Αρχείο

ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ ΒΑΘΗ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Η αγνότητα της Ειρήνης

Κρίνοι και αγριολούλουδα,
καμπανούλες, παιώνιες και αλκέες,
ορχιδέες φεγγαρόλουστες,
ελίχρυσοι, του ήλιου θυγατέρες.

Βιολιά και κύμβαλα
για την ωραία Ειρήνη,
παρθένα και άμμωμος,
του χρόνου η γαλήνη.

Έτσι γλυκά που στροβιλίζεται,
η άσπιλη η κόρη,
γλυκολαλεί και προχωρά,
στου ουρανού την δίνη.

Εύθραυστη και ονειρική,
ηλιόλουστη και φεγγαροθρεμμένη,
εκεί χορεύει αέρινα γυμνή,
λουλούδι να παρασύρεται στην κάθε δύναμη και ροπή,
ευαίσθητα νεραϊδοπλασμένη.

Μην αγκάθι την τρυπήσει,
ούτε κεντρί,
σάρκα από σύννεφο,
επίπλαστα αληθινή.

Τον αγέρα τον φοβάται,
την παρασέρνει μακριά,
την βάζει να παλέψει,
με δαίμονες και θεριά.
Αυτά τα ανθρώπινα,
που ζητάνε όλο και πιο πολλά.

Καρδιοχτυπά και πάλλεται,
η εύθραστή της η ματιά.
Και η ψυχή της η ουράνια
το σύμπαν γνώθει και αναζητά.

Θα ήθελε να είχε στην πλάτη της τόξα και φαρέτρα,
τους άπληστους να λαβώνει στην καρδιά,
τον πόλεμο να κλείνει στου Άδη τα μαύρα τα σκυλιά,
της κραυγής η φωνοκλέφτρα.

Αυτή θέλει μόνο τραγούδια και χαρά,
άνθη, πουλιά και έντομα να τριγυρνούνε διθυραμβικά.
Ηλιαχτίδες και παιανισμούς,
έρωτες και γλυκές φωνές,
από ψυχούλες παιδικές
και ήχους αγάπης συμπαντικούς,
του ήλιου φαεινότεροι, ειρηνικούς.

Αχ μη η σάρκα της λαβωθεί,
μην η παρθένα κόρη αλαβάστρινα χαραχθεί,
γάλα και γαλαξιακό νερό,
κλάμα από βρέφη και πόνο παιδικό …
Γιατί….
Γιατί θα κλάψει και αυτή πολύ…
Τόσο άσπιλη και αγνή,
μέσα σε βόρβορο από αίμα να λουστεί…

Και αυτό το δάκρυ μένει ανεξίτηλο
και αιώνια πλασμένο,
μέσα από γενεές και γενεές
με σφύρα και κοπίδι γαλουχημένο.
Φέρνει τον σκοταδισμό,
το μηδέν από το άπειρο,
το θρήνο, το κακό.

Σάρκα τρυφερή και λεπτή,
διάφανη στο φως,
πούπουλο στου αγέρα την σπουδή.
Ειρήνη μου, άσπιλη, σκεύος της ζωής.

Αυτή είναι αιθέρια και φτερωτή,
άσπιλη, αμόλυντη, θεϊκή.
Παρθένα κόρη και αναπνοή,
του ήλιου φαεινότερη και ονειρική.
21-9-2019

Μίνως Σωμαράκης Μοιρολόι

71931551_2503104806586506_1205137590982803456_n

Για τα παιδιά που χάνονται, χάνονται , χάνονται …

Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, λόγια ‘ ναι και πετάνε
κι αν τρέχουνε τα μάτια μου, τα δάκρυα δε φελάνε.
Μα πώς να κάμω τη μιλιά για σένα να σωπάσει;
και πώς να πνίξω τον καημό που με κατασπαράσσει;
Σκύβω σηκώνω την αυγή το πρόσωπο να φέξει
κι ήλιος εσκοτείνιασε και βιάστηκε να τρέξει
να βασιλέψει, ολόμαυρος σαν τον αφέντη Χάρο
που σε κρατεί απ’ τα μαλλιά κι εγώ πώς να σε φτάσω
να σε γυρίσω ως ήσουνα ξέφωτο μες το δάσο;
Και γονατίζω ανήμπορη κι οι βάτοι με τρυπούνε
και στη βοή του ποταμού τ’ αυτιά μου δε γροικούνε
εκείνο το τραγούδι σου, που’ λεγες κάθε δείλι
κι εγώ με τα ματάκια μου ήβρεχα το μαντήλι
και δρόσιζα το μέτωπο που το’ καιγε η αρμύρα,
κι εδά βροχή κι εδά χιονιάς κι εδά Θεού πλημμύρα.
Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, εχάθης στο σκοτάδι
δένω γερά τη θύμηση, ρίχνω σκοινί στον Άδη
και πιάσου πάνω ν’ ανεβείς στον καθαρόν αέρα
να βγει του ήλιου το κορμί να ξημερώσει η μέρα.

Μίνως Σωμαράκης

O Kώστας Μόντης γράφει στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΡΦΟ ΜΑΣ

71651693_2500032220227098_6023586113883471872_n

Να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος.
Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα
να μας κοιτάζει να μην ξεστρατίσουμε,
να πάρουμε την τελευταία σου εκπνοή
να ᾽χουμε οξυγόνο ν᾽ αναπνέουμε
χιλιάδες χρόνια,
να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις
να ᾽χουμε να τραγουδάμε
ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά…

Μην πέσει σκιά στον τάφο αυτό
ούτε από γιασεμί στο φεγγάρι.
Ο τάφος αυτός είναι για να παίζει
με ξίφη αυγουστιάτικων ηλιαχτίνων
και να στέλνει διπλούς ήλιους
πίσω στον ήλιο.
Κι ακόμα όχι, ο τάφος αυτός
δεν είναι για ν᾽ αντανακλά τον ήλιο,
ο ήλιος είναι για ν᾽ αντανακλά τους ήλιους του.

(“Στιγμές”, 1958)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΑΔΕΡΦΟ

Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη.
Αυτά τα παράτησε ο κόσμος
χιλιάδες χρόνια τώρα
και τ᾽ αφυδάτωσε και τα ταρίχεψε
και τα ᾽κανε παραμύθια
για τ᾽ αναγνωστικά των παιδιών,
γιατί αρέσουν στα παιδιά οι Θερμοπύλες
με τους χτενισμένους Σπαρτιάτες
και τα “υπό σκιάν” και τα “μολών λαβέ”.
Δεν τα ᾽βαναν για να τα επαναλαμβάνουμε.
Έπειτα πώς έρχεσαι
ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια να διεκδικήσεις;
Σκέφτηκες τον αριθμό;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχε αντίρρηση,
δυόμιση χιλιάδες χρόνια
είχαν κάνει κατοχή το παραμύθι οι άνθρωποι.
Δεν μπορείς εσύ τώρα να λες όχι.

(“Συμπλήρωμα των Στιγμών”, 1960)

ΚΙ ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ ΜΑΣ

Οι στίχοι προστρέχουν να σε τραγουδήσουν
κι απορρίπτονται, Γρηγόρη.
Γιατί πώς να σε τραγουδήσω εγώ
με τι να σε τραγουδήσω;
Μ᾽ ένα παράθυρο κληματαριά,
με μια αγκαλιά αγάπη,
με μια λεμονιά περιστέρια;
Δεν μπορώ ν᾽ αναλάβω την ευθύνη σου, Γρηγόρη,
δεν προορίστηκα για την ευθύνη σου.
Γιατί στο βουνό, Γρηγόρη;
Τι εξηγήσεις θα δώσεις τώρα στον αγαπημένο κάμπο
που σου τάνυσε την καρδιά στην άπλα του,
που σ᾽ έμαθε να του αναμετράς τους ορίζοντες,
που σ᾽ έμαθε να τον χουφτιάζεις κι εκείνος να μη μπορεί;
Όταν τα περιστέρια άρχισαν να φέρνουν βόλτες
απάνω απ᾽ τη Μεσαορία
και τα τέσσερά της άκρα συρρικνωνόντουσαν
και τις νύχτες συνωμοτούσε η απορία της
και τ᾽ αλώνια δεν ανταποκρινόντουσαν
στις παιδικές κραυγές του απογεύματος
κι ο κάμπος απέσειε τα κοινά επιτεύγματα,
εμείς ξέραμε τι προμηνύματα ήταν αυτά,
εμείς ξέραμε πια τι διαγραφόσουνα στον ορίζοντα,
ξέραμε τι πήγαινες να κάνεις.
Γρηγόρη, δεν άφησες περιθώριο,
Γρηγόρη, δεν είν᾽ έτσι που ενθαρρύνονται οι επενδύσεις στην Ιστορία.
Αποσύρουμε τις τόλμες του παρελθόντος, Γρηγόρη,
αποσύρουμε τα μεγάλα μαύρα γράμματα των αναγνωστικών.
(“Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι”, 1965)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το “Όχι” δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ

Όταν στη μεγάλη πλάτη της βουνοσειράς της Κερύνειας
γράφαμε μ᾽ άσπρη κιμωλία
τα πρώτα επαναστατικά συνθήματα,
όταν στα μέτωπά μας καρφώναμε
το πρώτο πανώ της ανταρσίας,
διαισθανόμαστε τη μεγάλη σας στιγμή.
Όταν τα κοριτσάκια του Γυμνασίου
γρατσούνιζαν με τα νύχια τα στεν
κι οι σφαίρες γινόντουσαν σβώλοι,
κυοφορόταν τ᾽ “όχι” σας.
Κι όταν ύστερα οι φυλακές απογυμνωθήκαν
και δεν είχαν τοίχους ν᾽ αντιπαρατάξουν
και τ᾽ ανακριτήρια αποκαλύφθηκαν
και δεν είχαν άλλο υπόλοιπο τρόμου να επισείσουν,
όταν ύστερα οι αγχόνες άρχισαν κατάπληχτες
να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο,
ήταν πια βέβαιο πως πλησιάζατε,
ήταν πια βέβαιο πως είχατε πάρει αύξοντα ρυθμό.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το πρωί
ένας άνθρωπος θ᾽ άλλαζε τ᾽ όνομα των βουνών.

(“Αγνώστω ανθρώπω”, 1968)

https://www.apotipomata.com

Φωτογραφία https://www.tothemaonline.com

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Οκτωβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΝΕΠΝΕΥΣΑ ΒΑΘΙΑ …

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Ανέπνευσα μ’όλη τη δύναμη
της νύχτας τις ευωδιές
γιασεμί, νυχτολούλουδο
δίκταμο κι άγρια μέντα .
Η σιωπή ,σαν απαλό αεράκι
θωπεύει την καρδιά μου.
Τα άστρα φωτίζουν
τους λειμώνες της γης
κι οι μνήμες ανάλαφρες
με ξαναγυρίζουν σε ολάνθιστα περιβόλια
σε γλυκόπικρες αναμνήσεις
σε όσα αποθέματα χαράς είχα αφήσει
ανέγγιχτα τόσα χρόνια
για τις δύσκολες μέρες .
Απόψε θα κρύψω στην αγκαλιά σου
τα συναισθήματα που με κατακλύζουν
με αρώματα της ψυχής
και με ταξιδεύουν με μαϊστράλια …!

Soula Maropaki Ηράκλειο 9/ 9/2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Θεόδωρος Σαντάς ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ Στη μνήμη του πολυαγαπημένου μας αδελφού Γεωργίου Πολύζου

69649364_2468721540024833_4975857906067963904_n

Πολυαγαπημένε μας Αδερφέ 
τώρα που το αέναο ταξίδι
ανήγγειλαν οι Άγγελοι τ’ουρανού
να ήξερες , πόση γαλήνη μας στέλνεις
πόση αγάπη να ξεπεράσουμε το αναπόδραστο.
Ήσουν ένας λόγος γλυκός,ένα τραγούδι παρθενικό
στ’απόσκια της Ηράκλειας και της Οίτης
ένα χαμόγελο αυθεντικό της ζωής
ένας λεβέντικος τσάμικος χορός
να πορεύεται ο άνθρωπος με ευτυχία
και χάρη Θεού και να γράφει ποιήματα .
Περνούν τα χρόνια κι ο καθένας μας
μια αποκάλυψη με λίστες και πλέγματα
με κορνίζες που παρελαύνουν οι μνήμες
και αφήνουν τα πεπραγμένα μας. .
Περνούν τα χρόνια και μια θάλασσα
αχαρτογράφητη ,μακρινή και ανεξιχνίαστη
καταπίνει την πίκρα μας κι αναδύεται
η Άνοιξη και ζευγαρώνουν τα χελιδόνια μας.
που κρατάνε αιώνιο τον φλοίσβο μας
της πρώτης τελευταίας επιθυμίας μας.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που αναχωρείς για ένα κόσμο αθώρητο
θα ηχήσουν οι σάλπιγγες του Ουρανού
και θα ακουστούν οι μελωδίες της Νικολίτσας
να υποδεχθεί στων πνευμάτων τον κόσμο
τον πατέρα της που πάντα το όνομά της
ήταν στο νου και στα χείλη του.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που περνάς φως μες στο φως
κι ανοίγει τις πύλες του ο παράδεισος
να σε υποδεχτεί μετά βαΐων και κλάδων
ο ουρανός θα εκπυρσοκροτήσει τρεις φορές
και θα ακουστεί μια στεντόρεια φωνή.
Γέωργιος Χρήστου Πολύζος
γεννηθείς εν Ηρακλεία Φθιώτιδος
Αθάνατος
Αθήνα (Μελίσσια)23-8-2019

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,22-8-2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Ο Κεφαλλονίτης Γεράσιμος Μαρκοράς

69356913_2468703383359982_8455565921669349376_n

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κέρκυρας, της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων.. Ο Γεράσιμος Μαρκοράς ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα. Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και πολύ μετριόφρων, μα ταυτόχρονα, διέθετε δυναμική πένα και συναρπαστικό λόγο.

Η ποίησή του σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της Επτανησιακής Σχολής ειδικότερα και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του-τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς- ενώ λάτρευε τις βόλτες με την άμαξα στο Αχίλλειο και το Κανόνι.. Δεν περπατούσε και τόσο συχνά καθώς μία ενοχλητική κήλη που είχε τον ταλαιπωρούσε συχνά, εμποδίζοντάς τον να διανύει μεγάλες αποστάσεις πεζός. Η μαγευτική όμως κερκυραϊκή φύση τον γοήτευε βαθιά χωρίς ποτέ να κρύψει την αγάπη του για το καταπράσινο νησί των Φαιάκων.

Το πολυπολιτισμικό σκηνικό της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμόρφωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα του Γεράσιμου Μαρκορά. Μεγάλη του αδυναμία, ασφαλώς, ήταν το ωραιότερο και τελειότερο καλλιτεχνικό είδος, η όπερα. Ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας όπου και παρακολουθούσε τις αγαπημένες του όπερες, ενώ οι συνθέτες Ξύνδας, Λιμπεράλι και Λαμπελέτ ήταν στενοί του φίλοι. Η όψη του ήρεμη και συμπαθητική. Ψηλός, παχουλός, με μία μακριά γενειάδα στο ήρεμο πρόσωπό του.. Ησυχαστήριό του, το σπίτι του στο χωριό Στρογγυλή.. Μέσα από την ποίησή του απελευθέρωνε με το δικό του τρόπο τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά του.

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, η οικογένεια έφτασε στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Σιγά-σιγά η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, αποκτώντας παράλληλα το ορθόδοξο δόγμα.

Ο πρώτος Μαρκοράς ο οποίος αναφέρεται, κατείχε το αξίωμα του ιππότη. Αναφέρονται επίσης ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, ο οποίος ήταν μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, και ασφαλώς, ο πατέρας του Γερασίμου Μαρκορά, Γεώργιος, ο οποίος υπηρετούσε το Ιόνιο Κράτος ως εισαγγελέας. Μητέρα του ήταν Μαρίνα Βλασσοπούλου, επίσης αρχοντικής γενιάς. Είχε επίσης δύο αδέλφια, το Σπύρο Μαρκορά ( οποίος ήταν ο πρωτότοκος και ζούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο) και το Στέλιο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ο οποίος υπηρετούσε από νεαρή ηλικία τις τέχνες και τα γράμματα. Η οικογένεια ήταν επίσης γραμμένη στο περίφημο Libro d’ Oro της Κέρκυρας, διαθέτοντας οικόσημο.

Ο ίδιος ήταν τόσο ταπεινός και μετριόφρων που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του: «Όταν σας ειπώ ότι εγεννήθηκα το 1826 στην Κεφαλωνιά, όπου ο πατέρας μου έμενε σαν εισαγγελέας εφτάμιση χρόνια, ότι εμπήκα στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο σαν ήταν διευθυντής πρώτα ο Οριόλης και μετά ο Κάλβος, ότι τα 1849 επήγα με τον αδελφό μου Σπύρο στην Ιταλία για να σπουδάξω Νομικά, ότι κατόπι από δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πατρίδα μας εξ αιτίας όπου απέθανε ο πρωτότοκος αδελφός μου Στυλιανός κι ο πατέρας μου απέμεινε μόνος του, ότι έλαβα εδώ το δίπλωμα, ότι δεν άνοιξα από τότε κανένα νομικό βιβλίο, ότι έγραψα κάπου-κάπου στίχο, είναι όσα ημπορώ να σας γράψω για το άτομό μου. Δεν επιθυμώ να δημοσιέψετε ότι ελάβατε από με τέτοιες ασήμαντες πληροφορίες».

Το 1849 ο Γεράσιμος Μαρκοράς μετέβη στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας για να σπουδάσει την επιστήμη της εποχής, τη Νομική. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο είχε φοιτήσει λίγα χρόνια πριν και ο μέντοράς του Διονύσιος Σολωμός. Όλοι οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής στέλνονταν στην Ιταλία για να σπουδάσουν Νομική ή Ιατρική. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Μαρκοράς δοκίμαζε δειλά-δειλά να γράφει ορισμένους στίχους άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα ιταλικά. Είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τη γραφή του Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος ίσως λογοτέχνης της Ιταλίας. Χαμένος στους λαβύρινθους της ξένης λογοτεχνίας ο νεαρός Μαρκοράς απέκτησε την πρώτη του επαφή με τα γράμματα και την ποίηση. Επίσης, η διατήρηση των επαφών του με τους φίλους του από την Κέρκυρα δημιούργησαν μέσα του ένα κράμα σκέψεων, ιδεολογιών και εμπνεύσεων.

Το πολιτικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο που διέθετε η Ιταλία τότε ήταν αρκετό για να επηρεάσει τη σκέψη και τα πολιτικά ερεθίσματα του Μαρκορά. Ο αιφνίδιος όμως θάνατος του αγαπημένου του αδελφού Στέλιου από φυματίωση στις 29 Απριλίου 1851 ανάγκασε το νεαρό Γεράσιμο να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο θάνατος του νεότατου αδερφού του τον συγκλόνισε βαθιά..

Ο Στέλιος Μαρκοράς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, ο θάνατος όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει το πρώιμο αλλά αξιόλογο έργο του. Ο Μαρκοράς θα αργήσει πολύ να ξεπεράσει το χαμό του αδελφού του. Συνέχισε τις σπουδές του στην ακμάζουσα Ιόνιο Ακαδημία, λαμβάνοντας το πτυχίο του στη Νομική (μία επιστήμη όμως την οποία ποτέ δε υπηρετήσει και δε θα αγαπήσει πραγματικά). Είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, μία εξαιρετικά σημαντική αν και κάπως παρεξηγημένη προσωπικότητα της Επτανησιακής Σχολής. Η αυστηρή όμως επιστήμη της Νομικής τον πνίγει.

Η πραγματική του αγάπη είναι η ποίηση. Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Γύρω από την πανέμορφη πλατεία, τη Σπιανάδα, υπήρχαν όλα τα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής: Η Ιόνιος Ακαδημία (το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο έκλεισε τις πύλες του αμέσως μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα), η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας), η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και στη συνέχεια η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος και πολλά άλλα πνευματικά ιδρύματα χάριζαν στην Κέρκυρα μοναδική μορφωτική αίγλη. Βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της Επτανησιακής Σχολής, της οποίας ο Μαρκοράς αποτελούσε σημαντικότατο εκπρόσωπο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποια ήταν η Επτανησιακή Σχολή και ποιο το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής.

Η Επτανησιακή Σχολή αναδύθηκε στα νησιά του Ιονίου πολύ νωρίτερα από την εποχή του Σολωμού (ο οποίος θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπός της) και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο, ως απόρροια της έλευσης κρητών προσφύγων στο νησί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669. Οι Κρήτες μετέφεραν στα Επτάνησα την αγάπη τους για την τέχνη και τα γράμματα (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την προσφορά του κρητικού θεάτρου) ενώ το πνευματικά εύφορο κλίμα της Ζακύνθου δεν άργησε να αφομοιώσει γοργά και λαίμαργα την κουλτούρα και τις ιδέες των ανθρώπων αυτών.

Η Ζάκυνθος άλλωστε διέθετε ένα ομοιόμορφο αστικό στοιχείο σε αντίθεση με την αριστοκρατική Κέρκυρα. Παράλληλα, οι ξένες διαδοχικές κατακτήσεις στα Επτάνησα δημιούργησαν ένα ιδιόμορφο περιβάλλον το οποίο δε συναντάται σε καμία άλλη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Το ρεύμα αυτό δεν άργησε να μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα των Επτανήσων, την Κέρκυρα, όπου και ρίζωσε.

Οι επιρροές αυτές, σε συνδυασμό με τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Ιταλικής κουλτούρας αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης δημιούργησαν το πρώτο πνευματικό, ελληνικό κίνημα, αυτό της Επτανησιακής Σχολής. Επιπρόσθετα, η δίψα για ένωση με την Ελλάδα, η πίστη στη δημοτική γλώσσα και τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζύμωσαν την ιδεολογία και το χαρακτήρα της Επτανησιακής Σχολής.

Η λαχτάρα και ακόρεστη επιθυμία για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού από τις πλάτες των Ιονίων Νήσων και η ελπίδα ότι η ένωση θα επέφερε πραγματική ελευθερία στο λαό των Επτανήσων, ωθούσαν τους εκπροσώπους της Σχολής να αποτυπώνουν μέσω της πένας τους φλογερά ποιήματα αλλά και δοκίμια. Ο λαός είχε κουραστεί πλέον από τους κατακτητές, ελπίζοντας πως η ένωση με τους ομοεθνούς τους θα ήταν η πραγματική λύτρωση για αυτούς. Τα έργα των λογοτεχνών φούντωναν τη φλόγα αυτή κάνοντας την ιδέα της ένωσης να φαντάζει κάτι το πραγματικά επαναστατικό.

Ο Μαρκοράς λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον πνευματικό οργασμό. Ήταν επόμενο λοιπόν να δεχτεί τα ερεθίσματα αυτά και να τα καλλιεργήσει περαιτέρω με μεράκι και αγάπη. Το 1852 άρχισε μετά από συμβουλή του Σολωμού τη μετάφραση της Ιλιάδας την οποία όμως εγκατέλειψε όταν είδε το έργο του Πολυλά, το οποίο αναγνώρισε ως ανώτερο. Από το 1853 και μετά ο Μαρκοράς ξεκίνησε να μεταφράζει έργα του Σίλλερ και του Όμηρου.

Μέσω της μετάφρασης άλλων έργων αποκτά νέα ερεθίσματα στη λογοτεχνία τα οποία «προετοιμάζουν», θα λέγαμε, το έδαφος για την ποιητική του «έκρηξη» που θα ακολουθήσει. Ο Μαρκοράς έκρυβε ακόμα καλά το ταλέντο του… Διάβαζε πάρα πολύ ενώ ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες. Τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρουν στην επιφάνεια έναν δυναμικό χαρακτήρα τον οποίο ο Μαρκοράς δεν εξωτερίκευε συχνά.

Επηρεασμένος από τη ρευστή πολιτική σκηνή και από την καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση της περιόδου, ίδρυσε μαζί με τις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τη Φιλολογική Σχολή η οποία υποστήριζε μεταξύ άλλων, ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να απαλλαχτεί η ελληνική γλώσσα από τους ξύλινους τύπους της αρχαίας, δίνοντας ώθηση στη δημοτική ως γλώσσα του λαού. Η δύσκαμπτη και ακατανόητη από το λαό αρχαίζουσα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φρέσκια και κατανοητή από όλους δημοτική. Συνοδοιπόροι του στη Σχολή αυτή ήταν οι Ι. Πολυλάς, Ν. Μακρής, Ι. Ρινόπουλος, Κ. Μάνεσης, Ι. Κουαρτάνος και Γ. Καλοσγούρος.

Η Σχολή αυτή είχε ως κέντρο της το περίφημο «Καφενείον του Ανανία» στην περιοχή της Γαρίτσας (η ακριβέστερη τοποθεσία μας είναι δυστυχώς άγνωστη). Για να υπερασπιστεί τη χρήση και καθιέρωση της δημοτικής, ο Μαρκοράς έγραψε το σατιρικό ποίημα «Απλή και καθαρεύουσα» (1872). Πίστευε ότι «Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».

Ο Μαρκοράς λοιπόν γαλουχήθηκε σ’ ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, δεχόμενος ερεθίσματα από όλες τις προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής. Αναμφισβήτητα όμως, η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από το μέντορά του Διονύσιο Σολωμό. Παρ όλα αυτά δεν του έδειξε ποτέ ούτε ένα στίχο από τα πρωτόλειά του.. Φοβόταν, προφανώς, την κριτική του καθώς ο Μαρκοράς ήταν ένας εσωστρεφής και εξαιρετικά χαμηλών τόνων νέος.

Ο Σολωμός όμως είχε καταλάβει το ταλέντο του και τον νουθετούσε με προσοχή, προσπαθώντας παράλληλα να τον αποτρέψει από την παγίδα της έπαρσης και της αλαζονείας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Μαρκοράς έγραφε στίχους από μικρό παιδάκι, κάτι το οποίο ήταν απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις επαφές του πατέρα του με τις προσωπικότητες της εποχής και τις ερασιτεχνικές του απόπειρες στο χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Γεώργιος Καλοσγούρος συνήθιζε να λέει για το νησί της Κέρκυρας και τις προσωπικότητές της: «Εκεί, έλεγες ότι στον πρώτο αυτόν σταθμόν της Ελλάδος είχαν συναχθή για να δώσουν ένα λαμπρό προεικόνισμα των ελπίδων του μέλλοντος οι εγκάρδιοι φίλοι της νεανικής ηλικίας του Γεράσιμου Μαρκορά, οι οποίοι με άγιον ενθουσιασμόν και με αφοσίωσιν και λατρείαν έπιναν, ωσάν δροσιάν, τον ήχο του αθάνατου κορυδαλού και εδυνάμωναν καθημερινώς την ψυχήν των με την λατρείαν της αληθείας, της τέχνης και της πατρίδος».

Ώσπου … τα βέλη του θεού Έρωτα χτύπησαν τον νεαρό Μαρκορά. Το 1854 παντρεύτηκε την αρχοντοπούλα Αικατερίνη Δούσμανη, κόρη του Γενικού Γραμματέα Αντωνίου Κόντε Δούσμανη. Μαζί της, απέκτησε ένα αγοράκι, τον Ευστάθιο Μαρκορά, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Προτίμησε να ασχοληθεί με την περιουσία της οικογένειας σαν κτηματίας. Ο Ευστάθιος με τη σειρά του απέκτησε δύο παιδιά, το Γεράσιμο και τη Μαρίνα και στη συνέχεια ακολούθησαν οι δισέγγονες του Γεράσιμου Μαρκορά, Ευσταθία και Αγγελική.

Επιστρέφοντας στο Γεράσιμο Μαρκορά, η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Το 1870 μετά το γάμο τους η νεαρή κοπέλα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας ένα αναπλήρωτο κενό στη ζωή του ποιητή. Έκτοτε ο Μαρκοράς ούτε ξαναπαντρεύτηκε, ούτε συνδέθηκε με άλλη γυναίκα. Προτίμησε να σκεπάσει σιωπηλά τον πόνο και τη θλίψη του…

Ξαφνικά, το 1857 συνέβη κάτι τρομερό το οποίο άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Ο δάσκαλος τόσων προσωπικοτήτων, η υπέρτατη μορφή της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, άφησε την τελευταία του πνοή την 21η Φεβρουαρίου 1857. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος όλα τα Επτάνησα.

Η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις συνεδριάσεις της, ενώ όλοι οι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής διοχέτευσαν τον πόνο και τη θλίψη τους σε εκπληκτικά ποιήματα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα «Η δάφνη και το αηδόνι», ο Γεράσιμος Μαρκοράς το «Πρώτο Ψυχοσάββατο», ενώ ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος ήταν και ο στενότερος φίλος του Σολωμού) συνέθεσε τη «Νεκρική Ωδή» και τον επικήδειο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μαρκοράς συνεργάστηκε με τον Πολυλά και τον Κουαρτάνο με σκοπό τη συγκέντρωση και δημοσίευση όλου του ποιητικού έργου του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον Πολυλά το 1859.

Το 1863 ο Μαρκοράς δημοσίευσε το σατιρικό ποίημα «Λέλεκας και Σπαρτσίνης», το οποίο είναι ένας διάλογος μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ (στην αγγλική γλώσσα ο «λέλεκας») και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet- Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι στην ουσία μία πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του συντηρητικού τρόπου διοίκησης των Επτανήσων. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Μαρκοράς γράφει άλλο ένα δυνατό ποίημα, το πιο γνωστό του έργο ίσως μετά τον «Όρκο» το οποίο φανέρωνε όλα τα τίμια και πατριωτικά αισθήματά του, τα «Κάστρα μας».

Το επαναστατικό για την εποχή του αυτό έργο αναφέρεται στην απόφαση των ‘Άγγλων να παραχωρήσουν μεν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας όμως στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των Φρουρίων του μικρού νησιού Βίδο. Μέσα από το ποίημα αυτό ο Μαρκοράς ξεδίπλωσε όλα του τα πατριωτικά αισθήματα με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη σχετικά με την άδικη και αλλόκοτη απόφαση της κατεδάφισης. Οι κριτικές που έλαβε για το ποίημα αυτό ήταν πράγματι διθυραμβικές: «Ωραία ποιητική έμπνευσι, που αντανακλά εις τα πλάσματα της φαντασίας το άδολο αίσθημα και το ύψος των εθνικών και κοινωνικών ιδεών, τόσο λαμπρά ώστε αυτό το άσμα θα συναριθμήται με τα πολύτιμα κειμήλια της χριστιανικής ποιήσεως».

Η συντηρητική Αθήνα όμως δεν αναγνώριζε το ταλέντο και την επαναστατική γραφή των Επτανησίων ποιητών. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν για αυτούς κάτι το χθαμαλές και αδιανόητο, και το 1864 το περιοδικό φύλλο «Χρυσσαλίς» επαινούσε μεν το περιεχόμενο των ποιημάτων, θεωρούσε όμως «πτωχήν την Επτανησιακήν Διάλεκτον».

Οι Επτανήσιοι ποιητές όμως δεν πτοήθηκαν στιγμή από τα σχόλια των Αθηναίων, και συνέχιζαν να υποστηρίζουν ακράδαντα τη γλώσσα και τη θεματολογία της Επτανησιακής ποίησης. Δε νοούταν άλλωστε η σύσταση και ευημερία ενός έθνους χωρίς γλωσσική ενότητα. Και η αρχαίζουσα γλώσσα σίγουρα δεν ήταν η σωστή επιλογή αν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε τη δημοτική γλώσσα. Η αρχαίζουσα απευθυνόταν σε μία μικρή μερίδα του πληθυσμού δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα γλωσσικό και συνάμα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής.

Ώσπου φτάνουμε στο 1857, χρονιά καθοριστική για το ποιητικό έργο του Μαρκορά. Συγκλονισμένος από τις εξελίξεις στην Κρήτη γράφει το καλύτερο και γνωστότερο ποίημά του: Τον περίφημο «Όρκο». Το ποίημα αναφέρεται στη θυσία και τον αγώνα των Κρητών κατά των Οθωμανών και, πιο συγκεκριμένα, στην πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη το 1866. Η υπόθεση του ποιήματος όμως, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι.

Ο Μαρκοράς συγκινήθηκε αφάνταστα από την αυτοθυσία των Κρητών, βάζοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει και να περιπλανηθεί λίγο παραπέρα. Διαλέγει για ήρωες του ποιήματός του δύο ερωτευμένους νέους.

Τι πιο απλό και προσιτό από δύο νέα και ερωτευμένα παιδιά; Σε συνδυασμό με το δυναμικό ιστορικό υπόβαθρο της εποχής, το ποίημα μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Η Ευδοκία, κορίτσι ορφανό από μάνα και πατέρα, βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με άλλους πρόσφυγες συμπατριώτες της και κατευθύνεται προς την Κρήτη, μετά από αναγκαστική απουσία τριών ετών. Στο μυαλό της βρίσκεται διαρκώς ο αγαπημένος της, ο Μάνθος, με τον οποίο είναι αρραβωνιασμένη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κοπέλα αναλογίζεται τη μοίρα της και βρίσκει λίγη χαρά στη σκέψη ότι θα συναντήσει επιτέλους τον καλό της. Μεσολαβεί ο χαιρετισμός των προσφύγων στον Ψηλορείτη, καθώς τον αντικρίζουν δακρυσμένοι ξανά μετά από τόσα χρόνια, και στη συνέχεια το θέμα του ποιήματος επιστρέφει στις σκέψεις της Ευδοκίας.

Το καράβι φτάνει επιτέλους στα άγια και αγαπημένα χώματα των Κρητών. Η χαρά της κοπέλας όμως κρατά λίγο. Μόλις πατά το πόδι της στο νησί πληροφορείται το γεγονός του ολοκαυτώματος της Μονής του Αρκαδίου, ενώ παράλληλα μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της (ο οποίος βρισκόταν στη μονή) τώρα είναι νεκρός..

Η Ευδοκία, μην αντέχοντας να παραμείνει στο πατρικό της (το οποίο είναι ερημωμένο και πλέον της προκαλεί μόνο θλίψη και απόγνωση) πηγαίνει στα ερείπια της Μονής. Εκεί την κυριεύει ο πόνος και η οδύνη, ενώ τα λόγια της μαρτυρούν ακόμα και τώρα όρκους αιώνιας αγάπης, αφοσίωσης και έρωτα προς το Μάνθο. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε να ξεχάσει την αγάπη της για αυτόν; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα όνειρα που έκαναν μαζί πριν ο πόλεμος δηλητηριάσει την αγάπη τους; Εκείνη τη στιγμή, ο Μάνθος εμφανίζεται μπροστά της ολοζώντανος σαν λέιψανο.

Η μορφή του είναι σχεδόν τρομακτική και αποκρουστική, καθώς είναι νεκρός. Της μιλά όμως τρυφερά, της ορκίζεται πως θα την αγαπά αιώνια ακόμα και αν δε βρίσκεται πια μαζί της στη ζωή και πως θα την προστατεύει όπου κι αν βρίσκεται. Εκείνη, συγκινημένη, πεθαίνει στην αγκαλιά του.. Το τραγικό ζευγάρι δε μπόρεσε να χαρεί τον έρωτά του στην επίγεια ζωή. Βρέθηκαν όμως μαζί στον Παράδεισο…

Το ποίημα αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό έργο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ο ποιητής καταθέτει μέσα από το γράψιμό του τα αγνά πατριωτικά του αισθήματα, χωρίς να μολύνεται από ψήγματα σωβινισμού ή κραυγαλέων, ακραίων θέσεων, ενώ ο τρόπος που παρουσιάζει το δυνατό έρωτα των δύο νέων είναι πράγματι συγκλονιστικός.

Ο «Όρκος» τυπώθηκε το 1875 στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», για άγνωστους λόγους όμως το έργο δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο σε ελάχιστα αντίτυπα, τα οποία μοιράστηκαν σε λίγους στενούς φίλους του Μαρκορά. Το 1899 ο «Όρκος» μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου Giovanni Canna. O Canna ήταν καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασε ο Μαρκοράς), ενώ συγχρόνως συνέταξε έναν λόγο υπέρ των προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης.

Όπως αναφέραμε, το βασικό μέλημα των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής ήταν η διάδοση και επικράτηση της δημοτικής έναντι της δύσκαμπτης και σκονισμένης πλέον αρχαίζουσας.

Οι «ατρόμητοι» ποιητές της Επτανησιακής Σχολής επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα λογοτεχνικό περιοδικό με στόχο την ανάδειξη των έργων της εποχής και, φυσικά, τη διάδοση της δημοτικής. Ο τίτλος του τολμηρού αυτού έργου ήταν «Εθνική Γλώσσα», το περιοδικό όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Την ομάδα συγγραφής αποτελούσαν οι: Κάρολος Μάνεσης, Στέλιος Χρυσομάλλης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Νίκος Κογεβίνας, Ανδρέας Κεφαλληνός, Λορέντσος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και φυσικά ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Επίσης, σκοπός του περιοδικού ήταν η γλωσσική και λογοτεχνική ενότητα και η προβολή των Επτανησίων λογοτεχνών.

Όμως, οι καιροί για την Κέρκυρα ήταν εξαιρετικά χαλεποί για κάτι τέτοιο (βρισκόμαστε στο έτος 1884 όταν η Κέρκυρα είχε καταντήσει πλέον μία απλή ελληνική επαρχία), και η έκδοση του περιοδικού ήταν αδύνατη.

Παρ’ όλο που ο Μαρκοράς έγραφε χρόνια, η πρώτη επίσημη δουλειά του εκδόθηκε το 1890 στην Κέρκυρα με τον τίτλο «Ποιητικά Έργα». Επίσης, μετά την έκδοση των «Μικρών Ταξειδιών» συνέχισε να γράφει ποιήματα, τα οποία εκδίδονταν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια».

Το γλωσσικό ζήτημα πλέον βρισκόταν, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή του. Το θέμα της γλώσσας ταλάνιζε την Ελλάδα καθώς η κατάσταση είχε αρχίσει να παίρνει πλέον πολιτικές διαστάσεις. Η κάθε γλωσσική παράταξη υποστήριζε τις απόψεις της ένθερμα, ενώ λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν να εμφανίζονται κατά κόρον για να συμπληρώσουν το σκηνικό. Ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής ήταν ο περίφημος «Νουμάς», δημοσίευμα αμιγώς δημοτικιστικό. Διευθυντής του ιστορικού αυτού περιοδικού ήταν ο Δημήτρης Ταγκόπουλος. Με παρότρυνση του φίλου του Λορέντσου Μαβίλη, ο Γεράσιμος Μαρκοράς δέχτηκε να γίνει συνδρομητής του περιοδικού αυτού. Δε δημοσίευσε όμως ποτέ ποιήματά του στην έκδοση αυτή..

Όπως αναφέραμε, η ζωή του Γεράσιμου Μαρκορά δεν ήταν ούτε κοσμοπολίτικη ούτε κραυγαλέα. Προτίμησε να ζει διακριτικά, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του πάνω στο χαρτί. Ο πατριωτισμός του, αγνός και αληθινός, δεν παραπατά ούτε στιγμή σε παράλογο σωβινισμό. Παράλληλα, ο σεμνός του χαρακτήρας τον έκανε συμπαθή και προσιτό σε όλους. Το τελευταίο του ποίημα, τη «Βραδινή Γαλήνη», το εμπνεύστηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό δειλινό του 1911.

Διάβαζε απορροφημένος τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και η μυστηριώδης και μαγευτική ηρεμία της βραδιάς τον ενέπνευσαν να γράψει το τελευταίο του ποίημα. Στις 28 Αυγούστου του 1911, ο ποιητής του «Όρκου» και τόσων άλλων ποιημάτων άφησε την τελευταία του πνοή στη νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανείς, την Κέρκυρα. Το έργο του αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής λογοτεχνίας σφραγίζοντας μία ολόκληρη εποχή

Γεράσιμος Μαρκοράς «Ο Όρκος» παράλληλο για τον Κρητικό

Πλέει το καράβι αδιάκοπα, κι η Πούλια ωστόσο δείχτει,
Στον ουρανό αρμενίζοντας, πως είναι μεσονύχτι.
Όλα σιγούν. Στη θάλασσα γλυκοκοιμούντ’ οι ανέμοι,
Και κάθε αστέρι, που ψηλά φεγγοβολάει και τρέμει,
Φαίνετ’ αγγέλου σπλαχνικού προσηλωμένο βλέμμα
Στον κόσμο, που ποτίζεται πάντα με δάκρυα κι αίμα.
Κάποιο, στα βάθη της νυχτός, Πνεύμα καλό και θείο
Μ’ ελεημοσύνη θα ’γυρε τα μάτια και στο πλοίο,
Αν ένα κούρασμα γλυκό κι ύπνος αγάλια εχύθη
Σε τόσα εκεί, που λάχτιζαν, απελπισμένα στήθη.
Όλοι κοιμούνται· μοναχά δεν είναι σφαλισμένα
Δυο μάτια ουρανογάλαζα, δυο μάτια ερωτεμένα.
Ο στοχασμός, που γλήγορα θ’ αράξει στ’ ακρογιάλι,
Όπου φαντάζεται να ιδεί τον ακριβό της πάλι,
Ως έχει χρεία, της Ευδοκιάς ανάσασα δε δίνει,
Μήτε να κλείσει βλέφαρο καθόλου την αφήνει·
Πλην στον αγώνα, που ξυπνή την εβαστούσε ακόμα,
Το τρυφερό της έπεσε παραδαρμένο σώμα,
Κι εκεί που η μαύρη καταγής ακίνητη απομένει,
Στη χλόη θαρρεί του τόπου της πως είναι πλαγιασμένη.
Αν στο ροδάτο μάγουλο σιγά-σιγά τ’ αέρι
Μιαν άκρη από τα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά της φέρει
τ’ αγαπημένου το φιλί πώς αγρικάει παντέχει,
Και νέα σε κάθε φλέβα της γλυκάδα ουράνια τρέχει.

https://m.kefaloniatoday.com

https://latistor.blogspot.co

Guillaume Apollinaire, «Στον έρωτα και στον πόλεμο»

69483388_2466030206960633_4494099816841740288_n

Βρέχει

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά

Τομεάρχης

Το στόμα μου θα έχει τις φλόγες της γέεννας
Το στόμα μου θα είναι για σένα μια κόλαση γλύκας
και ομορφιάς
Οι άγγελοι του στόματός μου θα κάνουν θρόνο μέσα
στην καρδιά σου
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σε καταλάβουν
με έφοδο
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίσουνε την
ομορφιά σου
Η ψυχή σου θα τρέμει όπως μια χώρα την ώρα του
σεισμού
Τότε τα μάτια σου θα φορτωθούν όλο τον έρωτα που
χρόνια ολόκληρα μαζεύτηκε μέσα στα βλέμματα
της ανθρωπότητας
Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά εναντίον σου μια
στρατιά όλη με παράταιρους γεμάτη
Έχει ποικιλία όπως ένας μάγος που ξέρει και αλλάζει
τις μεταμορφώσεις του
Η ορχήστρα και οι χορωδίες του στόματός μου θα σου
πουν τον έρωτά μου
Από μακριά στον μουρμουρίζει
Καθώς με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι περιμένω τη
στιγμή που έχει καθοριστεί για την έφοδο

Κι εσύ καρδιά μου γιατί χτυπάς

Σαν ένας λυπημένος παρατηρητής
Κοιτάζω τη νύχτα και το θάνατο

Στη λίμνη των ματιών σου τη βαθιά
Η φτωχή μου καρδιά πνίγεται
Διαλύεται και λειώνει
Μελαγχολική ανάμνηση
Μες στα νερά της τρέλας και του έρωτα

Έρωτα βασιλιά
Θέλω να μου πεις
Το τόσο όμορφο
Περιστέρι
Το άπιστο
Που το φωνάζουν
Μικρή Λου
Πες μου πού
Πήγε και
Σε ποιόν;
-Μα στον Γκιγιώμ

Λου τριαντάφυλλό μου

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σʼ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σʼ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σʼ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

Eκεί είναι

Εκεί είναι μικρά γεφύρια σαστισμένα
Εκεί είναι η καρδιά μου που χτυπά για σένα
Εκεί είναι μια γυναίκα μελαγχολική πάνω στο δρόμο
Εκεί είναι μια όμορφη μικρή αγροικία μέσα σε ένα κήπο
Εκεί είναι έξη στρατιώτες που διασκεδάζουν σαν τρελοί
Εκεί είναι τα ματιά μου που ψάχνουν την εικόνα σου
Εκεί είναι ένα μικρό γοητευτικό δάσος πάνω στο λόφο
Και ένας ντόπιος γέρος κατουρά την ώρα που περνάμε
Εκεί είναι ένας ποιητής που ονειρεύεται τη μικρούλα Λου
Εκεί είναι η μικρούλα Λου εκλεκτή μέσα στο μεγάλο
Παρίσι
Εκεί είναι μια πυροβολαρχία μέσα στο δάσος
Εκεί είναι μια βοσκοπούλα που βόσκει τα πρόβατά της
Εκεί είναι η ζωή μου που σου ανήκει
Εκεί είναι ο εφεδρικός μου κονδυλοφόρος που όλο στάζει Εκεί είναι μια κουρτίνα από λεύκες απαλή απαλή
Εκεί είναι όλη μου η ζωή η περασμένη που πέρασε καλά
Εκεί είναι οι δρόμοι οι σκοτεινοί της Menton που είχαμε
αγαπηθεί
Εκεί είναι μια μικρή κοπέλα από το Sospel που μαστιγώνει
τους συντρόφους της
Εκεί είναι το μαστίγιο μου του αμαξά μέσα στο σάκο μου
που έχω για τη βρώμη
Εκεί είναι τα βέλγικα βαγόνια πάνω στις γραμμές
Εκεί είναι ο έρωτάς μου
Εκεί είναι όλη η ζωή
Σε λατρεύω

Γράμμα-ποίημα

Τα φτωχά μου μάτια γέμισαν μαζί σου
Σαν ένα έλος απʼ το φως του φεγγαριού
Και σε παρακαλώ γονατισμένος
Ω ωραία ξανθιά που για μελαχρινή σε νόμιζα.

Σκληραίνεις γέρικη καρδιά όταν ακούς
τις διαπεραστικές κραυγές
Που βγάζουν μακριά οι τραυματίες με αγωνία
Ψείρες της γης οι άνθρωποι ανθεκτικά σκουλήκια

 

Φίλη μου εσένα σκέφτομαι
Το χρώμα του ήλιου που έχεις και τη χάρη σου
Το σπίτι είναι αδειανό απʼ τη στιγμή που έφυγε
Η ηλιαχτίδα μου και πήγε να βουτήξει μέσα στη
θάλασσα
Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους ότι σʼ αγαπώ
Αν μαζευτούν τα σύννεφα
Πες τους ότι σε λατρεύω
Αν η θύελλα λυσσασμένη ξεσπάσει πάνω στους βράχους
της ακτής
Πες της ότι είσαι ο πολύτιμός μου λίθος
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει μες στις χιλιάδες
κόκκους άμμου που έχει η ακρογιαλιά
Πες του ότι είσαι το ακριβό πετράδι που αγαπώ
Όταν θα δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά
σου
Σου στέλνω χίλια φιλιά και χίλια χάδια
Που θα σε ανταμώσουν όπως οι λέξεις συναντούν την
κεραία του ασύρματου
Αν δεις πληγωμένους
Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι αυτή που εσύ
έκανες στην καρδιά μου
Αν καμιά φορά με θυμηθείς συλλογίσου ότι η σκέψη μου
είναι πάντα μαζί σου
Και ότι σε λατρεύω

 

Εμπρός ανθρώπινη καρδιά μου η λάμπα σε λίγο θα σβήσει
Χύσε εκεί το αίμα σου
Εμπρός ζωή μου θρέψε αυτή τη λάμπα με έρωτα
Εμπρός κανόνια ανοίξτε το δρόμο
Κι ας έρθει επιτέλους ο καιρός της νίκης ο πολύτιμος
καιρός της επιστροφής

 

Το τραγούδι του έρωτα

Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά

Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου

 

Στην Ιταλία

Ιταλιά των περασμένων χρόνων
Σʼαγαπώ
Όσο αγαπούμε την ομορφιά όλων των χρόνων
Μα σʼ αγαπώ ακόμα περισσότερο
Ιταλία γιατί κάνεις τον πόλεμο
Μοντέρνα Ιταλία
Ω ηλεκτρισμέ
Ω ορεσίβια
Εσύ που γλιστράς με τα σκι πάνω στις άσπρες πλαγιές
Ιταλία
Που οι νέοι σου άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα στην
ασκητική
Που οι γέροντές σου πηγαίνουν με μεγαλοπρέπεια
Υπερίπτασαι
Σπινθηροβολείς
Μεγαλουργείς
Ω θεία
Ω γαλλίδα

Πριν απ΄ το σινεμά

Κι αργότερα αυτό το βράδυ θα πάμε
Στο σινεμα

Οι Καλλιτέχνες που είναι λοιπόν εκεί
Δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν τις Καλές – Τέχνες
Δεν είναι αυτοί που όλο ασχολούνται με την Τέχνη
Την Τέχνη της ποίησης ή της μουσικής
Είναι ηθοποιοί και θεατρίνες

Αν είμασταν Καλλιτέχνες
Δε θα λέγαμε ποτέ στο σινεμά
Θα λέγαμε στο σινέ

Αλλά αν είμασταν παλιοί καθηγητές της επαρχίας
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Θα λέγαμε στον κινηματογράφο

Έτσι πρέπει Θεέ μου να έχουμε και γούστο

Ο γάτος

Εύχομαι ναʼ χω μέσα στο τσαρδί
μια γυναίκα γεμάτη λογική
πάνω στα βιβλία μου ο γάτος να περνά
και οι φίλοι ναʼ ρχονται όλο τον καιρό
Χωρίς αυτούς να ζήσω δεν μπο

Α

Λίντα…….Αντνίλ
Ίλντα …….Ντανίλ
Νίλντα……Ναντίλ
Ίλντα……..Ναλίντ……..Αλνίντ
Ιντάλ……..Ντιλάν……..Αλντίν
Λνίντα……Λανίντ……..Ιλντάν
Λντία……..Λαντί
Λντάι……..Ναλντί
Λίντνα……Νταλνί
Λιντάν

Επιγραφή για τον τάφο
του ζωγράφου Ηenri Rousseau
του τελωνοφύλακα

Ευγενικέ Rousseau που μας ακούς
Εμείς σε χαιρετάμε
Ο Delaunay η γυναίκα του ο κύριος Queval κι εγώ
Άφησε να περάσουν λαθραία τα μπαγκάζια μας από
την πόρτα του ουρανού
Σου φέρνουμε καμβάδες χρώματα και πινέλα
Για να μπορέσεις στον ιερό ελεύθερό σου χρόνο
μέσα στο αληθινό φως
Γεμάτος αφοσίωση να ζωγραφίσεις το πορτραίτο μου
Με πρόσωπο πάνω στʼαστέρια

 

Ταξίδι

Πού…πάει… λο.ι.πό ν…..το….τραί.ν.ο…….που……πεθαίνει
Mες….στις….κοιλαδες….και…μες.στα……ωραία….δάση ;;;

 

Η καρδιά μου μοιάζει
με μια φλόγα αναποδογυρισμένη

Βαρόνη άκου το θάνατο
πώς μερακλώνει

 

Σημείωμα

Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ , ο ποιητής και εμψυχωτής της μοντέρνας ζωγραφικής στο Παρίσι , έγραφε τα ποιήματά του μέσα στις φλόγες του πολέμου και το

υ έρωτα…
Γεννημένος το 1880 στη Ρώμη ήταν νόθος γιός μιας Πολωνέζας κι ενός Ιταλού αξιωματικού. Πολέμησε για τη Γαλλία και δόξασε τη γλώσσα μιας πατρίδας που άργησε πολύ να τον δεχτεί . Τύπωσε μόνο 2 ποιητικά βιβλία : τα Alcools < Οινοπνεύματα> – το 1913 πριν τον πόλεμο- και λίγο πριν το θάνατό του τα Calligrammes< Καλλιγραφήματα>- συλλογή που δημοσιεύτηκε το 1918 μετά τον τραυματισμό του στις μάχες από θραύσμα οβίδας στο κεφάλι…Πολλά αδημοσίευτα ποιήματά του είναι γραμμένα για την κορυφαία μούσα του τον καιρό του πολέμου την Louise de Coligny-Chatillon , την Lou , όταν αυτή τον εγκατέλειψε μετά από μια βδομάδα πάθους… Ο τραυματισμένος στα χαρακώματα ποιητής πήρε την υπηκοότητα την άνοιξη του 1916 αλλά σε λίγο πέθανε από την ισπανική γρίπη .

http://www.poiein.gr

μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ριτσώνης

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour” Πατρίδα mon amour

69322876_2464855983744722_1389701917763960832_n

Ψάχνω μια λέξη για να αρχίσω να μιλώ.

Βοήθεια, μια ομπρέλα σας παρακαλώ

Ήρθε βροχή απ’ τα βουνά

Ήρθε και μέλλον στο χωριό μας:

Σεπτή Ορθοδοξία και τα λοιπά

Μέσα σε δυο καθοδικές ακτίνες από φως

Προς μεσημέρι, προς τα εδώ και προς τα κει

Οι δέκα εντολές και οι πληγές τού νέου Φαραώ

Ή και το τίποτα

Και το επόμενο, το μεγαλύτερο κενό –

Πατρίδα mon amour, σκυθρωπή κι ουδέτερη

Και απ’ την τελευταία φάση μακριά:

Ντροπή σας σίγουροι, ντροπή σας παντογνώστες

Οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν

Όντας περήφανοι, όντας αμετακίνητοι

Όντας ανάλαφροι φορείς καινούριων σπόρων:

Ήρθε η ώρα να μετατραπούν λάθη τού χθες

Σε ταπεινές αλλά κι αστείρευτες

Πηγές δημιουργίας.

Στάση πρώτη: Καλωσόρισμα

Και τελευταία ο αποχαιρετισμός.

Που λένε: “Στο καλό” – ευγενικά.

Γιατί, πατρίδα μας είναι και τα συντρίμμια μας

Οι πέτρες μας, τα δάκρυα και τα σχισμένα ρούχα μας

Ηλίθιε παρακοιμώμενε τού πουθενά

Είναι οι έρωτές μας που επαγρυπνούν

Κι αυτοί πατρίδα μας

Το κτήμα τού παππού, ο αργαλειός τής θείας –

Απ’ το πρωί ξεχορταριάζουμε και διώχνουμε τη σκόνη.

Μα θα περάσουν από δω και άλλες Ύβρεις

Τούτος ο τόπος είναι νόστιμος, ευγενικός, αχνίζει

Και όσοι ζήσαμε πολλά απλώς ακούμε, περιμένουμε

Κι αργότερα κουνάμε τα μαντήλια μας

Κάθε που ο προπονητής αλλάζει –

Η Ρωμανία θα γυρίσει ως δασκάλα όμορφη

Πατρίδα μου, πατρίδα μας, δασκάλα μας

Ευγενική δασκάλα μας, κόκκινη παπαρούνα.

Απόστολος Βεργής

Πηγή : Palmografos.com: Palmografos.com

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour”

Κώστας Καρούσος Ο….. Ν… Ε… Ι… Λ… Ο.. .Σ—–!!!! Στη φιλία των δύο λαών Ελλάδας-Αιγύπτου!! 28 Ιουλίου 2016.

67716884_2454794531417534_6574003679152570368_n

Πού να βασίλεψες αυγή στ΄απόσκια των φοινίκων ??
Ο κάμπος αδερφώνεται με το θαλάσσιο φύκι
Εκεί λημέριασε η ψυχή, στου ποταμιού το μάκρος
Εκεί του πάπυρου η γραφή, τ΄ανθρώπου προσκεφάλι,
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Χαλκότριχο το σώμα του στ΄απόσπερο της μέρας
Και γω, μεσούρανα ποθώ σαν άστρο τα νερά του
Να βουτηχτώ και να λουστώ, σα νάμουν φτεροπούλι
Στην οργωμένην απλωσιά και στο σταρένιο θάμπος
Έτσι με τρύγησε θαρρώ κι ο ταυροκτόνος χρόνος
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Σαν όστρακο κεραμικό, σαν πυραμίδα σκέψη !!

Διαβάστηκε στην Αιγυπτιακή Πρεσβεία στο 3ο φεστιβάλ Τέχνης
στις 13/2/2014- που έγινε σε συνεργασία με την ΠΕΛΤ.
[ Πανελλήνια Εταιρία-Ζωγραφικής-Αγιογραφίας-Γλυπτικής-Κεραμικών-
Παξών 30-15162-Κυψέλη-Αθήνα -210.6460225 ]
Δημοσιεύτηκε στο περ.΄΄Εύλογον΄΄ τ.2, 2014.
Κώστας Καρούσος..Αθήνα–28 / 7 / 2016

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΡΟΔΩΝ

13512030_1790923017804692_5308209264580271151_n

Πάντα εσύ το όνειρο κι η ομορφιά
που αναδύει την ποίηση
και των κατιφέδων τα χρώματα 
εσύ οι ψίθυροι της αστερόεσσας νύχτας
κι η Πανσέληνος του Αυγούστου
εσύ η ευωδιά των κόκκινων ρόδων
και το κοχύλι που βρίσκω
γυμνωμένο στην αμμουδιά
και προσεύχομαι να μη χάσει
τη λάμψη του.
Και ό,τι μου στέλνεις και ό,τι μου λες
και το χαϊδεύεις και το φιλάς
εκεί στο λατρεμένο σου ακρωτήρι
που άνθισε ο καημός
ζωγραφιές μου τις κάνω
διαδρομές του μικρού μας παράδεισου
που με πας και με φέρνεις
με το τρεχαντήρι της θάλασσας
και χαίρομαι σαν παιδί
την καλότυχη μοίρα μου.
Κι αν σήμερα οι θεοί με τη δόξα τους όλη
εμφανίζονται στους τρεις μαθητές *
εγώ στο θρόισμά σου θα μείνω
και στο δικό σου το θαύμα
τις δικές σου μεταμορφώσεις
να ψάλλω και πάλι
μ’έναν στίχο αγίασμα
με τρεις βασιλικούς Αγιορείτικους
που έσταξαν για σένα
όλα μου τα δάκρυα κι όλα μου τ’αγαπώ .

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,6-8-2019

*Πέτρος,Ιάκωβος,Ιωάννης