απ’ το παιδί, αλλά τίποτα.
Μάζεψε ένα ένα τα κομμάτια της και γύρισε στη φωλιά συντετριμμένη. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Μα κάθε βράδυ, από τότε που το βρήκε, εδώ ερχόταν. Είχε ανάγκη να το βλέπει έστω κι έτσι. Του έφερνε φαγητό μήπως λιγουρευτεί – κάποτε ήταν το πιο λιχούδικο απ’ όλα τα μικρά της – όμως μάταια. Κοιτούσε πέρα μακριά αόριστα. Μα τι του έκαναν αυτοί οι άνθρωποι; Πώς είναι δυνατόν να το κοιτά στα μάτια κι αυτό να στέκει έτσι κοκκαλωμένο; Πόσο όμορφο ήταν! Γιατί το είχαν εκεί φυλακισμένο; Μήπως για στόλισμα; Μάλλον είχε μαντέψει σωστά. Το κρατούσαν για να φωτίζει τον σκοτεινό τους κόσμο…

Εκείνη τη μοιραία νύχτα έβρεχε αδυσώπητα. Έφτασε στη βιτρίνα μουσκεμένη ως το μεδούλι, μα το λυκόπουλο δεν ήταν πια εκεί. Αμείλικτες οι κάμερες την είχαν καταδώσει.
Τότε, ουρλιάζοντας με όλη της τη ψυχή, χύθηκε πάνω στο σκληρό διάφανο κουτί που της στέρησε το σπλάχνο της, ώσπου το γκρέμισε από τη δύναμη του πόνου. Έγινε θρύψαλα ανάμεσα στα πόδια της, ένας σωρός γυαλιστερά ασήμαντα συντρίμμια.
Μονάχα τότε ησύχασε.
Τη νύχτα που κομμάτιασε τον κόσμο των ανθρώπων.

Πόπη Αρωνιάδα 13/10/2018

Εύα Λόλιου-Μετέωρα

28577161_2079436828953308_5579748737808044061_n

..Πήρα τα βουνά και τα σκιερά φαράγγια, σκαρφαλώνοντας με τα πουλιά στους πέτρινους γίγαντες της Θηβαϊδας των Σταγών. Το μποντριέ με κρατούσε ασφαλή στη ζωή μαζί με τα καρφιά, τα σχοινιά, τους κόμπους και τα καρυδάκια. Σαν να είχε σπλάχνα ο βράχος Βαρλαάμ, γεμάτος αγάπη μου χάριζε και αυτός φιλότιμα τις πέτρινες παλάμες του, να πιάνομαι και να συνεχίζω τον δρόμο προς την ολοκλήρωση του διακαή πόθου μου.
… Την διαδρομή επιζητούσα, το ταξίδι προς τον ουρανό, την απομόνωση απ’ την βάναυση καθημερινότητα που ούρλιαζέ σαν τσακάλι πάνω στις χιονισμένες στέγες της πόλης. Μέσα απ’ τα μάτια των πουλιών και την ψυχή τ’ ανέμου που διαπερνούσε την υφή των ποταμίσιων βοτσάλων και των απολιθωμένων οστράκων του βράχου, γευόμουν τη γαλήνη της αιωνιότητας σαν το γλυκύτερο πιοτό που ακούμπησε ποτέ τα χείλη μου. Ενάντια στους νόμους του Νεύτωνα και σύμμαχος με την δύναμη του Κυρίου, κάρφωσα μια προσευχή στην πέτρα. Ύστερα ακόμη μια και άλλη μια μέχρι να φτάσω στη σπηλιά τ’ ασπραετού.
… Ξάπλωσα στην αγκαλιά του βράχου με βαθιές ανάσες. Κλείσαν τα βλέφαρα μου στις γλυκές σκιές και ένα δάκρυ κύλισε καμωμένο συγκίνηση. Απ’ τα μικρά μου ονειρευόμουν να φτάσω στη φωλιά τούτου του ερημίτη αετού. Σαν έλαμπε το φεγγάρι μέσα στο πέτρινο δάσος κατέβαινε θεατής ο αετός, στέκονταν πάνω στο καμπαναριό και οι κρωγμοί του ηχούσαν σε όλη την πόλη. Μα είχα μήνες τώρα να τον δω απ’ την ημέρα που πέθανε ο πατέρας και ήρθε να κράξει στη στέγη του σπιτιού μας.
… Άρχισα ένα κρυφό διάλογο με την σπηλιά ψηλαφίζοντας τις κρυφές πτυχώσεις και τα ανάγλυφα σχήματα στα παγωμένα τοιχώματα. Δυο πλάσματα αγαπούσα πιότερο στη ζωή, τον αετό και τον πατέρα. Γιατί θεέ μου τα πήρες και τα δυο; Μ’ ακούς; Μήπως σε νάρκωσαν οι φλοίσβοι των αιώνων, μήπως τα μοναστήρια φτάσαν πολύ ψηλά και δεν ακούς τις φωνές της πόλης; Απαρηγόρητος ο πόνος μου, ούτε ένα φτερό δεν υπήρχε μέσα του να πετάξει μακρυά στον κάμπο , να χαθεί. Ώσπου έστριψα το κεφάλι προς το κενό και για πρώτη φορά ήρθα αντιμέτωπος με την ψεύτικη διάσταση του φόβου. Ναι μπορούσα να πετάξω, αρκεί να το αποφάσιζα. Κάποιος γέροντας ανέβαζε ξύλα . Πήδηξα με μιας για να πετάξω μα γαντζώθηκε η ζωή μου απ’ το δίχτυ και το μόχθο της ξύλινης ανέμης. Λίγα δευτερόλεπτα στον αέρα και πίστεψα πως θα άνοιγα φτερά. Με ανέβασε στο μοναστήρι. Άναψε μια φωτιά στο τσίγκινο βαρέλι προσφέροντας μου μια κούπα ζεστό σαλέπι.
…Κάθισε απέναντι μου, έβγαλε μια ξύλινη φλογέρα και ξεκίνησε το τραγούδι. Μέσα απ’ τα μαβιά σύννεφα του ουρανού ξεπρόβαλε ένας γύπας που στην πλάτη του κουβαλούσε ένα κούκο. Από πίσω ακολούθησε ένας αετός με μια χελώνα και μια κουκουβάγια με ένα φίδι. Ο καλός γέροντας είχε στα ράσα του σπόρους. Αφού τάισε τα πλάσματα με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε ”Να φιλιώσεις την ζωή με τον θάνατο παιδί μου, όπως η χελώνα εμπιστεύεται τον αετό, όπως ο κούκος τον γύπα, σαν το φίδι την κουκουβάγια. Μόνο έτσι θα αγαπήσεις το είναι του θεού μέσα σου και θα μεταλάβεις την σοφία Του”
…Έσκυψα και πήρα ένα σπόρο καλαμποκιού. Τα πουλιά είχαν χορτάσει πια. Ο ήλιος έδινε την θέση του στον έναστρο ουρανό που στάθηκε πάνω απ’ την πόλη. Ήταν ώρα να κλείσουν οι θύρες του μοναστηριού. Τα πουλιά με τα ζώα στις ράχες πέταξαν στον ουρανό και εγώ κατέβηκα με το δίχτυ και τα ξύλα στη γη. Να τ’ ανάψω στο σπίτι, που με περίμενε η μάνα καρδιοχτυπώντας για την ζωή μου. Πάνω στο βράχο του Βαρλαάμ χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Θα ξημέρωνε η ζωή την επομένη, στις βουτιές των νεοσσών ελπίδων μέσα στο διάχυτο φως της Ανατολής..

Εύα Λόλιου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου, 2018, σε Πεζά. Σχολιάστε

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΣΑΝ ΣΕ ΦΙΛΟ ΜΑΚΡΙΝΟ C : ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

26815197_2056479877915670_4407187147199240629_n

 

Γράφοντάς σου κάτω από τη γενναιοδωρία του ήλιου
ήθελα να σου πω, μη ξεγελιέσαι ότι ο άνθρωπος
είναι ασήμαντα μικρός.
.
Η αλήθεια είναι πως περιέχει όλη τη θάλασσα
μαζί με τα νησιά της, κομμάτια τ’ ουρανού και των αστέρων.
Μη ξεγελιέσαι πως ο άνθρωπος είναι μικρός.
Μέσα του κατοικούν δαίμονες και Θεοί,
όλες οι τρικυμίες του κόσμου και μικρά διαλλείματα
γαλήνης κι αρμονίας…
.
Α ναι! Υπάρχει κι ο Έρωτας .
Αυτός δεν είναι μήτε δαίμονας μήτε Θεός.Είναι και οι δύο, με την τρικυμία του να κρύβεται πίσω απ’ τη γαλήνη.
Κραταιός, γλυκύς και άδικος σαν το θάνατο.
.
Για να σε καταλάβω και να σου γράψω αυτό το γράμμα,
έπρεπε ν’ ανέβω όλα τα σκαλοπάτια των ανέμων
ως το χάος και να ξαναγυρίσω.
Να βάλλω όλους τους ωκεανούς σου
σε μια κουταλιά νερό.
.
Έπρεπε να δω τη δικαιοσύνη να μου ζητά βοήθεια τρέμοντας
μπροστά στην πόρτα του Έρωτα.
Είσαι μια ολοζώντανη ψυχή φίλε μου
κι οι ζωντανές ψυχές πονάνε τόσο,
που κάνουν το πολύ να φαίνεται για λίγο.
Να όμως που έχουν τη δύναμη να πετάξουν
θαρρείς κι ο πόνος βγάζει τα φτερά.
.
Αν μακρινέ μου φίλε δεν πονέσει η ψυχή
θα μείνει βαλτωμένη σα να μη έκανε
καμιά διαδρομή, φεύγοντας όπως ήρθε
σαν αφηρημένη, δίχως ν’ αφήνει πίσω τίποτα
που να λογιάζεται για κάτι…
.
Ή μάλλον όχι. Αφήνει κάτι σημαντικό:
Τον πόνο που προκαλεί στις ζωντανές ψυχές
και τις κάνει να πετάξουν!
Πέτα φίλε μου και μη φοβάσαι.
Πόνεσε με πάθος, με αλήθεια, πόνεσε με δύναμη
βάζοντας τις λεπταίσθητες χορδές σου γι’ αντιζύγιασμα.
Κι εγώ ας βοηθήσω από μακριά
να είναι το ταξίδι σου όμορφα επώδυνο.
Η σκέψη μου μαζί σου
κάτω από τη γενναιοδωρία του ήλιου.

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 18 Ιανουαρίου, 2018, σε Πεζά. Σχολιάστε

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΦΑΖΑΝΙΔΗΣ

15230589_1866173190279674_2921529269595009214_n

Τέτοιες μέρες συχνά έρχονται στη μνήμη μου κάτι Χριστούγεννα απο τα διηγήματα του Παππαδιαμάντη,γεμάτα από αυθεντική κατάνυξη και σοβαρότητα,πολύ μακριά από το λαικό φολκλόρ ,σφραγισμένα από την απλή και απόλυτα φυσική βίωση του υπερβατικού νοήματος της γέννησης του Χριστού.Ήθη και έθιμα σε συνειδητή αρμονία με κάθε πράξη γιορτασμού και με αγάπη που δυναμοποιούσαμε, κάθε σχέση αυθεντικότητας και δημιουργίας,σαν το δέντρο που ισχυροποιεί τις ρίζες του, για να τινάξει τα κλαδιά του στον ουρανό. Εμείς ,σήμερα κόβοντας τις ρίζες μας καταδικάσαμε τα κλαδιά μας σε μαρασμό και πτόση.Παρόλα αυτά,τα Χριστούγεννα, έστω και σαν μια μακρινή μηχανική ανάμνηση,έρχονται κάθε χρόνο, χτυπούν τη πόρτα μας,περιμένοντας έστω και την ύστατη στιγμή, να αφυπνιστούμε στη συχνότητα του νοήματος που επί αιώνες κομίζουν,και που μέσα του περικλείει όλο το Φως της Ζωής…!!!Εύχομαι μια όμορφη μέρα αρωματισμένη με κανέλα κι με πλατιά χαμόγελα ψυχής,!!!

 https://m.youtube.com/watch?v=sfLmpKTqugM

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 20 Δεκεμβρίου, 2017, σε Πεζά. 1 σχόλιο

Αγία Κυριακή ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

24862189_2037984503098541_4652757622828546617_n

Όμορφη και φέτος. Ολόξανθη και ηλιοκαμένη. Ο μπάτης σου στέλνει το διάφανο φύσημα, η όστρια γέρνει πάνω σου τον ίσκιο των γλάρων της αθώας σου θάλασσας. Εδώ το βρεμένο βότσαλο, εκεί οι λευκοί αφροί. Στο βάθος ο γέροντας άνεμος, νότια του σπάρου η πλατιά ουρά. Τις νύχτες το μελί φεγγάρι σου λουσμένο στα νερά.
Τοπική αυτοδιοίκηση, Εξωραϊστικός Σύλλογος, εραστές του ωραίου, φιλόπονοι καταστηματάρχες της ταβέρνας του << Αχινού >> και του << Γρηγόρη >>, φτωχοί ψαράδες, σκυφτοί εργάτες, βασανισμένοι κοντά στα φύκια και στα όστρακα, ανέσυραν από την τσέπη τους και τον τελευταίο όβολό τους και σε προίκισαν με την ομορφιά που αφήνουν τα δειλινά σου χαμόγελα.

Όλα τα παλιά σου τσάβαλα στην καρότσα τα φόρτωσαν και τα πέταξαν. Σ’ έκαναν ν’ αστράφτεις βάζοντας στη θέση τους, τα καινούρια προικιά σου: καθαρή αμμουδιά, ομπρέλες χρωματιστές, κάδους αστραφτερούς, στύλους βαμμένους, ντους με καθαρό νερό που ρέει στα γυμνά κορμιά σαν φλοίσβος από φιλί.
Χαίρονται οι λουόμενοι στην πρώρα των αφρών σου, τα πασπατεμένα με την αρμύρα σου κορμιά τους στην χαρακιά της άμμου σου καταθέτουνε. Στου φύλλου το πράσινο, το καπελάκι της εκκλησίας ασπρίζει, στους ελαιώνες σου η αγριάδα σαλεύει με το μάραθο, στους κήπους σου μια μεγανθής αγράμπελη στεφάνια με λευκούς ανθούς φτιάχνει. Στ’ αγνάντιο σου ράχες δελφινιών, κόκκινες ψαρόβαρκες, φρεσκοβαμμένα καίκια γλιστράνε στην ειρήνη του κόλπου σου. Στην πλώρη τους κορίτσια γυμνά, τρελά από τα παιχνίδια του Ζέφυρου σφυρίζουν την κοχύλα τους.
Και ο ανασασμός της θάλασσάς σου ολονυχτίς και ολημερίς, όλο το καλοκαίρι δε θα σταματάει. Κι όσο δεν θα ‘ρχονται δυνατές μπόρες και κακά χαλάζια στα νερά σου θα χανόμαστε. Άλλοι για αχινούς, άλλοι για πεταλίδες, κάποιοι για φρεσκοπλυμένα χορταράκια. Γλάροι λευκοί, καλλίφωνοι, τραγουδιστές και τενόροι του << ε για μόλα, ε για λέσα >> στους πηχτούς μαστούς των νερών σου θα κρυβόμαστε.
Ύστερα τ’ ανάποδα λάμδα και τα κυματιστά ωμέγα στη ράχη του γαλάζιου πελάγου σου θα διαβάζουμε. Θα παραγγέλνουμε καινούρια σειρά ούζων, το φρέσκο σου γαύρο θα γευόμαστε, τσουρουφλισμένοι από κορμάκια, φίνα και ζεστά, θα τραγουδάμε πρίμο σεκόντο: << Γύρω – γύρω η θάλασσα γυαλί, μα η σκέψη μου έγινε πουλί, λάμπει ο ήλιος τώρα από ψηλά, στο μυαλό μου έρχονται πολλά… >>

Πηγή : http://ellinikoxronografima.blogspot.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου, 2017, σε Πεζά. Σχολιάστε

Ήταν εκεί η θάλασσα

 

 

 

21430325_1999962583567400_1003969194702709663_n

Ήταν εκεί η θάλασσα. Και πολλά άσπρα καράβια. Και ο ήλιος ασάλευτος, μια ανάσα από την επιφάνεια του νερού.
Κι έλεγα, τώρα θα σμίξουν. Και χιλιάδες κομμάτια θα πυρακτώσουν τα κύματα. Και πίδακες ολοπόρφυροι θα στολίσουν τον ουρανό. Και θα ταραχθεί το στερέωμα. Και θα μείνει άλαλη η κραυγή του φόβου.
Κι έλεγα, είναι η ώρα να παραδώσω τις ενοχές μου. Όμως, ο ήλιος καρφώθηκε εκεί, μια ανάσα πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που ήρθε η νύχτα και τον πήρε.
Τότε, μια γυναίκα με πρόσταξε:
-Έλα!
Κι ήταν η προσταγή γλυκιά και η φωνή γνώριμη.
-Μητέρα! ψιθύρισα.
Δεν αποκρίθηκε. Μου έδειξε όμως την τριανταφυλλιά στην αυλόπορτα.
-Όλοι διψάμε, της είπα κι εκείνη έφυγε.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω, σκέφτηκα.

Ήταν ένας δρόμος μακρύς, στεφανωμένος με βάγια. Κι επάνω, ψηλά πεύκα, γέρικα πεύκα. Κι επάνω, ο άνεμος. Και τα πουλιά αόρατα, απανταχού παρουσία. Και στην πύλη ένας βασιλικός πλατύφυλλος, και πίσω από την πύλη η πλατεία άδεια, και τα παραθυρόφυλλα κλειστά, και η γερόντισσα ορθή, σαν ίσκιος στο κεφαλόσκαλο.
-Πού πήγαν; τη ρώτησα.
-Πέθαναν, μου είπε.
-Κι εσύ;
-Κι εγώ πέθανα!
-Θεέ μου! στέναξα.
Μου αποκρίθηκε ο άνεμος μ’ ένα ψιθύρισμα παράξενο, έξω απ’ τον τόπο. Κι είδα την τριανταφυλλιά διψασμένη στην αυλόπορτα.

Ήταν εκεί ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος. Κατέβαινε τους μικρούς λόφους και χανόταν στο πέρασμα των ορέων.
-Εδώ θα αναπαυτώ, σκέφτηκα. Προφυλαγμένος από την ανάμνηση των σκληρών βράχων, από τη βοή του πλήθους, από το σύνθημα του χρέους.
-Εδώ, θα σε κοιτάξω κατάματα ουρανέ. Δεν σου χρωστώ. Τη θύμηση πασκίζω να γαληνέψω. Με το φόβο να συμφιλιωθώ, με το φόβο. Όλους τους ξένους που κατοίκησαν το κορμί μου ν’ αγαπήσω.

Ήταν εκεί μια κοιλάδα. Κι ένα παιδί που έπαιζε στη ερημιά. Χτυπούσε μια μπάλα στην απέναντι πλαγιά κι αυτή γύριζε πίσω. Κι ακουγόταν ο ήχος, στα βουνά, δυνατός και επίμονος. Είχε βαλθεί να νικήσει τη μοναξιά, να διαλύσει τη σιωπή.
-Εγώ θα φύγω, έλεγε, συνομιλώντας τις νύχτες με τ’ αστέρια. Άλλοτε, ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της καρυδιάς και νόμιζες πως θα πετάξει. Κρυβόταν πίσω από τους θάμνους, πίσω από τις πέτρες. Να μη φανερωθεί ποιος ήταν. Δεν ήθελε να ξέρουν γιατί έλεγε πως θα γίνει άλλος.
Χτυπούσε την μπάλα ακατάπαυστα και οι νυχτερίδες τρόμαζαν στα χαλάσματα. Το κόκκινο σκιάχτρο του χαμογελούσε κι ο ήλιος έκαιγε.
Ήταν φορές που έπαιρνε στα χέρια του όμορφα κρύσταλλα που κρέμονταν στις ρεματιές, σαν μακριά σπαθιά και έγλειφε άφοβα την παγωνιά. Όμως, τα καλοκαίρια, όταν έβγαινε το φεγγάρι, έπαιρναν μορφή οι σκιές των βράχων, οι σκιές των δένδρων, ηχούσε παράξενα η σιωπή κι ο φόβος θέριευε.
Στάθηκε μπροστά μου. Είχε στα μάτια του, μια βουρκωμένη απόφαση. Τα μαλλιά μπούκλες
-μπούκλες έπεφταν σ’ ένα πρόσωπο άσπρο απ’ τη σκόνη, με χαρακιές σαν πολυδαίδαλες κοίτες απ’ τον ιδρώτα.
-Γιατί με ξέχασες; ρώτησε.
-Δεν είχα θάλασσα, είπα.
Γέλασε. Στην αρχή χαμηλόφωνα, ύστερα δυνατά. Κι ακούστηκε το γέλιο σαν σεισμός στις φυλλωσιές. Και μου φάνηκε πως το βουνό παραμέρισε, αφήνοντας πέρασμα στον ορίζοντα.
-Φόρτωσες ένα καράβι όνειρα κι έφυγες μονάχος, είπε.
Κοίταξα γύρω μου. Το δάσος είχε επεκταθεί στο παλιό ξέφωτο, σημάδι πως οι άνθρωποι είχαν χαθεί από καιρό. Μα, εκείνη η γωνία του σπιτιού ολόρθη στην επέλαση. Μόνο που την είχαν ζώσει οι κισσοί και τα κοτσύφια φώλιαζαν εκεί τώρα. Μαύρα κοτσύφια, με μύτες κεχριμπαρένιες. Όμορφα πουλιά, λυπημένα. Χορταριασμένη η αυλή και τσουκνίδες, πολλές τσουκνίδες στον περίβολο και βατράχια στη στέρνα, αιώνια βατράχια. Πώς να ξεχάσεις;
-Πάμε είπα. Όμως, το παιδί, γλυκά, με πήρε από το χέρι…
-Κάθισε! με πρόσταξε και μου ’δειξε μια πέτρα στον ίσκιο του πλατάνου. Εδώ, θα φτιάξουμε ένα νερόμυλο, συνέχισε.
Έτρεχε, έτρεχε μαζεύοντας πέτρες κι ύστερα, λάσπη από τις όχθες του ρυακιού κι έχτιζε. Έφερε κι ένα αγριόσυκο. Το κάρφωσε σ’ ένα ξύλο και μου το ’δωσε.
-Εσύ, θα φτιάξεις τη φτερωτή, είπε.
-Τι να τον κάνουμε τον νερόμυλο στην ερημιά; ρώτησα.
Με κοίταξε τρυφερά, παρηγορώντας με.
-Θα είναι όμορφος, μου είπε. Θα τον ονομάσουμε ονειρόμυλο!

Ήταν, εκεί, μια πόλη και οι καταρράκτες.
Και εκείνος, αμίλητος, παρακολουθούσε τη ροή του νερού. Κάπου -κάπου στέναζε σιγανά, ίσα που να βγει ο σκοτωμένος αέρας, αλλά, να μην ακουστεί.
Ανθισμένες πλαγιές, χιονισμένοι δρόμοι, κιτρινισμένα δένδρα και η παράγκα που ’βαζε νερό κι αέρα. Εκεί τον έστειλαν χωρίς να το θέλει και δεν μπορούσε να φύγει πριν έρθει η Άνοιξη, η άλλη Άνοιξη. Εκεί, που όλοι ήταν ομοιόμορφοι. Και τα σαββατοκύριακα απέραντα.
Δεν ήθελε να το πιστέψει πως το σφύριγμα του τρένου ήταν το τελευταίο αντίο. Και δεν ήξερε πού έφταιξε.
Πέρασε χρόνος πολύς για να καταλάβει πως δεν έφταιξε κανείς και όλοι πόνεσαν.
-Κουβαλάς μια αρχαία κατάρα, του είπε κάποιος.
-Κουβαλάς μια ευλογία, του είπε ένας άλλος.
Κι αυτός ήξερε πως είχε φορτωθεί και την ευλογία, και την κατάρα. Πρώτα, ήταν οι απολυτότητες που κατέρρεαν, ύστερα, η αμφισβήτηση του συστήματος των ιδεών, του τρόπου ζωής. Και μια αλυσιδωτή αντίδραση που δεν άφηνε μέσα του τίποτα όρθιο.
-Δεν είναι κακό αυτό, έλεγε και έπαιρνε δύναμη για μια ανάσα κι ύστερα πάλι, για μια προσπάθεια. Όμως, τα αφρισμένα νερά ορμητικά τον κατέκλυζαν. Και όσο πάλευε, περισσότερα νερά τσάκιζαν τη θέλησή του. Και όσο προχωρούσε βαθιά στην αμφισβήτηση, δεν είχε από πού να κρατηθεί εκτός απ’ την αγάπη. Κι αυτή του έκαιγε τα χέρια, του έκαιγε το μυαλό. Τότε ήταν, που έβαζε ενδιάμεσους στόχους, να επιβιώσει.
-Ας τελειώσει αυτή η θητεία!
Μα ήταν χρόνια οι ώρες. Κι οι μήνες αιώνες. Και εκατομμύρια τα γιατί. Κι οι άνθρωποι ξένοι. Και τα βιβλία φούντωναν τα σκιρτήματα και οι λόφοι έβαζαν φωτιές. Και το τρένο καθημερινά σφύριζε το τελευταίο αντίο. Και δεν ήθελε κανένας να τον λυπηθεί, παρά μονάχα να τον νιώσει.
Παρακολουθούσε αμίλητος τη ροή του νερού. Ερχόταν κελαριστό, γάργαρο κι ύστερα έσκαγε στα βράχια αφρίζοντας.
Τον έπιασα από τον ώμο. Μου χαμογέλασε.
-Εδώ είμαστε, μου είπε. Αυτή η θητεία δεν έχει τέλος. Θα φύγουμε όταν ξεχάσουμε. Μα δεν ξέρω αν πρέπει να ξεχάσουμε. Δεν φαντάζομαι χειρότερο θάνατο απ’ το λευκό χαρτί.
Κάποιος μου μίλησε για την σιωπή, συνέχισε. Όμως, τη σιωπή την περικλείουν λέξεις, την στολίζουν αισθήματα, σε συντροφεύει με ήχους. Δεν υπάρχει στο θάνατο σιωπή. Κοίτα! Τη βλέπεις αυτή την πεδιάδα; Την έκαψαν παράξενοι κεραυνοί. Γύρευα νερό να σώσω έστω ένα στάχυ, μα είχε λοξοδρομήσει το ποτάμι και δεν είχα σταγόνα μήτε τα χείλη μου να δροσίσω. Δες όμως, πάλι πρασίνισε. Υπάρχει όσο υπάρχουμε.

Ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος, κατέβαινε από ψηλά και χανόταν στο πέρασμα των ορέων. Εκεί, το ποτάμι κυλούσε ήσυχα . Χάιδευαν, το νερό, οι ιτιές και τα πλατάνια ανεστραμμένα στον υγρό καθρέφτη. Ακούμπησα σ’ ένα δένδρο γερό.
-Εδώ, θα πνίξω τις εμμονές μου, είπα. Εδώ, που όλα είναι διάφανα και το φως φτάνει βαθιά ως τον πυθμένα. Όμως, αυτές καθρεφτίζονταν στον ουρανό.
Έπνιξα τις σκέψεις μου στη θέα του νερού, καθώς βάρκες, πολλές βάρκες, κατέβαιναν το ποτάμι. Με νέους αμούστακους, κορίτσια άγουρα. Και σημαίες, κόκκινες σημαίες με το σύνθημα: Εις το μέλλον.
-Ελεάννα! φώναξα, Άλκη! Οδυσσέα!
Δεν αποκρίθηκε κανείς. Σιωπηλά κατέβαιναν το ποτάμι. Και καθώς ξεμάκραιναν, ήταν μια απόφαση βουβή που κυρίευε την κοιλάδα. Μνήμες παλιές, πνιγμένες στο σκοτάδι, ξεπηδούσαν από τις χαραμάδες.
Όχι! δεν στέρεψα, είπα κι ας μ’ έχτισαν χιλιάδες πέτρες. Κι ας με λύγισαν αναθεματισμοί, περισπούδαστες αναλύσεις, μακροχρόνιες ασκήσεις σωστών βηματισμών.

Στάθηκε ανάμεσα στις δυο λωρίδες.
-Να φύγω, είπε, όμως, γύρισε πίσω. Χωρίς να το καταλάβει, πήρε την απόφαση να εισέλθει σε μια μεγάλη γενιά. Ήταν όμως, εκεί, κι άλλοι νέοι, χιλιάδες νέοι, όμορφοι νέοι. Κι η θάλασσα, ανθρώπων θάλασσα. Και δακρυσμένα μάτια, άφοβα μάτια και φωνές που κομμάτιαζαν τον αέρα.
-Υπάρχουν μερικές στιγμές, όπου οι άνθρωποι ψηλώνουν απότομα, μου είπε, όταν τον βρήκα εκεί μετά από χρόνια στην ίδια φοινικιά. Κοιτούσε τις μαρμάρινες σκάλες, άδειες τώρα. Κι ύστερα, την καγκελόπορτα ξανά ορθή.
Όταν γύρισε για πρώτη φορά, ο φόβος πολιορκούσε ακόμη τα κτίρια, τον περίβολο, τον ουρανό. Κατέθεσε, εκεί, λίγα λουλούδια, σε μια τελετή μοναχική που δεν πρόλαβε η ιστορία να την καταγράψει. Οι χωροφύλακες, αμήχανοι, τα πέταξαν. Όμως, πρόλαβαν να στείλουν το μήνυμα στο νέο που ανέμιζε τη φωνή του να φοβηθεί το σίδερο.
Δεν ήταν αποκοτιά, είπε. Κι αν ήταν, ευλογημένη να ’ναι.
Την έκλεισα μέσα μου αυτή την ιστορία, συνέχισε. Μη μου τη βασκάνουν γερασμένα μάτια, μην την κουρσέψουν στις τελετές. Είναι η μνήμη ακριβή και στα συμπόσια, κάθε φορά στα συμπόσια, θρηνωδίες που τις βαφτίζουν σαλπίσματα.
-Πού πήγαν τόσα όνειρα; τον ρώτησα.
-Πού πήγαν; είπε κι εκείνος.
Κοίταξε με θλίψη τα άδεια παγκάκια και γέλασε σαρκαστικά.
-Το εβδομήντα εννιά ήμουν είκοσι πέντε αιώνων, είπε. Σιγά-σιγά αποκαταστάθηκε η συνήθης μονάδα μέτρησης του χρόνου.
-Και τώρα, τι γυρεύεις εδώ; Τον ρώτησα.
-Ξέμεινα, είπε, ξέμεινα. Κάθε φορά που έφευγα, με καλούσαν πίσω. Κι όταν γύριζα, μ’ έδιωχναν πάλι. Επέμεινα πως εδώ είναι το σπίτι μου και μου ’δειχναν κάτι χαλάσματα. Έλεγα, “εδώ είναι τα αγαπημένα μου πρόσωπα” κι αυτά περνούσαν αδιάφορα στο άλλο πεζοδρόμιο.
Γύρισε και με κοίταξε με μάτια κόκκινα.
-Εδώ, είμαστε εμείς, τεμαχισμένοι κι ορφανοί. Εδώ θα μείνω!

Οι βάρκες ξεμάκραιναν στο ποτάμι και οι σημαίες και τα παιδιά. Ανέβηκα στο μικρό λόφο, έβαλα τα χέρια αντήλια και τους είδα στην ήρεμη θάλασσα. Ώρα πολλή τους έβλεπα, σκιές στον ορίζοντα, μέχρι που ο ήλιος φίλησε τα νερά. Και τότε ένιωσα πως τον πήραν μαζί τους.
-Η άλλη μέρα θα ξημερώσει πάλι, σκέφτηκα. Θα έρθει το μέλλον. Και το μέλλον του μέλλοντος. Γιατί δεν μπορεί! όπου υπάρχει ο θάνατος, υπάρχει και η ζωή.
Ακούμπησα το κορμί μου στο χώμα κι είδα τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ουρανό. Αργά, πειθαρχικά. Λες κι ένας άνεμος τα οδηγούσε μελετημένα, έφευγαν τώρα μακριά, πίσω απ’ τη θάλασσα, πίσω απ’ την άλλη θάλασσα. Κι ετοιμάστηκε ο ουρανός να δεχτεί τα’ αστέρια, εκατομμύρια αστέρια. Και τότε, μια γνώριμη πάλι φωνή, μου θύμισε τη διψασμένη τριανταφυλλιά.
-Κοίτα! της είπα. Μοιάζουν τα αστέρια με φωτεινά τριαντάφυλλα κι ο ουρανός μ’ ένα ροδώνα. Αν είναι να χαθώ εδώ, ας χαθώ.
-Όχι! μου είπε, όχι!
Έκλεισα τα μάτια μου για να ξεκουραστώ. Είχα ακόμα ταξίδι.

-Εδώ θα ζήσεις, του είπαν, κι είδε μια πόλη ξένη. Μια λίμνη και πίσω ένα βουνό. Και γύρω πολλά βουνά και πάνω ομίχλη και κάτω ομίχλη κι ένα ρολόι που κινούσε αργά τους δείκτες του, μετρώντας τις ώρες σε αιώνες.
-Δεν έχω δύναμη, παραπονέθηκε.
Κανείς δεν τον άκουσε και, μονάχος, πήρε την απόφαση να στερεώσει τον βηματισμό του. Μόνο που ήταν δύσκολες οι μέρες και τα βράδια, όλα τα μερόνυχτα. Και τα κορίτσια πάνω-κάτω στην πλατεία διαλαλούσαν την κλειδωμένη τους αγνότητα.
Κι αυτός, ώρες πολλές, έβρισκε καταφύγιο, εκεί, στην ψηλή πολυκατοικία πάνω απ’ το καμπαναριό, όπου είχε την αίσθηση πως μπορεί να δραπετεύσει στον ουρανό. Κι έγραφε, έγραφε κι ύστερα κλείδωνε τις σκέψεις του στα συρτάρια, να κιτρινίσει ο πόνος.
-Είναι δύσκολο να θυμάμαι, είπε μια φορά.
-Δεν αξίζει, του απαντούσαν. Δεν αξίζει, του έλεγαν καθημερινά κι αυτός θύμωνε. Αρνιόταν τις προτροπές και θύμωνε.
-Δεν θα προδώσω την ανάμνησή μου, έγραφε. Δεν θα την προδώσω, ξανάγραφε.
Ήταν ένα μυστικό συμβόλαιο με τον εαυτό του, μια υπόσχεση, ένας όρκος.
Ήταν τεμαχισμένοι οι δρόμοι κι έπρεπε εκεί υπομονετικά, στο σκοτάδι, να βρει περάσματα. Να ταξινομήσει χιλιάδες ερωτήματα, να μην υποκύψει στον πειρασμό των διαγραφών.
-Δεν υπάρχει ζωή χωρίς το τώρα, του έλεγαν.
-Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς το παρελθόν, έλεγε.
Του έλεγαν, “πρόσεχε”. Κι αυτός ήθελε να αναμετρηθεί μια και καλή με τον πόνο.
-Η θα νικήσω, ή θα χαθώ, σκεφτόταν και γύρευε την αλήθεια κατάματα να συναντήσει.
Κι αν ευτελής βρεθείς μπροστά μου,συνέχιζε, θα το ξεπεράσω. Ό,τι μεγάλο μου κληροδότησες, θα το γυρέψω σ’ άλλες αγάπες. Μόνο που πρέπει να το σώσω μες στην καταιγίδα. Για αυτό, μη στέλνεις άλλους κεραυνούς, θα με τυφλώσουν. Και τότε, πώς εγώ τυφλός σε δρόμους τυφλούς θα το ψάξω;
Έγιναν τα μάτια σου μέταλλο, τα λόγια ανάθεμα, τα λάθη μου ερινύες. Και μου ’κλεισες την πόρτα μες στη νύχτα. Και μήτε κερί δεν μου ’δωσες να περπατήσω στις σκοτεινές στοές, μήτε νερό, να υγρανθεί το στόμα μου, να βγει η κραυγή, να ελαφρώσω.
-Θα ’ρθουν όμως καιροί, έλεγε πάλι, που ο σπαραγμός μου θα υμνηθεί. Όταν χαθούν τα ονοματεπώνυμα και γίνει ο καημός μου σύμβολο. Όταν, οι λέξεις θα πάλλονται αυτόνομα και τα άλλοθι της σιωπής σου δεν θα μπορούν να κρύψουν τη μικρότητά τους.

Τα χρόνια περνούσαν κι η ομίχλη εκεί, αιώνια. Κι ήταν αυτή που έδινε ταυτότητα στην πόλη και η βροχή, μαύρη βροχή, πίσω απ’ το τζάμι.
-Ο έρωτας σε φέρνει μια ανάσα από την ψύχωση, του έλεγαν.
Όμως, αυτός έβλεπε το τέλμα και το ονόμαζε αρρώστια, έβλεπε τη συνήθεια και την ονόμαζε θάνατο. Κι έλεγε, “πρώτα να τελειώνουμε μ’ αυτούς τους θανάτους”. Κι ήταν δύσκολο. Γιατί ο έρωτας είχε εξοριστεί σ’ αυτή την πόλη, τα όνειρα είχαν επικηρυχθεί. Γιατί οι αδύναμοι είχαν συνασπιστεί για να κρύψουν την ανομολόγητη δυστυχία τους. Κι έχτιζαν κάστρα για να προστατέψουν την ψευδαίσθηση. Κι αυτός δεν μπορούσε να διαβεί την πύλη, δεν ήθελε να τη διαβεί. Κι άλλοι τον χλεύαζαν, άλλοι τον συμπονούσαν. Τότε ήταν που γύριζε πίσω στα κιτρινισμένα χαρτιά, στις παλιές φωτογραφίες και γύρευε καταφύγιο στο φεγγάρι.
Κι άλλοτε, πάλι, επέμενε στη συλλογική προσπάθεια. Όμως, κι εκεί δεν τον καταλάβαιναν, γιατί μιλούσε για περίεργες θύελλες που θα σαρώσουν την έλλειψη τόλμης.
-Πρέπει να αλλάξουμε για να σωθούμε, έλεγε.
Κι οι άλλοι προέβαλαν τους μύθους ως φοβέρα. Κι έχτιζαν ναούς κι άλλους ναούς να προσκυνάνε.
-Δεν θα αντέξουν τους σεισμούς, έλεγε, μα τον περιγελούσαν αναπαράγοντας την ηθική ενός κόσμου που ήθελαν ν’ αλλάξουν.
-Η επανάσταση χρειάζεται πειθαρχία, έλεγαν και εννοούσαν υποταγή.
-Η επανάσταση χρειάζεται έρωτα, έλεγε αυτός, χρειάζεται όνειρα ανυπότακτα. Όμως, μες στην ομίχλη όλοι βάδιζαν ανήξεροι κι ανέμελοι.

Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο αν και ο ουρανός ήταν ακόμα γαλανός. Λες και ήθελε ο κατακτητής το βασιλιά να περιπαίξει.
-Τι να σε κάνω, Θεέ! μου όταν δεν μπορείς να με ζεστάνεις; Έλεγε.
-Όλοι έχουμε την ανάγκη από κάπου να κρατηθούμε, του απαντούσαν.
Κι αυτός που είχε περπατήσει χρόνια στα σκοτάδια, δεν έβρισκε μήτε Θεό, μήτε άνθρωπο να απολογηθεί. Γονάτιζε, τότε, στον ίσκιο του ψηλού δένδρου, στο ξέφωτο, και ψιθύριζε τους καημούς του στον άνεμο.
-Μετανοώ! έλεγε, μετανοώ! Για όλες τις σκληρές αλήθειες που είπα, για αυτές που έγραψα, για αυτές που ένωσα. Για αυτές που γύρισαν πίσω και μ’ εκδικήθηκαν. Όμως είχα μισήσει το ψέμα κι έλεγα πως η αγάπη μπορεί να παιδεύει. Και πολλές φορές οι λέξεις είχαν μαχαίρια, τα μάτια βούρκωναν και προθέσεις έχαναν το δίκιο τους.
-Μετανοώ! έλεγε, για όσο πόνο σκόρπισα. Μα ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου;
-Ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου; Ξανάλεγε κι έπαιρνε τα λόγια του η σιωπή. Και το ψηλό δένδρο στο ξέφωτο, αμίλητο. Και στο βαθύ πηγάδι η ηχώ της φωνής του, και οι λέξεις, που γίνονταν κραυγές κι ύστερα σκόρπια φωνήεντα, σκόρπια σύμφωνα, μια ματαιότητα αδυσώπητη.
Οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα ή είχαν ξεχαστεί. Και το ρολόι κινούσε αργά τους δείχτες του διαστέλλοντας το χρόνο, διαστέλλοντας τη μοναξιά.
-Δικάστε με! έλεγε, μα, δεν έμπαινε κανείς στον κόπο του. Και τότε, σκηνοθετούσε η μοίρα τη δίκη του. Και ομολογούσε, ομολογούσε για να ξαλαφρώσει. Όμως, κανείς δεν τον πίστευε. Κανείς δεν τον άφηνε να λυτρωθεί.

-Όλα είναι εφήμερα, του ’λεγαν κι αυτός μιλούσε για την αιωνιότητα των στιγμών. Κι έλεγε, “οι ουρανοί εδώ υπάρχουν”. Μόνο που αργούσε αφόρητα να ξαστερώσει κι ήταν εκεί το σύννεφο, γεμάτο θλίψη. Και γύρευε ένα τρυφερό άγγιγμα να πάρει δύναμη, να ελπίζει.
Όμως, είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος, γιατί έμοιαζε διαφορετικός. Κι όλα τα δάκτυλα ήταν ομοιόμορφοι δείκτες που ξόρκιζαν τις κρυμμένες ενοχές. Κι ένιωθε, κάποιες ώρες, πως η μόνη του ελπίδα να υπάρξει είναι να τον λυπηθεί η βροχή, ο άνεμος να τον προσπεράσει.
Κοίταζε τότε τα γυμνά κλαδιά και σκεφτόταν πως δεν υπάρχει έλεος.
-Κι αν έλθεις, έλεγε, κάποια στιγμή, το χάδι σου να μου χαρίσεις, δε θα με βρεις. Αλλού, άλλη μοναξιά θα με ταξιδεύει.
Είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος κι αυτός την πίστη του ζωογονούσε, μέσα στην απελπισία.

Η μοναδική βεβαιότητα είναι η αμφιβολία, έλεγε. Κι αυτοί του μιλούσαν με γνωμικά προγόνων. Με αποσπάσματα γνωμικών. Και θεωρούσαν την ανατροπή, που αυτοί επαγγέλονταν, σαν τη μόνη δίκαιη ανατροπή. Κι αυτός φώναζε πως έχουμε ανάγκη να ανατρέψουμε την ακινησία σε κάθε στιγμή, να υπηρετήσουμε τη συνεχή μεταλλαγή. Μιλούσε για την απουσία, που γίνεται παρουσία ζωογονημένη από το όνειρο, και αυτοί του πρότειναν την πραγματικότητα. Μια άδεια πραγματικότητα. Κι έλεγε μέσα του:
-Εδώ στα λασπόνερα θα σηκώσω τα αστέρια. Ένα-ένα θα τα πλύνω με καθαρό νερό κι αμόλυντα θα τα καρφώσω στον ουρανό, να φύγει το σκοτάδι.
Όμως, οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα κι η πόλη είχε τεμαχιστεί σε μαύρα τετράγωνα. Και τα κορίτσια είχαν σφραγίσει τα χείλη τους. Οι επιθυμίες δραπέτευαν απ’ τα μάτια τους, δραπέτευαν απ’ όλο το κορμί.
Έλεγε πως δεν μπορείς να χαρείς, αν όλα δεν τα δώσεις. Και του μιλούσαν για αόρατες πληγές που τις βαθαίνει ο φόβος. Κι απαντούσε πως φόβος μόνο στο θάνατο δεν υπάρχει. Κι έλεγε πως η ερημιά του πλήθους, είναι ο θάνατος, η έλλειψη πάθους, είναι ο θάνατος.
Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο, όμως, κρυφά στα απάνεμα ζέσταινε την ελπίδα. Και φανταζόταν στιγμές, όπου σταματούσε ο ομοιόμορφος βηματισμός κι άρχιζε ο χορός στη μεγάλη πλατεία. Και τότε, έβλεπε τα αγαπημένα πρόσωπα να ξεμακραίνουν χαμογελώντας. Κι έλεγε, “αυτό το χαμόγελο θα λύσει τα μάγια”. Μα, ήταν ακόμα αδύναμες οι ηλιαχτίδες κι αργούσε να ξημερώσει.

Όταν τον είδα μετά από χρόνια, εκεί, δίπλα στη λίμνη, με κοίταξε με γαλήνη και μου είπε:
-Δεν είναι η θάλασσα.
-Δεν είναι η θάλασσα, του απάντησα, μόνο που φαίνεται πως ήρθε ο καιρός.
-Όχι! μου είπε. Πρέπει να λατρέψουμε το τώρα και το πριν, να γίνει η ανάμνηση συνάντηση στο μέλλον. Ξέρεις, συνέχισε, τους προσπεράσαμε τους καιρούς μας και στο θρίαμβο της δικαίωσης, ανακαλύπτεις μια καινούργια μοναξιά. Πήγαινε εσύ, μου είπε, σε περιμένει μια διψασμένη τριανταφυλλιά, στο σπίτι με τα αγριόχορτα, στους καταρράχτες, στη μεγάλη πολιτεία. Πρέπει όλοι να ξεδιψάσουμε, πριν ανοιχτούμε στο πέλαγος.

Ήρθε το χιόνι κι έφερε σύννεφο, λευκό, και αστραπές παλιάς μνήμης. Κι είπα, “θα ανασύρω ότι απώθησα, τώρα που μπορώ να τ΄ αντέξω”. Και ντύθηκε η νύχτα νύφη. Κι ο φόβος χάθηκε. Και σώπασαν οι κραυγές και οι ψίθυροι σώπασαν. Κι ήταν τα βλέμματα που μιλούσαν και τα αμέτρητα λευκά δάκρυα του ουρανού που άγγιζαν απαλά το χώμα, άγγιζαν απαλά τα δένδρα και χαμογελούσαν.
Κι έβγαλε η νύχτα τα μαύρα που φορούσε. Και σώπασε ο αιώνιος θρήνος. Κι ένιωσα, στον ουρανό, την απουσία που τη σκοτείνιαζε. Κι είπα:
-Σε συγχωρώ, για όσα μου ’κρυψες, για όσα, φριχτά, στα όνειρά μου έστειλες. Θα ζήσω μέσα στις αναλαμπές. Με το πάθος της ανάμνησης. Με του μέλλοντος, του άλλου μέλλοντος την ουτοπία. Είναι Θεά, είναι η δική μου Θεά.
Κι ήρθε το χιόνι κι έφερε τοπίο λευκό. Κι έμοιαζαν όλοι μόνοι, γαλήνια μόνοι. Κι είπα :
-Στείλε μου ένα φιλί. Αμόλυντο θα στο γυρίσω πίσω.
Και τότε ήρθε ένα σημάδι, που ράγισε της πέτρας το στερέωμα.

Ήταν μια βροχή κι ένας ήλιος μαζί. Και ζωγράφιζε, η άλλη Άνοιξη, διαπερνώντας τα σύννεφα, χρυσαφένια ξέφωτα στο βαθυπράσινο λόφο.
-Πρέπει να ξεδιψάσουμε, είπα, μα είναι ο χρόνος λίγος.
-Είναι πολύς ο χρόνος ακόμα, μου αποκρίθηκε η άλλη φωνή. Πάντα ο χρόνος είναι πολύς, αν έτσι το νιώθεις.
-Κι ο πόνος; Δεν τον νίκησα τον πόνο.
-Μήτε σε νίκησε.
-Κι οι πέτρες, τα ξυπόλητα πόδια, η αυγουστιάτικη φοβέρα του ουρανού; Το διστακτικό βήμα στη μεγάλη πόλη, η οπτασία στα ορφανά παγκάκια; Οι δρόμοι χωρίς ονόματα; Τα χρόνια που τα γύμνωσε η αλήθεια;
-Κάθε γυμνό δικό σου. Δεν δείχνει μόνο την ασκήμια, ακτινοβολεί και την κρυμμένη ομορφιά.
-Ποιος θα το νιώσει;
-Αυτοί που θα διαβάσουν τα κρυφά σου μηνύματα.
-Μα θα είναι λίγοι.
-Λίγοι θα είναι για πολύ. Για λίγο πολλοί θ’ αγγίξουν τον παλμό σου. Αξίζει αυτό το λίγο.

Κοίταξα, πίσω μου, τον ελαιώνα. Μπροστά τη θάλασσα και πάνω μου τον ουρανό. Και τότε, ένιωσα να το μιλούν από παντού:
-Το μεγάλο τέλος είναι η αρχή. Γι’ αυτό κι ο ήλιος αρνείται να σμίξει με τη γη και οι χιλιάδες εκρήξεις ματαίωσαν τη μεγάλη έκρηξη.
Το ένιωσα να το μιλούν από παντού και προχώρησα.
Κι είδα πορτοκαλιές ανθισμένες. Και σπίτια λευκά. Και παιδιά να τρέχουν στα λιβάδια. Και καράβια, πολλά καράβια. Κι είδα τους ξένους μου να πλησιάζουν, από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι όσο με πλησίαζαν φαινόταν το χαμόγελό τους, σαν άσπρο τριαντάφυλλο. Και γινόταν ένα, κι ύστερα, ένα μ’ εμένα.
Κι η γνώριμη φωνή δεν ήταν πλέον προσταγή, ήταν ενθάρρυνση.
-Πήγαινε! πήγαινε!
Κι ήταν εκεί η θάλασσα…

Βαγγέλης Φίλος
Από το βιβλίο Αλιάνθη, Ιωάννινα 2007

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, 2017, σε Πεζά. 1 σχόλιο

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΦΑΖΑΝΙΔΗΣ

13895196_1803390393224621_3105342756530574688_n

Η ζωή του σήμερα είναι οι αναμνήσεις του αύριο. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ζωής έχουν την τιμή να γίνουν αναμνήσεις. Να περάσουν μερικά στρώματα συσσωρευμένων γεγονότων και να βγουν στην επιφάνεια.
Συχνά, τις θέλεις αυτές τις αναμνήσεις. Τις αναζητάς ανάμεσα σε χιλιάδες ανυποψίαστα μικροπράγματα της καθημερινής τρέλας. Συχνά, επιχειρείς να τις κατασκευάσεις. Όχι να τις ανασκευάσεις, αλλά να τις κατασκευάσεις, για σένα ή για τους άλλους. Τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός, με ψυχρή σχεδόν νηφαλιότητα (ή τυφλωμένο συναισθηματισμό) αναλαμβάνεις την πρωτοβουλία να το κάνεις σημαντικό. Να το χαράξεις απαλά και ύπουλα στη μνήμη. Έχεις αγωνία να μη μείνει ξεχασμένο. Και αναλαμβάνεις αυτό που συνήθως ο χρόνος κάνει από μόνος του, ήρεμα όπως μόνο εκείνος ξέρει. Μα τί αλαζονεία!
Κι όμως, είναι μάλλον αυτός ο μοναδικός σου τρόπος να αντιδράσεις απέναντι στην ισοπεδωτική ηρεμία του ευγενούς χρόνου. Αν δεχτούμε ότι είσαι μια συνάρτηση που μεταβάλλεται (και) με το χρόνο, τότε οι αναμνήσεις σου έχουν αξία μόνο ως προβολές του σημερινού σου εαυτού πάνω σ’ αυτούς που προϋπήρξαν. Δεν έχουν αξία ως σύμβολα των προηγούμενων εαυτών σου, γιατί δεν επιλέχτηκαν από αυτούς και είναι πια όλα τόσο θαμπά που δεν ξέρεις με βεβαιότητα τί πραγματικά ήσουν και τί θυμάσαι πως ήσουν.
Έτσι, προσπαθείς να κατασκευάσεις σήμερα τις αναμνήσεις του αύριο. Να σταματήσεις για λίγο, προσπαθώντας δειλά να ανακτήσεις τον έλεγχο. Να τοποθετήσεις δωράκια μέσα σε κρυφά συρταράκια του μυαλού που θα ανοίξουν απρόοπτα την κατάλληλη στιγμή. Επιτηδευμένη κατασκευή, χωρίς αμφιβολία.
…Αγριεμένος κοιτώ τον ήλιο κατάματα. Θαρρείς γιατί ξεθωριάζουν από τον ξύπνιο μου εικόνες. Παρελθόν. Τραβώ ίσια το δρόμο και γυρισμό δεν έχω. Έτσι πρέπει. Έτσι μου πρέπει. Έπειτα κοιτάζω θαρραλέα το ηλιοβασίλεμα και γαληνεύω. Ηρεμία. Κουδούνια από τα ζώα ακούγονται λες και νεράιδες στο πέρασμά τους ακουμπούν τις μικρές καμπανούλες. Δεν ψάχνω να βρω κάτι παρά μόνο την ηρεμία που μου ανήκει. Παίρνω θάρρος από την γάτα που με μεγαλεπήβολα σχέδια προσπαθεί να πλανέψει ένα πουλί στο δέντρο. Πώς να την θεωρήσω? Κουτή ή τολμηρή? Υπάρχει πάντα αυτό το κενό…. Το κάπως διαφορετικό…. Δεν με τρομάζει θαρρώ πως ίσα που με στεναχωρεί αρκετά. Όχι δεν θα πω πως κουράστηκα να κυνηγώ το πλήρες. Ξέρω που βρίσκεται είναι μόνο που με παίρνει χρόνια και σκέψεις για να το χωνέψω να πω πως, το πρώτο βήμα το έκανα. Θυμάμαι έκτοτε να κυνηγώ το χρόνο και να εμμένω με τον τόπο, θυμάμαι να κυνηγιέμαι άλλοτε από ανούσιες σκέψεις και άλλοτε από βαθιές μελαγχολικές θυμίσεις που εμφανίστηκαν σαν να ήταν πρώτη φορά που τις έβλεπα.
Κάπου λοιπόν σε κάποια χώρα υπάρχει ένας παράδεισος…..

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΦΑΖΑΝΙΔΗΣ

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, 2017, σε Πεζά. Σχολιάστε