Αρχείο

Ο ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ (Μία αναφορά στο έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου) Γράφει ο Πάνος Χατζηγεωργιάδης (Μουσικοσυνθέτης μέλος της Peforming Rights Society του Λονδίνου, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος) Στην Ρόζα το παρόν αφιερώνων με κείνη δά την άσπιλη ψυχή που τριγυρίζει αναμέσα των αιώνων και δεν γνωρίζει μήτε ώρα μητ εποχή ! Νικηφόρος Βυζαντινός

67694630_2314644731989635_6416734058516054016_n

Τι μπορεί να πεί κανείς για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Αποτελεί απο
μόνος του ένα μοναδικό κεφάλαιο στην νεοελληνική μας λογοτεχνία. Ένα
κεφάλαιο ίσως παραγκωνισμένο για την ώρα, αλλά πάντα επίκαιρο. Και ο
Ξενόπουλος παραμένει σταθερά επίκαιρος, διότι διαμέσω των βιβλίων του
τα οποία είναι κυρίως ηθογραφίες της εποχής του και πρωτύτερα,
σκιαγραφεί και φωτογραφίζει την ανθρώπινη φύση. Ο Ξενόπουλος αν και
χαρακτηρίζει συχνά τον εαυτό του ως τίποτε άλλο παρά απο “απλός
εργάτης της τέχνης”, είναι ένας μεγάλος συγγραφέας.

Και είναι μεγάλος οχι μόνον διότι ασχολείται με μεγάλα, διαχρονικά
ζητήματα, αλλά γιατι και τα αποδίδει στο κοινό με έναν χαρακτηριστικό
τρόπο. Με μια γραφή που σου εντυπώνεται και δεν την ξεχνάς ποτέ. Και
όταν κάτι σου εντυπώνεται με τέτοιο τρόπο και τόσο βαθιά στο βάθος της
συνείδησης σου, σε σημείο τέτοιο που να αποτελεί μέτρο σύγκρισης για
την λογοτεχνία που θα διαβάσεις, τότε τούτο πάει να πεί πως αυτός ο
ταπεινός, απλός εργάτης ως αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος, έσκαψε και
ανέσκαψε βαθιά, μέσα στην ψυχή σου.

Ο Ξενόπουλος δεν είναι λοιπόν, μόνον ένας απλός εργάτης της τέχνης.
Είναι και ένας φωτογράφος άρτιος της ανθρώπινης ψυχής. Είναι ένας
πορθητής της και βαθύς αναλυτής της. Απογυμνώνει τους χαρακτήρες του
εμπρός σου και σε προστάζει να τους ψηλαφίσεις, κομμάτι – κομμάτι, ως
τα μύχια της ψυχής τους, που δεν είναι άλλη απο ψίγματα της δικής σου
ψυχής. Για αυτό και τον νιώθεις τόσο σταθερά οικείο.

Τι κι αν έγραψε πριν απο εκατό χρόνια, τι κι αν περιγράφει την ζωή του
Σολεμού, της Ρόζας, της Έλλης Κατεριά, του Παύλου, Της Ρηγγίνας Λεζά,
της Στέλας Βιολάντη και όλων των άλλων φανταστικών χαρακτήρων που σε
συγκινούν. Και σε συγκινούν διότι είσαι εσύ σε ορισμένες φάσεις της
ζωής σου. Πρώτα σε αγγίζουν τα φαντάσματα του κι έπειτα τα αγγίζεις
και τα προσεγγίζεις εσύ. Κι αυτό είναι η μαγεία της πραγματικής
λογοτεχνίας. Της λογοτεχνίας που είναι μοναδική και δεν είναι προιόν
μηχανής και τεχνικής.

Και πάμε τώρα στο προκείμενο του γιατι συντάσσεται το παρον. Τα
τελευταία αρκετά απομεσήμερα του καλοκαιριού ασχολήθηκα με την
ανάγνωση του Ξενοπουλικού “Κατήφορου”. Ήταν μια ευχάριστη μα και
γλυκόπικρη εμπειρία. Γεμάτη συγκίνηση, γεμάτη αντιφάσεις, γεμάτη
έντονα συναισθήματα.

Οργή, εξευτελισμός, αγωνία, απογοήτευση, ελπίδα, απόγνωση, διαφθορά
ψυχική και σωματική, απελπισία, θάνατος. Ακολούθησα ένα προς ένα τα
βήματα της Ρόζας. Συνεκινήθην εώς δακρύων οχι μόνον για το τραγικό μα
και λυτρωτικό τέλος που κρίνω πως δεν πρέπει να αποκαλύψω σε όσους δεν
έχουν έρθει σε επαφή με το κείμενο, αλλά με την διαδρομή αυτού του
κοριτσίου, που το μόνο της έγκλημα ήταν πως “δεν γνώριζε τον κόσμο’.
Και η Ρόζα έμαθε αυτόν τον κόσμο με τον πλέον άσχημο τρόπο.

Κρίνω επίσης καλό πως μια κριτική βιβλίου δεν θα πρέπει να αναφέρεται
στην υπόθεση και να την αποκαλύπτει, αλλά στις εντυπώσεις της πλοκής
επάνω στην ψυχή του ανθρώπου που θα γράψει δύο γραμμές επί του έργου.
Μόνον τότε έχει κάποια αξία. Πάντα για μένα σε ένα έργο τέχνης, δεν
μπορεί να παίζει αποκλειστικό ρόλο η τέχνικη της σύνταξης του,
μοναδικό κριτήριο για μένα είναι η αλήθεια που προσφέρει ή οχι ένα
κείμενο στον τελικό του παραλήπτη. Τον θεατή, τον ακροατή, τον
αναγνώστη.

Το βασικό λοιπόν ζήτημα που πραγματεύεται ο Ξενόπουλος στο παρόν του
εκτενές βιβλίο, είναι αφενός ο θάνατος των προηγούμενων εαυτών μας
μέσα στο διάβα της ζωής και των καταστάσεων, καθώς και η τελική
αποξένωση η πλήρης απο το αρχικό μας ας μου επιτραπεί ο όρος, πετσί.

Αυτός ο θάνατος της Ρόζας μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα. Αυτή η
καταβύθιση του άσπιλου σώματος και της κατάλευκης ψυχής της μέσα στην
τεχνήτη απο ανθρώπινα χέρια φτιαγμένη λίμνη της βρωμιάς, του βούρκου,
της σαπίλας, της αρρώστιας, της φθοράς που η ζωή την πετά ξαφνικά μέσα
απο συμπτώσεις που επηρεάζονται απο τον χαρακτήρα της, θρέφοντας την
τραγική συνέχεια, είναι το συγκινητικό στοιχείο στην όλη αυτή ιστορία.

Αυτό είναι που σε συγκινεί σύγκορμο και σκέπτεσαι πως στη θέση μιάς
Ρόζας θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα η αδελφή, η μητέρα, η γυναίκα, η
κόρη του καθενός και τώρα και πάντα.

Τόσο τραγικό μα και τόσο επικίνδυνο. Τόσο ανθρώπινο και εύκολο να
συμβεί. Ένα στραβοπάτημα και ο κατήφορος ανοίγεται χάσκων εμπρός σου.
Και σύ τον αγνοείς και δεν τον βλέπεις, διότι η συνήθεια είναι το
χειρότερο και το καλύτερο πράγμα στην ζωή. Εδώ είναι τραγικό στοιχείο
αυτή η νέκρωση στην φθορά. Αυτή είναι και η τραγικότητα της Ρόζας που
δεν έχει την δύναμη να βαδίσει ενάντια στο ρεύμα. Η ζωή την παρασέρνει
και την πετά στα βράχια της προσωπικής της συντριβής.

Η Ρόζα. Η Ρόζα είναι ένα ναυάγιο ετών ούτε είκοσι έξι. Στέκει εκεί ο
ίσκιος της και σε κοιτά. Δεν κλαίει πια, είναι μια ζωντανή – νεκρή.
Δεν νιώθει πιά τίποτα και για κανέναν. Έχει περάσει το στάδιο της
σιχασιάς για τον κόσμο. Τους τιμωρεί και αυτοτιμωρείται με το να μην
νιώθει τίποτα πλέον για καμιά κατάσταση, για κανένα πρόσωπο. Δεν μιλά
η Ρόζα, έχει μάθει στην σιωπή. Δεν ουρλιάζει η Ρόζα. Δεν έχει την
δύναμη για όλα αυτά, νιώθει πως όλα είναι άσκοπα και πως το πεπρωμένο,
αυτό το Forza del destino της Τραβιάτας του Βέρντι, είναι φύγειν
αδύνατον. Και δίπλα στη Ρόζα πόσοι άλλοι δεν διαφθείρονται. Είναι απο
πριν πιο διεφθαρμένοι γιατι ξέρουν καλύτερα απο αυτήν τον κόσμο ;
περπατάνε δίπλα της στην ατραπό της διαφθοράς ; υποτάσσονται στις
συνθήκες ; νιώθουν ξένοι απο τον εαυτό τους ; έχουν εαυτούς η πράττουν
όπως τους έρθει εκείνη την ώρα ;

Η γλυκιά, λεπτή στους τρόπους και στο σώμα, η καλαίσθητος, η ρομαντική
Ρόζα δεν υπήρξε ποτέ. Και είναι δειγμα καλής λογοτεχνίας το γεγονός
πως σε συγκινεί ένα φάντασμα. Δεν υπήρξε ποτέ μα υπάρχει και θα
υπάρχει αιώνια. Ρόζα είναι το κάθε κορίτσι, το κάθε πλάσμα που τα
όνειρα του θα συντριβούν απο την καθημερινότητα. Θα μαραζώσει πριν
ανθίσει, θα ξεραθεί το άνθος απο κάθε χυμό της ζωής και της ψυχής και
μαζί με τα χαμένα νιάτα θα κλάψει για κείνη την χαμένη αθωότητα που
δεν θα ξαναγυρίσει και κείνη της ποτέ. Που έσβησε πριν σβήσει ο ίδιος
ο άνθρωπος με το φυσικό του τέλος.

Οι δειλοί θα πεί ο Σαίξπηρ, πεθαίνουν πολλές φορές πριν απο τον θάνατο
τους. Οχι μόνον ποιητά μου των αιώνων οι δειλοί. Και οι ρομαντικοί
πεθαίνουν πολλές φορές πριν απο τον θάνατο τους. Τους σκοτώνει κάθε
μέρα η ζωή, ως το τέλος. Ως το τέλος που θα μας θυμίζει ο Κώστας
Ουράνης, απο τους τελευταίους ποιητές που εγώ προσωπικά υπολογίζω για
ποιητές.

“Μήνυμα δε μου έρχεται κανένα
κι άνοιξη πια καμμία δεν περιμένω:
στο δρόμο το γυμνό που περπατάω,
ωσότου να πεθάνω ― θα πεθαίνω!”
«Nel mezzo del’ cammin…», Κώστας Ουράνης.


Πάνος Χατζηγεωργιάδης
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης
Member of Performing Rights Society/London/UK.

Λίνος Κόκοτος , ένας χαρισματικός δημιουργός ! Κάπου στο 1960, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί βλέπει να φέρνουν στο σπίτι του, φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο, το πρώτο του πιάνο. Η χαρά του είναι απερίγραπτη. Στα μεταχειρισμένα πλήκτρα του μαθαίνει να βγάζει τις πρώτες μελωδίες, ενώ στο ίδιο πιάνο θα γράψει πολύ αργότερα τις επιτυχίες που θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της ελληνικής μουσικής

69242068_2465153017048352_6615871033238880256_n

 

Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το Φεβρουάριο του 1945 και τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Αιγάλεω. Μέλος της χορωδίας του σχολείου του από πολύ μικρός, πραγματοποίησε αργότερα σπουδές στο Ωδείο Αθηνών (1961). Ο πρώτος καλλιτέχνης που πίστεψε στο ταλέντο του και τον ενθάρρυνε έμπρακτα στο ξεκίνημά του την ίδια χρονιά, ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Πέντε χρόνια αργότερα (1966) παρουσίασε τη δουλειά του στις μπουάτ της Πλάκας μαζί με άλλους συνθέτες του «Νέου Κύματος». Ο πρώτος του δίσκος που κυκλοφόρησε ήταν οι «Ώρες» (1969) από την εταιρεία «LYRA» του Αλέκου Πατσιφά.

Εν συνεχεία γνωρίσθηκε ή συνεργάσθηκε με μια πλειάδα ερμηνευτών και στιχουργών, μεταξύ των οποίων οι Αργύρης Βεργόπουλος, Άκος Δασκαλόπουλος, Τάσος Μωραΐτης, Γιώργος Ζωγράφος, Νίκος Καλλίτσης, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Σπανός, Μάνος Λοΐζος, Νίκος Ξυλούρης, Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Μιχάλης Βιολάρης, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Σωτηρία Μπέλλου, Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Ρένα Κουμιώτη, Γιάννης Πουλόπουλος, Μαρία Δουράκη, ενώ δούλεψε μαζί με τους Λευτέρη Παπαδόπουλο, Γιώργο Αρμένη, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και μελοποίησε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη (1973, «Θαλασσινό Τριφύλλι»). Το 2015 επέστρεψε στο προσκήνιο με νέες δημιουργίες[2]

Τα έργα του κινούνται από το χώρο της δισκογραφίας έως του θεάτρου, στο οποίο επίσης συνεισέφερε, γράφοντας τη μουσική πολλών παραστάσεων.

69273492_2465153047048349_9071150961296146432_n

Ο Λίνος Κόκοτος παίζει ακόμη στο ίδιο πιάνο. Όπως τότε που ήταν μικρό παιδί…

Ο σπουδαίος συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στην Popaganda με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του δουλειάς.

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο. Όταν ήμουν πέντε, ήρθαμε στο Αιγάλεω όπου μεγάλωσα στις γειτονιές και στις αλάνες του. Ήμασταν γείτονες με τον Ζαμπέτα που τον θυμάμαι κάθε Κυριακή να παίζει τάβλι με τον Στράτο Παγιουμτζή, στην πλατεία Δαβάκη, ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους, όπως οι Πολυκανδριώτης και Καλδάρας.

Ο πατέρας μου, ένας χαρισματικός πλανόδιος μικροπωλητής, είδε την κλίση μου στις τέχνες και συχνά με πήγαινε σε μουσικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής και θέατρα. Πάντα όμως, φρόντιζε να πάμε κάπου που δεν θα λειτουργούσε απωθητικά για ένα παιδί.

Στη γειτονιά υπήρχαν δύο αδέρφια που έπαιζαν ακορντεόν και κόλλησα μαζί τους. Από την άλλη, ο γιος ενός πελάτη του πατέρα μου, ο Γιώργος Βασσάλος, έπαιζε επίσης ακορντεόν. Πηγαίνοντας στο μαγαζί τους, βρίσκει ένα μεταχειρισμένο ακορντεόν και το βάζει στην αγκαλιά μου. Ο πατέρας μου έδωσε 3.000 δραχμές κι εγώ γέμισα με μια απερίγραπτη χαρά. Ο Βασσάλος θα μου έκανε μαθήματα. Ξεκινήσαμε με τα Κύματα του Δούναβη, αλλά μόλις έπαιξα τις πρώτες νότες, παρασύρθηκα και άρχισα να ξεφεύγω από το μάθημα αυτοσχεδιάζοντας.

Το πιάνο ήρθε με τρίκυκλο

Δυο χρόνια αργότερα, ο πατέρας μου είδε ότι η αγάπη μου για μουσική χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο από ένα ακορντεόν. Έτσι, το 1960, κοντά στο Μπαρουτάδικο όπου μέναμε, είδα να έρχεται το πρώτο μου πιάνο φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο. Είναι αυτό που έχω ακόμα στον χώρο μου και ό,τι έχω γράψει, είναι επάνω στα πλήκτρα του.

Έπεσα με ορμή στα μαθήματα. Έπαιζα θέλοντας να βγάλω συναισθήματα ακαθόριστης μελωδικής γραμμής. Φυσικά, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα γινόμουν συνθέτης. Εξάλλου, αυτό δεν προδιαγράφεται. Απλά, άρχισα να αυτοσχεδιάζω γράφοντας μελωδίες. Μάλιστα, μελοποίησα δύο ποιήματα του Δροσίνη που υπήρχαν στο αναγνωστικό του σχολείου μας, το «Τρεχούμενο νερό» και τα «Άσπρα σπιτάκια» (Το χωριό μας).

Ο θείος μου είχε ραφείο δίπλα από την στοά όπου βρισκόταν το πρώτο κατάστημα του Νάκα και τύπωνε ο Θεοδωράκης τις παρτιτούρες του. Μια μέρα, συναντήθηκαν και του λέει ο θείος: «Μίκη, έχω έναν ανιψιό που μουτζουρώνει το πεντάγραμμο». «Πες του να περάσει από το σπίτι. Κωνσταντινουπόλεως 39, στη Νέα Σμύρνη».

Μέχρι τότε, ακούγοντας να μιλούν όλοι για τις παραστάσεις του, νόμιζα ότι ο Μίκης ήταν μεγάλος σε ηλικία και ξαφνιάστηκα που τον είδα τόσο νέο. Πήρε τις παρτιτούρες από την μελοποίηση του Δροσίνη και άρχισε να τραγουδά. «Διακρίνω συνθετικό ταλέντο» είπε και με προέτρεψε να πάω στο Ωδείο Αθηνών για να αναβαθμίσω την θεωρητική μου γνώση. Επειδή όμως είχε ολοκληρωθεί η διδακτική χρονιά, μου λέει «Θα σε στείλω σε έναν νέο συνθέτη. Λέγεται Γιάννης Μαρκόπουλος». Θα έκανα μαζί του το πρώτο σολφέζ, το καλοκαίρι, και από Σεπτέμβρη θα προχωρούσα πιο γρήγορα στο Ωδείο.

Από τα μαθήματα με τον Μαρκόπουλο θυμάμαι ότι ήταν πάντα ανήσυχος από τις μελωδίες που στριφογύριζαν στο μυαλό του. Μετά τα μαθήματα διατηρήσαμε φιλική σχέση. Μάλιστα, το «Μικρό παιδί σαν ήμουνα» το πρωτόπαιξα στο σπίτι του Μαρκόπουλου, στην οδό Κερκύρας, στην Κυψέλη. Τους στίχους έγραψε ο Βεργόπουλος. Ο πατέρας του ήταν φίλος με τον δικό μου. Μια μέρα συζητούσαν για τις ασχολίες των γιων τους. Ο δικός μου είπε ότι έγραφα τραγούδια και ο δικός του ότι έγραφε στίχους. Έτσι γνωριστήκαμε με τον Αργύρη και γράψαμε δυο-τρία κομμάτια.

Η γνωριμία με τις μπουάτ και ο Πατσιφάς

Τριγυρνώντας στα στενά της Πλάκας, έφτασα στις Εσπερίδες όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μέχρι τότε, είχα συνηθίσει μεγάλες ορχήστρες όπως της Λυρικής ή μεγάλων μαγαζιών. Στη μπουάτ ήταν τελείως διαφορετικά. Ένας μικρός χώρος, ένα πιάνο ή κιθάρα και ο τραγουδιστής. Ήμουν διστακτικός, αλλά ακούγοντας τα τραγούδια, μαζί με ένα όμορφο αστείο που «πέταξε» ο Γιάννης Αργύρης, άλλαξε η διάθεσή αμέσως.

Ένας συνομήλικός μας έπαιξε τρία τραγούδια στο πιάνο. Ήταν ο Γιάννης Γλέζος. Αυτό ήταν αφορμή να με παροτρύνουν να παίξω κι εγώ. Κάποιος φώναξε στον Ζωγράφο «Γιώργο, κι ο φίλος εδώ παίζει πιάνο». Ανάμεσα στα κομμάτια μου ήταν και το «Μικρό παιδί». Τότε με φώναξε ο Αργύρης λέγοντας «Αυτό που έπαιξες, είναι μεγάλο τραγούδι». Ο Ζωγράφος πρότεινε να το πάμε στη Λύρα. Ο Πατσιφάς έβγαζε μια δεκτικότητα και ηχογραφήσαμε αμέσως. Στην κιθάρα ήταν ο Μαυρουδής. Μπουζούκι έπαιζε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με βαλβίδα στο φάρυγγα. Δεν ήξερα τι πενιά θα έβγαζε. Μετά έμαθα ότι ήταν ο Χάρης Λεμονόπουλος και σκεφτόμουν «Να μην το ξέρω νωρίτερα, να του φιλήσω τα χέρια». Μάλιστα, μια κατέντζα από μπουζούκι που ακούγεται στο τέλος του κομματιού, είναι δικός του αυτοσχεδιασμός. Στην άλλη πλευρά του δίσκου υπήρχε το «Απόβραδο» με δικούς μου στίχους. Είναι οι μοναδικοί που έγραψα. Δεν έκανα εγώ για στιχουργός.

Ο δίσκος έκανε επιτυχία, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Όταν όμως ακούσαμε το δισκάκι με τον Γιώργο σε ένα δισκοπωλείο, δεν μας άρεσε ο ήχος. Φαινόταν σαν «ψόφιο» γιατί εμείς είχαμε στο αυτί μας τον ήχο του στούντιο που έκανε μεγάλη διαφορά.

Έκτοτε άρχισαν και οι παραγγελίες από τον Πατσιφά. «Λίνο, θα κάνεις δυο τραγούδια για τον Πουλόπουλο» είπε μια μέρα. Στο μεταξύ, στο σπίτι του Μαρκόπουλου, είχα ήδη γνωρίσει τον Άκο Δασκαλόπουλο και επικοινωνούσαμε με τον Πουλόπουλο. Μάλιστα, είχαμε φτιάξει μόνοι μας το «Ένα μαχαίρι» που το παίξαμε στον Πατσιφά, μόνο με ένα πιάνο και μας έστειλε κατευθείαν για ηχογράφηση. Στην άλλη πλευρά ήταν το «Χάθηκαν οι ώρες».

Αφού κάναμε και δυο κομμάτια για τον Βιολάρη που γινόταν ίνδαλμα, κάποια στιγμή, ο Πατσιφάς είπε ότι ήταν ώρα να κάνουμε ένα LP. Ήταν «Οι ώρες» με Πουλόπουλο, Βιολάρη και Ζωγράφο, ενώ υπήρχαν δύο τραγούδια που χρειάζονταν γυναικεία φωνή, Στην Λύρα όμως δεν έβρισκα την κατάλληλη. Ώσπου μια μέρα, έφερε ο Πατσιφάς μια νέα τραγουδίστρια. Ανεβήκαμε σε ένα καμαράκι όπου κάναμε τις ακροάσεις. Παίζω τα κομμάτια ακούγοντάς την και λέω «Αυτό είναι. Βρήκα την καρφωτή φωνή που ήθελα». Δεν είναι τυχαίο που πολλοί την αποκαλούσαν «Ο θηλυκός Μπιθικώτσης». Ήταν η Ρένα Κουμιώτη. Όταν βγήκε ο δίσκος, μαζευτήκαμε σπίτι του Δασκαλόπουλου, όλη η παρέα -Λοΐζος, Καρούζος, Κοντογιώργος, Άκος κι εγώ- και κάναμε τις κριτικές μας.

Από ‘κείνες τις εποχές, μόνο ωραία πράγματα έχω να θυμηθώ. Υπήρχαν βραδιές που έλεγες «Να μην ξημερώσει». Δεν ήταν όμως «κούφια» ξενύχτια. Γράφαμε, δημιουργούσαμε. Βέβαια, υπάρχει και μια διαφορά. Από τα τέλη 70 και μετά, ο κόσμος άκουγε τα νέα τραγούδια σε δισκοπωλεία. Παλιότερα, οι περισσότεροι έπρεπε να έρθουν στην μπουάτ για να ακούσουν νέα κομμάτια.

Το Θαλασσινό Τριφύλλι του ανώνυμου ποιητή

Το «Θαλασσινό τριφύλλι» ήταν εξετάσεις για μένα. Μια μέρα, με παίρνει τηλέφωνο ο Πατσιφάς ζητώντας να περάσω από την εταιρεία. Μπαίνω στο γραφείο και μου δίνει δύο ποιήματα, τα Τζιτζίκια και το Ερημονήσι. Όσο διάβαζα τόσο κάτι έτρεχε μέσα μου, δεν έβλεπα υπογραφή του ποιητή. Ο Πατσιφάς δεν ήθελε να μου πει το όνομά του. Τον «σταύρωσα», αλλά δεν έλεγε λέξη. Ζήτησε μόνο να ετοιμάσω τα κομμάτια χωρίς βιασύνη και μόλις νιώσω ότι είναι έτοιμα να πάω να τα ακούσει. Βγαίνοντας από το γραφείο του, να σου και ο Άκος. Περάσαμε όλη την ημέρα μαζί, ψάχνοντας τίνος μπορεί να ήταν τα κομμάτια. Φάγαμε το μεσημέρι σε μια ταβέρνα στο Κολωνάκι, μετά πήγαμε σπίτι του και πάλι έξω. Σκεφτήκαμε τον Γκάτσο, αλλά γιατί να διατηρεί ανωνυμία; Έκανε όμως άγια ο Πατσιφάς και δεν το αποκάλυψε. Αν γνώριζα ότι ήταν του Ελύτη, θα μου προκαλούσε άγχος, παρόλο που είχα ήδη παρευρεθεί παλιότερα σε πρόβες του «Άξιον Εστί» που το είχε ανεβάσει στο θέατρο Κεντρικόν, ο Θεοδωράκης, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Λίγες μέρες νωρίτερα, βρεθήκαμε στον Πειραιά με τον Γιάννη Γλέζο όπου έκανε πρόβα η χορωδία το «Άξιον Εστί». Μέχρι τότε, είχα διαβάσει όλα τα ποιήματα του Ελύτη.

Ακούγοντας τα κομμάτια ο Πατσιφάς, λέει: «Μπράβο! Τώρα θα σου πω και ποιου είναι». Μόλις είπε «του Ελύτη», μου κόπηκαν τα γόνατα. Άσε που αμέσως μετά θα τον συναντούσαμε και είχα άγχος για το πώς θα του φαίνονταν. Είχα εμπιστοσύνη όμως στον Πατσιφά.

Συναντιόμαστε και ξεκινάω να παίζω τα Τζιτζίκια. Τελειώνει το πρώτο ρεφρέν, παίζω δεύτερη εισαγωγή και ξανά ρεφρέν. Ένα χέρι ακουμπάει στον ώμο μου και ακούω τον Ελύτη: «Σταμάτα παιδί μου, έβγαλες αυτό που ήθελα. Ολόκληρη τη ζωγραφιά». Δεν το πίστευα.

Μετά, για κάθε καινούργιο τραγούδι πήγαινα σπίτι του, στο Κολωνάκι. Ήμουν συνεσταλμένος τότε και δεν μπορούσα ούτε στα μάτια να τον δω. Εκείνος ήταν μετρημένος. Δεν φλυαρούσε. Απλά, ανέφερε ότι έβρισκε ωραία τα κομμάτια. Μια μέρα πρόσεξε ότι δεν ήμουν χαλαρός και είπε: «Άκου να σου πω νεαρέ. Αυτή την περίοδο είμαστε συνεργάτες». Μου έδωσε τη δυνατότητα να «ξεδιπλωθώ» και, πάντα με σεβασμό, να μπορούμε να επικοινωνήσουμε πιο άμεσα, λόγω συνεργασίας. Έτσι υλοποιήθηκε το Θαλασσινό Τριφύλλι με Μιχάλη Βιολάρη και Ρένα Κουμιώτη. Ο Ελύτης μού είχε πει: «Αυτά τα κομμάτια θέλω να γίνουν σαν τα παραδοσιακά. Ας μην ξέρουν ποιος τα έγραψε. Απλά, να τα τραγουδάνε μικροί-μεγάλοι».

Στην ηχογράφηση έρχονταν διάφοροι στο στούντιο, όπως οι Γκάτσος και Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ήταν η εποχή του ενδιαφέροντος και πολλοί ήθελαν να δουν τις δουλειές των άλλων. Χειροκροτούσαμε ο ένας τον άλλον. Σήμερα σκλήρυναν οι άνθρωποι και αγρίεψαν τα συναισθήματά. Η τεχνολογία έπαιξε ρόλο στην απομάκρυνση των ανθρώπων.

Κατά τη γνώμη μου, μια από τις σημαντικότερες δουλειές μου είναι τα «Αντιπολεμικά» που ερμήνευσε ο Ξυλούρης και μάλιστα ήταν η τελευταία ηχογράφησή του. Με τον Νίκο γνωριζόμασταν γιατί ήταν βασικός συνεργάτης του Μαρκόπουλου. Όταν πήγα σπίτι του για να ακούσει τα τραγούδια, τα αγκάλιασε σαν ψυχούλα. Φυσικά, στο σπίτι του απολάμβανες κρητική φιλοξενία.

Στις 13 του μήνα είχαμε παρουσίαση του νέου cd. Μπορώ να πω ότι έχω μεγαλύτερη αγωνία από ότι είχα για τις Ώρες. Ίσως επειδή είχα καιρό να βγάλω δική μου ολόκληρη δουλειά. Ο τίτλος είναι «Ανεμογιαλός» και περιέχει τραγούδια με ποιητική διάσταση. Οι στίχοι είναι του Κώστα Λάζαρη και ερμηνεύουν οι Νίκος Ανδρουλάκης, Νένα Βενετσάνου και Θέλμα Καραγιάννη.

69585547_2465153063715014_979500766827905024_n

 

 

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λίνος_Κόκοτος

https://m.popaganda.gr/people/linos-kokotos-interview/

 

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ Αφιερωμένο κι ετούτο γραφήγημα στους αγαπημένους μου Φίλους Συνταξιδευτάδες.- Η Μνημοσύνη πιο γνώστη σαν μάνα κάθε Μούσας Θύμισε και στου ποιητή που ήτανε παρούσα Όταν εκείνος έγραφε τα της θεογονίας Το φοβερό κατακλυσμό στης γης την ιστορία…»

67366251_2873527896055717_3297161116563537920_n

‘’ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΌΜΗΡΟ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ… ‘’

Θαρρώ η γνώση ωφελεί τουλάχιστον δε βλάπτει
Όπως η άγνοια πολλούς κρατάει στο σκοτάδι
Απ’ τους αρχαίους τους καιρούς τι λέει η Ιστορία
Πως έχουν τα καθέκαστα τα της Μακεδονίας

Τι λέμε για να ξέρουμε
Κι οι άλλοι τι μας λένε
Ας έρθουνε κι οι γείτονες
Αν την αλήθεια ‘θένε
Σε ένα ταξίδι όμορφο
Με ξεναγό τη Μούσα
Κι αρχίζει απ’ τον Όμηρο
Που αναφέρει τούτα

«Οία τε φύλλα Μακεδνής Αιγείροιο…» μας λέει
Στο Η’ της Οδύσσειας για όποιον δεν το ξέρει
Στη γλώσσα που μιλούσανε οι αρχαίοι Μακεδόνες
Που ήταν η Ελληνική και θα ‘ναι στους αιώνες!

Μετά από τον Όμηρο
Των ποιητών σπουδαίος
Ως φέρεται ο Ησίοδος
Κι απ’ το δικό του έργο
Κατάλογος των γυναικών
Των Μακεδνών τη ρίζα
Γενάρχης γράφει ο Μακεδνός
Καρπός Διός Θυίας

Μας λέει του Δευκαλίωνα πως ήταν κόρη εκείνη
Κι ως αδερφή του Έλληνα ο ανιψιός προκύπτει
Όπως επίσης κι ο Γραικός παιδί της αδερφής του
Απ την Πανδώρα κι εγγονοί της Πύρρας Δευκαλίων

Οι μόνοι που επέζησαν
Απ’ όλους τους ανθρώπους
Όταν χιλιάδες χρόνια πριν
Κατέστρεψε τον κόσμο…

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΩΕ ‘’

Ο Δίας όπως ο Θεός την εποχή του Νώε
Με φοβερό κατακλυσμό κατέπνιξε την τότε
Την έκφυλη ανθρωπότητα και με τον ίδιο τρόπο
Φρόντισε εκείνος να σωθεί ένα ζευγάρι μόνο

Η Πύρρα ο Δευκαλίωνας
Που έφτιαξε ένα πλοίο
Στη λήξη του κατακλυσμού
Προσάραξε εκείνο
Σε μια πλάγια του Παρνασσού
Κοντά στην κορυφή του
Όπως του Νώε η κιβωτός
Στο Αραράτ το ίδιο

Ενώ σα-φως και προφανώς η βιβλική ιστορία
Μοιάζει απίστευτα πολύ με τη θεογονία
Με όσα ο Ησίοδος κατέγραψε σα μύστης
Σε έκσταση πνευματική λες κι η θεά η Μνήμη

Η Μνημοσύνη πιο γνώστη
Σα μάνα κάθε Μούσας
Θύμισε και στου ποιητή
Που ήτανε παρούσα
Όταν εκείνος έγραφε
Τα της θεογονίας
Το φοβερό κατακλυσμό
Στης γης την ιστορία

Μια τραγωδία επική που φαίνετε’ αληθεύει
Στη μνήμη τη συλλογική αιώνες χαραγμένη
Οι παραδόσεις των λαών το επιβεβαιώνουν
Με ιστορίες σχετικές σ’ ολόκληρο τον κόσμο

Ετούτα η μούσα ιστορεί
Απ’ τα παλιά βιβλία
Και επιστέφει γρήγορα
Στα της Μακεδονίας

‘’ Η ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑ ΚΙ Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΝΟΥ ‘’

Πρώτη γενιά κατακλυσμού το ζεύγος Δευκαλίων
Δεύτερη όλα τα παιδιά που απέκτησε εκείνο
Έλληνας κι Αμφικτύονας Πανδώρα και Θυία
Το πέμπτο η Πρωτογένεια κι όσα παιδιά αποκτήσαν

Τρίτη γενιά κατακλυσμού
Κι όπως οι άλλες δυο
Ίδια γραμμή το αίμα τους
Από του Δευκαλίων
Κι ο Μακεδνός σαν εγγονός
Κι ο Μάγνητας επίσης
Που αδέρφια ο Ησίοδος
Ομολογία δίνει

Ο χάρτης είναι μάρτυρας στη γη της Μαγνησίας
Της ύπαρξης του Μάγνητα και στη Μακεδονία
Του Μακεδνού και των παιδιών που απέκτησε εκείνος
Του Πίερου και Άμαθου που πάλι αποδεικνύουν

Του πρώτου τα Πιέρια
Που φέρουν το όνομά του
Τα όρη και τα πεδινά
Που άπλωσε η γενιά του
Το ίδιο και του Ήμαθου
Η Άμαθού μας δείχνει
Την ύπαρξη το όνομα
Που μαρτύρια δίνει

Ο τόπος ο πανέμορφος που λένε Ημαθία
Πιο πάνω απ του Πίερου στη γη Μακεδονία
Σε εκείνη όπως φαίνεται με μια ματιά στο χάρτη
Με τα παιδιά του έζησε ο Μακεδνογενάρχης…

Ετούτα η μούσα εξ-ιστορεί
Ενώ πριν συνεχίσει
Θυμάται σε αναλαμπή
Τι λέει η αρχαία ρήση
Η επίσκεψη του ονόματος
Είναι αρχή σοφίας
Κι αν πάει κανείς στων Μακεδνών
Λογιάζει σκέψη θεία

Να επισκεφτεί το όνομα να δει το πώς προκύπτει
Το έτυμο κι αληθινό του λόγου αποκαλύπτει
Ο θεϊκός μηχανισμός της ετυμολογίας
Η επίσκεψη του ονόματος μια συλλαβή η ριζά

Το Μακεδνός από το ‘’ μακ ‘’
Εκφράζει διαστάσεις
Γνωστό το μάκος δωρικά
Σε μήκος που αλλάζει
Ιξού το μάκρος και μακρύς
Ενώ το μακ και έδνος
Που εδάφους φέρει έννοια
Και Μακεδνοσυνθέτουν

‘’ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ‘’

Χρόνια αιώνες κύλησαν σαν το νερό στ’ αυλάκι
Σε μύλο πέτρινο παλιό η μούσα μας λογιάζει
Πως βρέθηκαν οι Μακεδνοί στη χώρα των Αργείων
Ποιός λόγος τους ανάγκασε να αφήσουν τη δίκη τους

Εκεί που ξαναγύρισαν
Τον έβδομο αιώνα
Όταν το Άργος άφησαν
Στη γη την πατρογόνα
Το γένος τους οδήγησαν
Οι τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών
Ηρακλειδών το γένος

Γαυάνης και Αέροπος μαζί με τον Περδίκκα
Που όταν ξεκινήσανε για τη Μακεδονία
Θαρρείς την Ιστορία τους πως γνώριζαν εκείνοι
Έκτος και αν το ένστικτό τους επαναπατρίζει

Σαν η πυξίδα το βορρά
Τους γυρισμού το δρόμο
Εάν σ’ εκείνους έδειχνε
Ποιός ξέρει αλήθεια όμως
Όλοι οι αρχαίοι ιστορικοί
Την ίδια ιστορία
Το πως εκείνοι γύρισαν
Στη γη Μακεδονία

Την ίδια ο Ηρόδοτος μα και ο Θουκιδηδης
Όπως και άλλοι ιστορικοί το μακρινό ταξίδι
Από το Άργος φεύγοντας με τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών που ανέλαβαν ηγέτες

Αν και κάνεις δεν εξηγεί
Ποιός ήτανε ο λόγος
Που εκείνους εξανάγκασε
Να φύγουν σ’ άλλο τόπο
Λιμός η πείνα η εχθρός
Μια λογική αιτία
Για προγραμμένο ραντεβού
Με δόξα κι Ιστορία

Αναρωτιέται η μούσα μας από τα γεγραμμένα
Καθώς εκείνη αναχωρεί σε καραβάνι μέσα
Παρέα με τους Μακεδνούς από την Αργολίδα
Τα καραβάνια στη σειρά για τη Μακεδονία

Από το νότο προς βορρά
Τη χώρα των Ελλήνων
Να διασχίζουν κάθετα
Στη γη τους να γυρίζουν
Πέρασαν απ την Κόρινθο
Και ύστερα απ τη Φθία
Στη Βοιωτία πέρασαν
Κι από τη Θεσσαλία

Αν και περάσανε πολλά λαγκάδια και ποτάμια
Χωρίς να συναντήσουνε κάποιο κακό στο διάβα
Παρενοχλήσεις η εχθρούς κατά τα γεγραμμένα
Ετούτα η μούσα ιστορεί πηγαίνοντας παρέα

Τα καραβάνια στη σειρά
Στου γυρισμού το δρόμο
Έρημα μέρη πεδινά
Παραδεισένιους τόπους
Αν και συνάντησαν πολλούς
Δε σταμάτησαν κάπου
Ένα ποθούσε η καρδία
Που όλο πλησιάζουν

Πιο πάνω απ τον Όλυμπο στη Βόρεια Ελλάδα
Στη γη τη πατρογονική σαν το παιδί τη μάνα
Μόλις εκείνη αντίκρισαν φτερούγησε η ψυχή τους
Ακόμη κι αν δεν ήξεραν πως ήτανε η δίκη τους

Το ένοιωσαν στο βήμα τους
Το μύρισαν στο χώμα
Οι απόγονοί του Μακεδνού
Τον έβδομο αιώνα

Όταν ξαναγυρίσανε στη μητρική κοιτίδα
Τα καραβάνια σκόρπισαν στη γη Μακεδονία
Οπού εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν για πάντα
Εκεί που είναι σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα…

‘’ Το πρώτο μακεδονικό βασίλειο ( 7ος – 8ος αιώνας π.Χ. ) ‘’

Ετούτα η μούσα ιστορεί στα της Μακεδονίας
Αφού περπάτησε καιρό στα αρχαία τα βιβλία
Τα όσα αντιλήφθηκε με στίχους γραφηγείται
Τα γεγονότα σε ροή το επόμενο που είδε…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 2-8-2019

Έπεται συνέχεια, απόσπασμα απ το τελευταίο ‘’χτένισμα’’ του βιβλίου…

‘’ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ…’’

Υ Γ : Μια ιστορία που όποιος τη γνωρίζει ή τη διαβάσει θα γνωρίσει κατά πολύ και των Ελλήνων.-

ΦΙΛΟΣΟΦΟ-ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

65836710_2430915230472131_2455236012016664576_n

Η αυτογνωσία δεν προσφέρεται, ούτε διδάσκεται αλλά είναι προσωπική κατάκτηση των άθλων στους οποίους θα χρειαστεί να προβεί κανείς, κάνοντας τις υπερβάσεις του.
Δια μέσω των υπερβάσεων θα ανακαλύψει νέες δυνατότητες, δυνατότητες, μέχρι πρότινος, άγνωστες, που φέρει, εν δυνάμει, εντός του· αυτές κατακτώνται από τον άνθρωπο που έρχεται στην επίγνωση ότι η ζωή λειτουργεί εν σχέση.
Η αυτογνωσία διευρύνει τα όρια πέρα απ’ τα οποία καθίσταται ευδαίμων.
Η Γνώση του εαυτού, η οποία ίσταται των θεωρητικών γνώσεων, τον συνδέει με τη σοφία του σύμπαντος, τον κάνει φιλόσοφο- παιδί του σύμπαντος!
Η Γνώση προϋποθέτει μια πορεία επιστροφής του ανθρώπου στη μοναδικότητά του, την εύρεση των στοιχείων που τον καθιστούν μοναδικό, την εύρεση των ταλάντων του.
Τότε, ως παις, παίζει το παιχνίδι του εαυτού του, δημιουργικά. Μάλιστα, ένα παιχνίδι το οποίο μοιράζεται, καθώς, το παιχνίδι του δίνει την επίγνωση της σχέσεως με τον άλλον και το όλον και γι’ αυτό αναζητάει το συμπαίχτη του στη δημιουργική αυτή πορεία, η οποία δεν περιορίζεται στο χρόνο, ούτε στο χώρο (διαλεκτική του γίγνεσθαι).
Η συνειδητότητα του όλου δίνει στον άνθρωπο την επίγνωση ότι είναι ον συμπαντικό.

Ο Λόγος, η επίσκεψη του Θεού στον άνθρωπο, η ηθική φιλοσοφία του Σωκράτους αποδεικνύουν την αλήθεια, δηλαδή, τη γνώση που υπερβαίνει τα όρια της σχετικότητας και κατατείνει στο απόλυτο. Έτσι, ο άνθρωπος ούτε δεσμεύει, ούτε δεσμεύεται. Ωστόσο, οι κόποι που θα μεσολαβήσουν, αφορούν μια προσπάθεια υπερβάσεων, πάντοτε, όμως, οι κόποι αυτοί είναι γόνιμοι και ευλογημένοι από το Θεό.

Η αντίληψη ότι η ζωή αρχίζει με τη γέννηση και τελειώνει με το θάνατο (γραμμικός χρόνος) εντείνει την ανασφάλεια για το αύριο και περιορίζει σε όρια χρονικά και ακόμα αποσπά από το γίγνεσθαι, το οποίο συμβαίνει μέσα στο συνεχές παρόν.

Η περιχαράκωση των αισθήσεων και ο εγκλεισμός στην ατομικότητα είναι συμπτώματα νοσηρότητας. Ο μαζικός τρόπος σκέπτεσθαι επέφερε την ανοησία (κατάργηση της νόησης).

Εάν, εν σκύψουμε στο θησαυρό της Ελληνικής γλώσσας, θα ανακαλύψουμε τη σοφία, η οποία αποκαλύπτει το ουσιαστικό νόημα της ζωής.
Σύμπαν (συν+παν) Τα πάντα στο σύμπαν κινούνται εν σχέση.
Γενέθλια ( γέννηση+άθλος)=γεννιέται ο άνθρωπος για να κάνει άθλους
Γέρος (ιερός)
Αλήθεια (α-λήθη)= Μνήμη
Νεότητα (ιδιότητα του Νοός. «είναι δε νέα τα όντα σημαίνει γιγνόμενα αεί είναι» Κρατύλος του Πλάτωνος)
Δίκαιον (διαϊόν)
Τιμωρία (η τιμή της μωρίας)
Μωρία=ανοησία
Συνγκίνηση (συν+κίνηση)
Μόρφωση (φτιάχνω τη μορφή μου) Πραγματικά η μόρφωση είναι κατάκτηση μιας διαλεκτικής διεργασίας.

Συχνά επαναλαμβάνω τη φράση του Πλάτωνος : «το δε νέα εἶναι τα ὂντα σημαίνει γιγνόμενα ἀεί εἶναι·..»(Κρατύλος 411c,) Η νεότητα είναι μια δυνατότητα ανανεώσεως του ανθρώπου δια μέσω του νοός. Αυτή την δυνατότητα την αγνοούν όσοι πορεύονται με την αντίληψη του γραμμικού χρόνου. Χρέος μας είναι, αλλά και δικαίωμα, να την επανακτήσουμε εμείς οι Έλληνες, τουλάχιστον!
Την ανανέωση αυτή την εμποδίζουν οι πολλές πληροφορίες. Οι θεωρητικές γνώσεις βρίσκονται, πάντοτε, υπό αναθεώρηση, μέσα στη σχετικότητα. Αντί, να το εκλάβει υπ’ όψιν του, ο άνθρωπος αυτό, εμπιστεύεται σ’ αυτές. Οι πολλές πληροφορίες προέρχονται από τον κόσμο της σχετικότητας. Μέσα στη διαδρομή των επιστημών, των ερευνών δημιουργούνται απόψεις (καλώς βέβαια), αλλά όλες ενέχουν το διττό (καλό-κακό) δεν έχουν την απόλυτη σχέση με την αλήθεια, γι’ αυτό και ανατρέπονται και αναθεωρούνται μέσα στο χρόνο.

Πολυμαθίη νόον έχειν ου διδάσκει
(Η πολυμάθεια δεν διδάσκει τον νου) Ηράκλειτος

Η συσσώρευση των πληροφοριών στον εγκέφαλο του νέου, αναχαιτίζει τη δυνατότητα του στοχασμού, της εσωτερίκευσης, της επικοινωνίας. Κι ακόμα εμποδίζει τον ίδιο να βλέπει και να αισθάνεται τα πράγματα με το δικό του, εντελώς, προσωπικό τρόπο. Ήδη, ο ψυχισμός του παρουσιάζει σήμερα τη νοσηρότητα της απομόνωσης.
Η ανάγκη του να κατανοήσει, όλο και περισσότερο, τους μηχανισμούς, με τους οποίους λειτουργεί το σύστημα, από το οποίο εξαρτάται η ίδια του η επιβίωση, τον εντάσσει σε μια διαδικασία μηχανοποίησης.

Όπως, το δέντρο που βαθαίνει τις ρίζες του στο έδαφος, αντιστέκεται στους ανέμους, έτσι κι ο καθένας, και κυρίως ο Έλληνας που βαθαίνει τις ρίζες του στο έδαφος των διαχρονικών αξιών του οικουμενικού Ελληνικού πολιτισμού, αντιστέκεται στα αλλοτριωτικά ρεύματα της παγκοσμιοποίησης.

Υπάρχει η ανάγκη να προχωρήσει ο άνθρωπος, πλέον, σε μια ευρύτερη συνειδητότητα.
Δεν υπάρχει μέλλον, χωρίς παρόν. Όταν απουσιάζει ο άνθρωπος από το παρόν απουσιάζει από τη ζωή!

Στο υψηλότερο επίπεδο της παιδείας δεν έχει θέση η πληροφορία ως επίκτητη γνώση, αλλά η βιωματική γνώση.
Η θεωρητική γνώση δεν μπορεί να ισχυροποιήσει τη θετική προοπτική της συνυπάρξεως, χωρίς το θεμέλιο λίθο του ήθους.

Η βιωματική γνώση είναι, όχι μόνον πιο ολοκληρωμένη, πιο προσωπική αλλά και εγγυάται την αυθεντικότητα.
Στην εποχή μας, οι πληροφορίες υποκαθιστούν την ουσιαστική παιδεία. Η υπέρμετρη ανάπτυξη του διανοητικού κέντρου συνιστά έναν παράγοντα που εμποδίζει την πορεία της γνώσεως του Εαυτού. Η συνείδηση είναι που εισάγει στη σφαιρική αντίληψη της ζωής.

Οι γνώσεις δεν εμπόδισαν τον φαύλο κύκλο της βίας και της ανηθικότητας. Η κατοχή διανοητικών γνώσεων, πληροφοριών στα χέρια του ανθρώπου είναι μια δύναμη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη καταστροφή, αν δεν υπάρχει το ήθος.

Ο έχων αυτογνωσία, έχει ως ηνίοχο τον Νου και καθίσταται υπεύθυνος κι ελεύθερος να διαχειριστεί τις επίκτητες γνώσεις και να τις χρησιμοποιήσει ορθά, τόσο για τον ίδιο, όσο και για το κοινό καλό.

ΣΠΟΥΔΗ ΖΩΗΣ
Πολύ προσέχω
Στους ήχους
Που δεν ακούγονται
Αφουγκράζομαι το σκοτάδι
Που γεννάει φως
Το αρυτίδωτο κύμα
Τη φουσκοθαλασσιά
Κάτω πιο μέσα απ’ το χαμόγελο
Κάτω πιο μέσα από το δάκρυ
Το εχθρικό
Το φιλικό.
Πολύ προσέχω στο σημείο
Που γεννάει την κίνηση
Την ένωση
Τη σύγκρουση του κόσμου.
(Ποιητ. Συλλ. Αλκμήνης Κ. ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΙΔΕΑ)
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος
Εικόνα:Η σκεπτόμενη Αθηνά

Demetrios Aristoteles Hatzikos ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ ΣΤΟ ΑΤΕΛΙΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΟΡΥΖΩΝΑ

56196570_2361776714052650_4666506091935301632_n

Τον μισό χρόνο καλλιεργεί εντατικά 1.100 στρέμματα με ρύζι στον κάμπο της Χαλάστρας και άλλα 150 Μα βαμβάκι και τον άλλο μισό συμμετέχει με τα έργα του σε εκθέσεις στο Μόντε Κάρλο, το Παρίσι,τη Φλωρεντία, δίπλα σε << ιερά τέρατα >> της ζωγραφικής. Βάσει των αποδόσεων των χωραφιών του, συγκαταλέγεται στην << ελίτ >> των ορυζοπαραγωγών της χώρας και είναι ο μόνος Έλληνας που έχει τιμηθεί με το βραβείο τέχνης << Λεονάρτο Ντα Βίντσι >>ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΛΙΑΜΗ

55782423_2361776780719310_6768421111882317824_n

Πίσω από αυτήν την προσωπικότητα << δύο σε ένα >> βρίσκεται ο Δημήτρης Χατζίκος, ένας 52χρονος, αναμφίβολα, ξεχωριστός άνθρωπος από την Χαλάστρα Θεσσαλονίκης . Τον συναντήσαμε στο χώρο που φυλάσσει τους πίνακες του σε ένα διάλειμμα του εξαντλητικού ωραρίου του ( σ. σ. κυμαίνεται από 12 έως 19 ώρες την ημέρα ) εργασιών προετοιμασίας των χωραφιών του, ενόψει της επικείμενης σποράς του ρυζιού . Μια μεγάλη σάλα στο σπίτι του, όπου η μυρωδιά του λαδιού και των χρωμάτων απλωνόταν κυριαρχικά σε κάθε γωνία, κάτω από το βλέμμα γυμνών μοντέλων, πορτρέτων και άλλων έργων , με θεματολογία ιστορική, μυθολογική και θρησκευτική, όλα με ανθρωποκεντρική προσέγγιση .
<<Η πρώτη του ζωγραφιά απεικονίζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, με βυζαντινή τεχνοτροπία, πάνω σε χαρτί και ξυλομπογιές. Δυστυχώς δεν το κράτησα αυτό έργο Δεν μπορούσα να φανταστώ τότε ότι θα μπορούσε κάποτε να έχει συναισθηματική αξία για εμένα >>, τόνισε ο κ. Χατζίκος,σημειώνοντας πως ανακάλυψε την κλίση του στην ζωγραφική όταν ήταν περίπου έξι ετών, χωρίς , να μπορεί να εξηγήσει ακόμα και σημερα τι ήταν αυτό που <<ξεκλείδωσε >> το ταλέντο του .
Έκτοτε η ζωγραφική έγινε η αγαπημένη του συνήθεια, με τους αγρότες γονείς του, τον κύριο Αριστοτέλη και την κυρία Αγαθή, να στέκονται απέναντι στην νέα δραστηριότητα του Δημήτρη με ευαρέσκεια κι ως ένα νεανικό παιχνίδι, δίχως να τον αποτρέπουν, αλλά ούτε να τον ενθαρρύνουν. Περίπου την ίδια χρονική περίοδο ο κ. Αριστοτέλης Χατζίκος άρχισε να παίρνει μαζί του στα χωράφια τον Δημήτρη , με σκοπό να του δώσει μια πρόγευση από το γεωργικό επάγγελμα .<< Από τα προσχολικά χρόνια συνέβαινε αυτό κι ομολογώ πως τότε δυσφορούσα >>,αναφέρει , προσθέτοντας ότι σταδιακά αυτό άλλαξε και από την ηλικία των 10-11 ετών, τα καλοκαίρια, βοηθούσε ενεργά σε εργασίες όπως το ξερίζωμα της μουχρίτσας, που τότε γινόταν με το χέρι.
Για αρκετά χρόνια το βάρος της προσοχής του Δημήτρη έπεφτε στη ζωγραφική, την οποία φρόντιζε να εξελίσσει κυρίως παρατηρώντας μιας και δεν σπούδασε ποτέ το αντικείμενο, την τεχνοτροπία ζωγράφων τους οποίους θαύμαζε όπως οι Γύζης, Βολανάκης, Βερμίερ, αλλά και ο << Ελ Γκρέκο >> τον οποίο συγκρίνει καλλιτεχνικά με τον Μιχάηλ Άγγελο .
Ταυτόχρονα επιτυγχάνει το 1985 να εισέλθει στο Πανεπιστήμια και ξενινά να σπουδάζει οικονομικά στο Αριστοτέλειο, με κατεύθυνση στη Γενική Οικονομική Θεωρία και Πολιτική, ενώ αμέσως μετά κάνει και Αγροτική Οικονομία στην Πάτρα . <<Η επιστήμη των Οικονομικών πάντοτε μου άρεσε, αλλά ποτέ δεν την ερωτεύτηκα οπότε δεν την εξάσκησα >> εξομολογείται αφοπλιστικά και σημειώνει πως μετά την αποφοίτηση του << ψάχτηκε >> να ασχοληθεί με τα κοινά . Στις δημοτικές εκλογές του 1990, μάλιστα, σε ηλικία μόλις 23 ετών, τότε, έσπασε το ρεκόρ του νεότερου δημοτικού συμβούλου της χώρας, ενώ στη συνέχεια ήρθαν και προτάσεις για την κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά τελικά με παρότρυνση και του τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γ. Βασίλειου, με τον οποίο είχε γνωριστεί αποτραβήχτηκε, κρίνοντας πως << ήταν ένα σπορ που δεν μου ταίριαζε, ούτε κι εγώ του ταίριαζα>>

55924156_2361776757385979_8842716099091890176_n

55892372_2361776817385973_1952555389039935488_n

Η διεθνής καταξίωση

<< Ήταν το 2003 όταν ένα πορτρέτο που είχα κάνει δώρο γενεθλίων σε ένα Γάλλο φίλο μου , εκείνος αποφάσισε, εν αγνοία μου , να το θέσει στην κρίση ένος διαγωνισμού του Δήμου του Παρισιού και κέρδισε το δεύτερο βραβείο . Με κάλεσαν να το παραλάβω και από τότε προέκυψαν δυο σταθερές συνεργασίες μέσα από τις οποίες πουλάω τα έργα μου , ορισμένα εκ τον οποίων στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη >>, σημείωσε ο κ. Χατζίκος .
Η διεθνής καταξίωση ωστόσο ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με την πρώτη του έκθεση τον Ιούλιο του 2015 στο Μόντε Καρλο, ως καλεσμένος από τη Μόνα Γιουσέφ. <<Την παραμονή της μετάβασης μου στην έκθεση ήμουν σε ψεκασμούς στα ρύζια και με την επιστροφή μου λιπάνσεις >> μας λέει ο κ. Χατζίκος .

Στο Μόντε Κάρλο όπως διηγείται ο κ. Χατζίκος δέχθηκε πρόταση για να έκθεση επτά έργα του στο Λούβρο, τον Οκτώβριο του 2015 δίπλα σε καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο ενώ το 2017 βραβεύτηκε από το υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας με το διεθνές βραβείο << Λεονάρντο Ντα Βίντσι για το έργο του με το σύμβολο του μαρτυρίου του Ιησού .

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΙΚΟΣ μιλάει γαλλικά,αγγλικά και ιταλικά ενώ έχει κάνει έξι χρόνια μαθήματα πιάνου και δυο χρόνια κλασικό τραγούδι στο ωδείο της Χαλαστρας .

Οι προτάσεις που δέχεται ο Δημήτρης Χατζίκος για συμμετοχές του σε διεθνείς εκθέσει είναι πάρα πολλές , ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις προτάσεις από ιδιώτες που του έχουν παραγγείλει έργα κυρίως πορτρέτα .

56407464_2361776884052633_6706790744956338176_n

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΠΟΡΑ ΩΣ 19 ΩΡΕΣ ΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟΣ 100% είναι αυτό το διάστημα ο κ. Χατζίκος στην προετοιμασία των χωραφιών που διατηρεί μαζί με τον πατέρα του στον οποίο , όπως παραδέχεται, οφείλει την αγάπη του στον πρωτογενή τομέα . <<Η καλλιέργεια τα τελευταία 8 χρόνια έχει διπλασιαστεί . Έχουμε λίγο περισσότερα από 1.200 στρέμματα, από αυτά τα μισά είναι ιδιόκτητα και τα αλλά ενοικιαζόμενα >>, αναφέρει και προσθέτει << ο πατέρας μου παραμένει ενεργός , έχοντας το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας , ενώ εγώ είμαι εκτελεστικός με τις δικές μου πρωτοβουλίες και επιλογές >>.
Βασική καλλιέργεια είναι το λευκό ρύζι <<Ronaldo>>. Το όργωμα, το φρεζάρισμα, το ισοπέδωμα, ο ψεκασμός κι η λίπανση είναι οι εργασίες με τις οποίες γεμίζει από 12 έως 19 ώρες την ημέρα, ο Δημήτρης Χατζίκος κατά το μισό του έτους ασχολείται με την γεωργία, στην οποία έχει επενδύσει αρκετά μεγάλα ποσά για τον κατάλληλο εξοπλισμό. Ο ίδιος έχει εγκαταστήσει αυτόματο πιλότο στα τρακτέρ του, ώστε << να είμαι αφοσιωμένος στο πως γίνεται η εκάστοτε εργασια και όχι να οδηγώ >>, ενώ διαθέτει λίπασματοδιανομέα αλλα και ψεκαστικό ακρίβειας . Στα σχέδια του την επόμενη χρόνια, είναι η αγορά δυο νέων παρελκομένων, που αποτελούν ο,τι πιο σύγχρονο στον τομέα τους , προκειμένου να μεγιστοποιήσει και τις αποδόσεις του οι οποίες ήδη ως << στήσιμο >> ξεπερνούν τα 1.150 κιλά το στρέμμα .

55813597_2361776834052638_3542639160617598976_n

ΗΘΕΛΑ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ ΜΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΥΡΟ , ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ
ΩΣ ΓΝΗΣΙΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ, ο Δημήτρης Χατζίκος έχει και τις εκκεντρικότητες του, όπως μάρτυρα το << θηριώδες >> τρακτέρ των 265 ίππων με το οποίο πραγματοποιεί τις βαριές εργασίες στο χωράφι . Πρόκειται για ένα Fendt που απέκτησε τον Οκτώβριο του 2013 και απαίτησε από την κατασκευάστρια εταιρεία, πληρώνοντας βέβαια το ανάλογο κόστος, να του το στείλουν σε μαύρο αντί για πράσινο χρώμα . << Ήθελα να είναι μαύρο το τρακτέρ. Το δίχως άλλο είναι μια εκκεντρικότητα μου και το ίδιο συμβαίνει και με τα παρελκόμενα , τα οποία στο βαθμό που είναι στο χέρι μου, προσαρμόζονται και αυτά στις αποχρώσεις του μαύρου και του κόκκινου . Είναι θέμα αισθητικής αρμονίας και προσωπικού γούστου >>, εξομολογήθηκε στο Αγρόκτημα ο Δημήτρης Χατζίκος .

Πηγη : «TEXNH KAI ΠΑΘΟΣ». Συνέντευξη Demetrios Aristoteles Hatzikos στην εφημερίδα Agrenda και το ένθετο περιοδικό Aγρόκτημα,που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 30 Μαρτίου.

 56158290_2361780450718943_1619525772391743488_n

 

 

 

George Peter Mixalopoulos

 

 

36585171_137995060420563_3641306336207044608_n

Στο σώμα σου μια αμφίεση ερωτικής φαντασίωσης ντύνει την αθωότητα,
η εκλεπτυσμένη γυμνότητα με προκαλει να ξεδιψάσω τον εκ προμελέτης θαυμασμό.

Κοντά σου φλέγονται οι δισταγμοί,
παρανάλωμα της ακόρεστης λαίλαπας των φιλιών.

Φωλιάζουν στο κορμί σου όλες οι ανθρώπινες μου αδυναμίες,
μέσα στο βλέμμα σου επωάζουν οι στερημένες αγκαλιές των ορφανεμένων χαδιών.

Κινούμαι στον ίλιγγο ευαίσθητων συλλαβών,
ασπίδα διάπυρη το κορμί σου,
με προστατεύει από τις επι-σκέψεις των απρόκλητων κεραυνών έλλειψης της νύχτας.

Εύθραυστα συναθροίσματα σιωπής και στιλβωμένες φράσεις θαυματουργά γεννούν την κλίμακα της έκφρασης.

Στον στρόβιλο των ξελογιασμένων μου παθών,
είσαι μια απέραντη χώρα τρυφερότητας,
προσπερνώντας τα σύνορα του εαυτού μου με υπερπροσπάθεια, στρατοπεδεύω στις αχανείς εκτάσεις του Λεκανοπεδίου της στοργής.

Με ροζ αρώματα του Δάσους σε ραίνω,
δραπέτης των φυλλωμάτων της θλίψης πού στάζουν δροσοσταλίδες εγκατάλειψης .

Συλλέκτης της γύρης των πόθων,
κηφήνας κι εργάτης στο βελούδινο άγγιγμα σου,
ανασαίνω την οσμή σου.

Παφλάζουν τα ζεστά μας χάδια,
μαγνητικό πεδίο έλξης των σωμάτων η δόνηση των χειλιών.

Ελευθερώνομαι απο το βαρος της αξόδευτης πίστης,
αιωρούμαι στα σύννεφα της απέραντης γαλήνης των ξεχωριστών μας στιγμών,
απογειώνομαι με ταχύτητα μες σ ένα Σύμπαν υπέρτατης ηδονής.

Με συνοδεύεις διακριτικά με την φλογερή σου έξαψη,
καθώς στα πολύχρωμα της φαντασίωσης πέταλα αφήνω,
ένα ροζ κίνητρο να ξεβάφει στις ανοιξιάτικες νύχτες,
μες από δυνατές συγκινήσεις μίας ακατανίκητης νοσταλγίας για όσα δεν έζησα.

ΡΟΜΠΕΝ
ΨΥΧΏΝ

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ‘’ ΜΕ ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΔΕΣΜΑ ΣΑ ΓΑΜΟ-ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ’’

36846183_2161515154078808_5125450023554777088_n

 

Η κλίνη της βασίλισσας στο πλοίο της αγάπης
Μικρός ναός του ερώτα …με ιερό του μοιάζει
Λιβάνια μυροβλυζουν σε ξύλα που καπνίζουν
Θεραπαινίδες όμορφες φροντίζουν και σερβίρουν

Όταν η ώρα έφτασε
Μετά από το δείπνο
Πίνοντας νέκταρ θεϊκό
Στου ερώτα το πλοίο
Εκείνη κι ο Αντώνιος
Μιλώντας δίχως παύση
Και φάνηκε απ την αρχή
Το χνώτο τους ταιριάζει

Είδαν και έπιανε πολλά και με τα μάτια όσα
Θα ήταν ξεδιάντροπα αν έλεγαν τα λόγια
Όταν εκείνη αγκάλισε και πήγαν προς την κλίνη
Οπού συνέβη το γνωστό μοιραία θα προκύψει

Τη νύχτα που ο έρωτας
τους ένωσε σα μοίρα
Με τα αόρατα δεσμά
Σα γάμο-λειτουργία
Ο ιερέας έρωτας
Σα βέρες τα κορμιά τους
Τα έμπλεκε τα σταύρωνε
Στο πρώτ’ αντάμωμά τους

Τους ένωσε με ηδονές κι όπως εκείνος ξέρει
Ψυχή τε σώματι εραστές τη σχέση τους γονεύει
Το πάθος πόθο γέννησε κι ανάγκη η συνήθεια
Τα βράδια που ακολούθησαν την πρώτη τους τη νύχτα…

Που αγκαλιασμένους το πρωί
τους ξύπνησε με χάδια
Της έδινε ο Αντώνιος
χουζούρια η Κλεοπάτρα….

‘’ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΠΟΘΟ ΓΕΝΝΗΣΕ …ΚΑΙ Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ‘’

Μέρες και νύχτες πέρασαν
Έκτος τον έρωτά τους
Εκείνος τη βασίλισσα
Το είδωλο του πάθους
Ήθελε κι ήτανε μαζί
Ώρες πολλές περνούσαν
Εκείνη κι ο Αντώνιος
Και σοβαρά μιλούσαν

Ενώ αρχίσαν εκδρομές στη γη της Κιλικίας
Επισκέφτηκαν την Ισσό που έγραψε ιστορία
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος κι η πανστρατιά ελλήνων
Στον τόπο που συντρίψανε τους Μηδους του Δαρείου

Η Κλεοπάτρα γνώριζε
Καλά την ιστορία
Και τη δίκη της φυσικά
Τη γενεαλογία
Πως ήταν δέκατη γενιά
Εκείνη Πτολεμαίο
Ίδια γραμμή το αίμα της
Του έλληνα του μέγα

Είπε κι ευθύς εξήγησε σαν είδε το Ρωμαίο
Να την κοιτάζει έκπληκτος και έκθαμβος στο τέλος
Όταν του εξήγησέ το πως η έγχορδη φωνή της
Σαν το ρυάκι δροσερή σε δάσος κελαρύζει

Ο Πτολεμαίος ο λαγός
Κι ο Αλέξανδρος ο μέγας
Το βασιλιά το φίλιππα
Κι οι δυό είχαν πατέρα
Αδέρφια ετεροθαλή
Με ότι αυτό σημαίνει
Τη δυναστεία απ την αρχή
Των Πτολεμαίων λέει

Και φτάνοντας στη χάρη της χαμογελά με χάρη
Κοιτώντας το ρωμαίο της εκείνον που θαυμάζει
Το θεϊκό της χάρισμα τα όσα αφηγείται
Να ζωντανεύουν στο μυαλό η Κλεοπάτρα είχε…

Με κάθε λεπτομέρεια
Τα οποία γεγονότα
Να περιγραφεί με σειρά
Εικόνα με εικόνα
Στον υποθάλαμο του νου
Η μια μετά την άλλη
Όπως εκείνες στην Ισσό
Στο Πίναρο ποτάμι

Που εκβάλει στη μεσόγειο προς της Ταρσού τη όχθη
Εκεί οπού καθόντουσαν μιλώντας ώρα μόνοι
Τα όσα έγιναν εκεί και από πρώτο χέρι
η Κλεοπάτρα γνώριζε σαν άκουσε να λέει

Ο Αντώνιος που λάτρευε
Το πνεύμα της το λόγο
Αν θέλει εκείνη να του πει
Της ζήτησε με τρόπο
Τα όσα γίναν στην Ισσό
Τη φοβερή τη μάχη
Αν κι ήξερε πολλά για αυτή
Το μέγα στρατηλάτη

Από παιδί τον θαύμαζε ποθεί να μάθει κι αλλά
Κι η απόγονός του σίγουρα θα ξέρει η Κλεοπάτρα
Που άρχισε να ιστορεί ενώ μια πέτρα ρίχνει
Μες στο ρηχό τον ποταμό όπως πλατειάζει η δύνη

Τα ομόκεντρά τα κύματα
Καθώς γλύκα απλώνουν
Αιχμαλωτίζουν τη ματιά
Εκείνη τον Αντώνιο….

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ © 7-7-2018

Έπεται συνέχεια… μια σειρά από ενδιαφέρουσες ιστορίες μέσα απ’ το βιβλίο.. »

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ »

Ένα ακόμη κυριακάτικο σεντόνι, το τέταρτο από την ιστορία της Κλεοπάτρας,

https://www.youtube.com/watch?v=Y6EhRwn4zkc

Η Κλεοπάτρα στην πρώτη της συνάντηση με τον Καίσαρα, πίνακας του Ζαν Λεόν Ζερόμ (1866).

ΣΤΟΝ ΚΟΛΠΟ ΤΗΣ ΦΘΙΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κορίτσι των γιασεμιών και των υακίνθων
που λιάζεσαι στη στίλβη των κοχυλιών
και εξουσιάζεις τα θέλω μου
άκουσε το θρόισμα της μαρμαρυγής!
Τούτος ο κόσμος δεν είναι μόνο
των ηφαιστείων η λάβα
κι η αστραπή της φωτιάς.
Είναι κι ο στίχος που ξεδιπλώνει
τον πανάρχαιο πόθο
στο κορμάκι της Ιφιγένειας
είναι και το κλωναράκι της μέντας
που το τρύγησε η μέλισσα
είναι κι η ασπροκόκκινη κλωστή
να υποδεχτούμε τον Μάρτη
είναι και ο κροταλισμός των ερωδιών
στα είκοσι τρία σου χρόνια.
Μην αψηφάς τα εύφλεκτα λόγια
όταν τρέχω πίσω απ’ τον ίσκιο σου
την ώρα που αναδύεσαι
στον κόλπο της Φθίας
μ’ένα σημάδι της εφηβείας
πάνω στην πλάτη σου.
Μην αγνοείς
τις ραγισματιές των Καλοκαιριών
απ’το ηδονικό φιλί της Σαπφώς
στα χείλη των φεγγαριών
τους ποιητές που παραδίδονται
στον εναγκαλισμό των κυμάτων
αφήνοντας ένα ακροτελεύτιο γράμμα
ενυπόγραφο στο συρτάρι τους!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,26-2-2015
Τροποποιήθηκε στις 2-4-2016

 

Ioannis Diamantoglou Καθηλωμένες αλήθειες

36694408_2158429747720682_961711609288327168_n

Πάνω στα βράχια δυσφορώ σφιχτοδεμένος Μ’ ένα λινάρι
Κι είναι επώδυνο το αετίσιο δάγκωμα γιατί λογίζεται αντίτιμο δικαιοσύνης
Κι είναι βαριά η τιμωρία σαν ξεπηδά ο αναστεναγμός γιατί αγαθώς έπραξα Καθώς κοιτώ στον ουρανό, η αρωγή καταφθάνει απ ́ το νότο λουσμένη ηρωισμό Είναι λιτή, τυλιγμένη με την ελπίδα που έχασα όταν παρέδιδα τη γνώση Έδωσα φωτιά και πηρά αγνωμοσύνη, έσπειρα κατανόηση και φύτρωσε φαρμάκι Δεν κράτησα τίποτα για μένα να ορίζω, μου το θυμίζει η πληγή στο δεξί πλευρό Κάθε χαμένο κομμάτι ας είναι πλεονάζων φώς γι αυτούς που έχουν ανάγκη Με λένε προμηθέα Δεσμώτη και νιώθω προδομένος
Καθηλωμένος στο σταυρό, περιζωμένος με ένα αγκάθινο στεφάνι
Κάθε σταγόνα αίμα στα μάτια ξεπλένει τις αμαρτίες που αντίκρισα
Ήρθα με πόνους, το πόνο γιάτρεψα, με πόνους αφήνω το τελευταίο ανάσασμα Μα ακόμα νιώθω συμπόνια κι ας βασανίζομαι αποστεωμένος στο λόφο Θυμάμαι την αύρα της θάλασσας, το δροσερό αεράκι της ερήμου σαν με αγκάλιαζε Αναπολώ τα ξερακιανά χέρια που σήκωσα και τ’ αναστημένα χαμόγελα
Δεν κράτησα τίποτα για μένα να ορίζω, μου το θυμίζει η κεντιά στο δεξί πλευρό Χολή και όξος η ανταμοιβή της λύτρωσης, προσεύχομαι όμως για συγχώρεση Με λένε Ιησού Ναζωραίο και νιώθω θλιμμένος
Έρχομαι μέσα από τους αιώνες με λίγα υπάρχοντα στη πλάτη Πολέμησα σκληρά μπήγοντας μέταλλο για διάφορες Ελένες Σκόνταψα σε χαρακώματα καπνών πέφτοντας επάνω σε αιματοβαμμένες ιδέες Κρύφτηκα φοβισμένος στα τσιμέντα κάτω από τη σκιά τοξικών μανιταριών Έκλαψα, έχασα, σκότωσα Μ ́ ακόμα είμαι όρθιος καρτερώντας απάντηση Επιζητώντας κυνικές αλήθειες για όλα τα ζαλωμένα βάσανα
Μου δώσαν άφθονη γνώση, μα λησμονήσαν πως συνταιριάζει τ’ αγαθό Μου δώσαν αγάπη, μα δεν προνοήσαν να με διδάξουν πως αγαπά κανείς Με λένε άνθρωπο και νιώθω απεγνωσμένος.

Ioannis Diamantoglou

Μαρία Σκουρολιάκου Γενέθλια τριλογία Ο ερχομός

36638161_2156271664603157_6330747344371318784_n

Πρωτοχάραμα όρισε τον ερχομό μου στη μέρα του Αγίου Υακίνθου. Στου βράχου την παλάμη προστέθηκα. Καλημέρα, κραυγή του άγνωρου, βροχή το φως και του έξω κόσμου τα σήματα τρόμος και φόβος. Απάγκια χέρια και αγκαλιά κορφόγαλα με ημέρεψαν.
Ο τόπος 
Στων νυμφών την κορφή η Τιθόρα, στον Αϊ Γιάννη, μνήμες του Σέραπι και των σκλάβων οι λεύτερες κνήμες. Και του κάστρου ο κισσός και τα ξωκλήσια που ανεμίζουν στους γκρεμούς κι ο Ανδρούτσος απ’ τη Μαύρη Τρούπα ν’ αγναντεύει τους αιώνες.
Μυρωδιά του έλατου, της πασχαλιάς και της αγράμπελης. Της ευλογίας ζεστό ψωμί, των σκαμμένων προσώπων ακριβό απόσταγμα.
Μικρή πατρίδα, των παιδικών ονείρων θαλπωρή, στέγη που έσταζε χειμωνιάτικο αγιασμό κι ο ήλιος που περίμενε στην πόρτα κάθε μέρα. Κι ύστερα ολοήμερα βιβλία, γάργαρο νερό.
Η μετακόμιση
Η μετακόμιση στο δυϊκό αριθμό. Οφιτεία. Ο Διόνυσος και ο κλήδονας κι αρχαίες φωτιές κυκλοτερούν το χρόνο. Έσπασα ρόδι στο πλατύσκαλο και την καρδιά φέτες αγάπη. Εδώ ρυμοτομούν τα εύκαρπα. Ο ήλιος πιο πολύς αλλά κι ο ίσκιος. Στ’ αλέτρι της ζωής οργώθηκα, σε μέτρα και σταθμά κι ανθρώπους, μ’ ένα φορτίο των ευχών και τ’ άλλο των θαυμάτων. Το τρίτο του άγραφου καιρού, καλόδεχτο.
Τώρα την άνοιξη δωρίζω στα ερχόμενα και με κερνούν κρασί μοσχάτο, εγγόνια. Πλήρωσα τους λογαριασμούς, πληρώθηκα.
Και περισσεύουν αρκετά για αγάπη.

»ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ»

https://youtu.be/5AQBDDxXqRY 3 ΙΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ ΑΝΩΓΕΙΑ