Γιώργος Ιωάννου, Τα βήματά σου

15338811_1870648389832154_6703091094658680884_n

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα∙
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.

Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Πηγή https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1560.0

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 13, 2017, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Χαρούμενη Καλημέρα σε όλους !!!!

14222184_1822100761353584_2346048958830345681_n

…. μόνο η αγάπη χωράει
στις αποσκευές μου,
αυτή που πήρα κι αυτή 
που έδωσα πιστέψτε με ….
Soula Maropaki

Κάποιος είπε πως η αγάπη σ’ ένα αστέρι κατοικεί ….

https://youtu.be/rg7lrZVjFYU

Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/β Συγγραφέας: Όμηρος Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης Ραψωδία β

21462448_1999576980272627_7367817307591993227_n

Ἔφεξ’ ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα,
καὶ τοῦ Ὀδυσσέα ὁ ἀκριβογιὸς σηκώθη ἀπὸ τὸ στρῶμα,
ντύθηκε, ζώνει τὸ σπαθὶ τὸ κοφτερὸ στὸν ὦμο,
ὥρια ποδένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του,
καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ θάλαμο μὲ ἀθάνατο παρόμοιος.
Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους ἀμέσως
τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς σὲ συντυχιὰ νὰ κράξουν.
Τοὺς κράξανε, καὶ γλήγορα συνάχτηκαν ἐκεῖνοι.
Καὶ σὰ συνάχτηκαν, καὶ μιὰ παρέα ὅλοι γενῆκαν,
κινάει ἐκεῖ μὲ χάλκινο κοντάρι στὴν παλάμη,    10
μονάχος ὄχι· δυὸ σκυλιὰ γοργόποδ’ ἀκλουθοῦσαν,
κι ἡ Ἀθηνᾶ μὲ θεόλαμπρη τὸν περεχοῦσε χάρη.
Τόνε θαμάζανε ὅλοι τους σὰν ἔρχουνταν. Καθίζει
στὸ πατρικό του τὸ θρονὶ, κι οἱ γέροι δίνουν τόπο.
Τότες ὁ Αἰγύπτιος ὁ ἥρωας ἀρχίνησε τὸ λόγο,
σκυφτὸς ἀπὸ τὰ γερατειά, καὶ μὲ πολλὰ στὸ νοῦ του.
Τὶ κι ἐκεινοῦ ὁ ἀκριβογιὸς μὲ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα
στὸ Ἴλιο τότες μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια,
ὁ Ἄντιφος, κονταριστής, ποὺ ὁ Κύκλωπας ὁ ἄγριος
τὸν ἔκοψε, καὶ δεῖπνο του τὸν ἔκαμε στὸ σπήλιο.    20
Τοῦ ‘μειναν τρεῖς· ὁ Εὐρύνομος, μνηστήρας κι αὐτὸς ἕνας,
κι οἱ ἄλλοι δυὸ νοιαζόντουσαν τὰ γονικὰ χωράφια·
μὰ ἐκειὸν τὸν εἶχε ἀξέχαστο καὶ τὸν πικροθρηνοῦσε.
Καὶ δάκρυα τώρα χύνοντας ξαγόρεψέ τοὺς κι εἶπε·
“Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Συντυχιά μας
δὲν ἔγινε, ἢ συνέδριο μας κανένα ἀφότου ὁ μέγας
ὁ Ὀδυσσέας μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια.
Ποιός τώρα ἐδῶ μᾶς κάλεσε; ποιός τόσην ἔχει ἀνάγκη;
ἀπὸ τοὺς νέους τάχα γιά ἀπ’ τοὺς παλιούς μας νά ‘ναι;
ν’ ἄκουσε τάχα στράτεμα πὼς πλάκωσε, καὶ θέλει    30
σὰν πρῶτος ποὺ τ’ ἀπείκασε νὰ μᾶς τὸ φανερώση;
ἢ γι ἄλλο τίποτις κοινὸ θὰ βγῆ νὰ μᾶς μιλήση ;
Καλὸς μοῦ φαίνεται ἄνθρωπος, καὶ βλογημένος νά ‘ναι.
Νὰ τοῦ χαρίζη ὁ Δίας καλά, ὅσα ζητάει ἡ ψυχή του.”
Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος τά ‘χε καλὸ σημάδι.
Καὶ πιὰ δὲν κάθουνταν, παρὰ ποθώντας νὰ μιλήση,
στάθη στὴ μέση· τοῦ ‘βαλε στὸ χέρι δεκανίκι
ὁ κήρυκας Πεισήνορας, μὲ νοῦ καὶ γνῶσες ἄντρας.
Καὶ τότες πρῶτα γύρισε κατὰ τὸ γέρο, κι εἶπε·
“Αὐτός, ὦ γέρο, ποὺ ρωτᾶς, θὰ δῆς, μακριὰ δὲν εἶναι·    40
ἐγὼ τὸν κόσμο κάλεσα, τὶ ἐμένα ἀγγίζει ὁ πόνος.
Καὶ μήτε στράτεμα ἄκουσα νὰ πλάκωσε, καὶ θέλω
σὰν πρῶτος ποὺ τ’ ἀπείκασα νὰ σᾶς τὸ φανερώσω,
μήτ’ ἄλλο τίποτις κοινὸ δὲ βγαίνω νὰ ξηγήσω,
Παρὰ δικό μου πάθημα, ποὺ μοῦ ‘πεσε στὸ σπίτι
διπλό· τὸν ἄξιο μου ἔχασα γονιὸ ποὺ κυβερνοῦσε
ἐσᾶς ἐδῶ ὅλους μιὰ φορὰ σὰν ἥμερος πατέρας,
κι ἄλλο, χειρότερο πολύ, ποὺ πάει νὰ ξολοθρέψη
τὸ σπιτικό μου, κι ὅλο μου τὸ βιὸς νὰ τ’ ἀφανίση.
Μνηστῆρες πλῆθος πέσανε τῆς ἄθελής μου μάνας,    50
γιοὶ τῶν ἀντρῶν ποὺ βρίσκουνται προυχόντοι μὲς στὸν τόπο,
καὶ νὰ φανοῦνε τρέμουνε στοῦ Ἰκάριου τοῦ γονιοῦ της,
ποὺ αὐτὸς τὴ θυγατέρα του θὰ προίκιζε, καὶ σ’ ὅποιον
πιὸ ταιριαστὸς τοῦ φαίνουνταν, τήν ἔδινε γυναίκα.
Μόνε σ’ ἐμᾶς ὁλοκαιρὶς χαζεύοντας ἐκεῖνοι
καὶ βόδια σφάζοντας κι ἀρνιά, καὶ τὰ παχιὰ τὰ γίδια,
τὸ χαίρουνται, καὶ πίνουνε τὸ φλογερὸ κρασί μου,
τοῦ κάκου, καὶ τὰ καταλοῦν γιατὶ ἄντρας πιὰ δὲ στέκει
σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας ἤτανε, τὸ σπίτι νὰ γλυτώση.
Κι ἐμεῖς γι’ αὐτοὺς δὲ σώνουμε· μὰ ἀλήθεια καὶ κατόπι    60
θά ‘μαστε ἐμπρός τους ἀχαμνοὶ κι ἀνήξεροι ἀπὸ μάχη.
Νά ‘χα μαζί μου δύναμη, κι ἐγὼ θ’ ἀντιστεκόμουν,
τὶ ἀβάσταχτά ‘ναι ἐτοῦτα πιά· μοῦ ἀφάνισαν τὸ σπίτι
καὶ πῆγε· νιῶστε την κι ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ἀδικιά τους,
ντραπῆτε ἐκείνους τοὺς λαοὺς ποὺ γύρω γειτονεύουν,
καὶ φοβηθῆτε τοὺς θεούς, μὴν ὀργιστοῦν καὶ ρίξουν
μιὰ μέρα στὸ κεφάλι σας τὰ μαῦρα αὐτὰ τὰ ἔργα.
Προσπέφτω σας, γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμης,
ποὺ τῶν ἀντρῶν τὶς συντυχιὲς αὐτὴ σκορπάει ἢ φέρνει,
πάψτε, καλοί μου, ἀφῆστε με μὲς στὸν καημὸ νὰ λυώνω    70
μοωάχος, ἂν ὁ δοξαστὸς πατέρας μου Ὀδυσσέας
στὸυς Ἀχαιοὺς δὲν ἔκαμε κακὸ ἀπὸ ὄχτρητά του,
ποὺ τώρα μ’ ὄχτρητα κι ἐσεῖς τὸ ξεπλερώνετέ μου,
σ’ ἐτούτους θάρρος δίνοντας· πιὸ κέρδος γιὰ τὰ μένα
ἐσεῖς νὰ καταλούσατε τὸ βιὸς καὶ τὰ καλά μου.
Νά ‘σαστε ἐσεῖς, τὸ δίκιο μου θὰ τό ‘βρισκα μιὰ μέρα·
τὶ μὲς στὴ χώρα θά ‘βγαινα, καὶ γκαρδιακὰ μιλώντας
τὰ πλούτια μου θὰ γύρευα, ὡς ποὺ ὅλα νὰ δοθοῦνε.
Μὰ τώρα πόνο ἀγιάτρευτο μοῦ βάζετε στὰ σπλάχνα.”
Αὐτὰ τοὺς εἶπε μὲ χολή, κι εὐτὺς τὸ δεκανίκι    80
χάμου πετάει δακρύζοντας· κι ὅλους τοὺς πῆρε ἡ λύπη.
Σωποῦσαν, καὶ κανένας τους νὰ βγάλη δὲν κοτοῦσε
λόγο σκληρό, κι ἀπάντηση νὰ δώση· μόνο ὁ Ἀντίνος
σηκώθηκε ἀπ’ τοὺς Ἀχαιούς, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη.
“Μωρὲ λογά, ἀχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λές μας;
μᾶς βρίζεις, κι ἀβανιάσματα νὰ μᾶς κολλήσης θέλεις·
μὰ ξέρε το πὼς δὲ σοῦ φταῖν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ μνηστῆρες,
παρὰ ἡ μανούλα σου τὰ φταίει, ποὺ χίλια ξέρει ὁ νοῦς της.
Τρεῖς χρόνοι τώρα πέρασαν, καὶ τέταρτος κοντεύει,
ποὺ αὐτὴ γελάει τοὺς Ἀχαιούς. Ἐλπίδες δίνει σ’ ὅλους,    90
καὶ καθενοῦ ξεχωριστὰ ταξίματα τοῦ στέλνει,
αὐτὴ ὅμως ἄλλα μελετάει. Καὶ κοίταξε κι ἐτούτη
τὴν πονηριὰ ποὺ μπόρεσε νὰ σοφιστῆ καὶ νά ‘βρη.
Στήνει θεόμακρο πανὶ στὸν πύργο της νὰ φάνη,
ψιλόκλωστο κι ἀμέτρητο, καὶ λέει μας· “Παλληκάρια,
μνηστῆρες μου, τώρα ὁ λαμπρὸς που ἀπέθανε Ὀδυσσέας,
μὴ βιάζετε τὸ γάμο μου, γιὰ ν’ ἀποσώσω πρῶτα
τὸ πανικό, νὰ μὴ χαθοῦν τὰ νήματα τοῦ κάκου,
ποὺ τό ‘χω γιὰ τὸ σάβανο τοῦ ἥρωα τοῦ Λαέρτη,
σὰν ἔρθη ὁ κορμοτεντωτὴς ὁ χάρος καὶ τὸν πάρη,    100
μπὰς καὶ καμιὰ τῶν Ἀχαιῶν κερὰ μὲ ψεγαδιάση,
ἂν κοίτεται ἀσαβάνωτος, πού ‘ταν καὶ τόσο πλούσιος.”
Αὐτὰ εἶπε, κι οἱ λεβέντικες τὰ δέχτηκαν ψυχές μας.
Λοιπόν, τὶς μέρες ἔφαινε τὸ θεόμακρο πανί της,
τὴ νύχτα ὅμως τὸ ξέφαινε σὰν ἔφερναν τὰ φῶτα.
Τρεῖς χρόνους μᾶς κρυφόπαιζε, κι ἔτσι μᾶς ἔπειθε ὅλους·
μὰ οἱ ἐποχὲς σὰ φέρανε τὸν τέταρτο τὸ χρόνο,
μιά της γυναίκα πὄξερε, μᾶς τὰ φανέρωσε ὅλα,
καὶ πιάσαμέ την τὸ λαμπρὸ πανί της νὰ ξεφαίνη.
Καὶ τότες πιὰ μὲ τὸ στανιὸ τὸ τέλειωσε ἀπ’ ἀνάγκη·    110
κι ἐσένα, νὰ τί ἀπάντηση σοῦ δίνουν οἱ μνηστῆρες,
κι ἐσὺ νὰ ξέρης, κι οἱ Ἀχαιοὶ νὰ μάθουν ὅλοι ἐτοῦτοι.
Ξεδιάβασ’ την τὴ μάνα σου, καὶ πὲς νὰ πάη νὰ πάρη
ὅποιον καλέση ὁ κύρης της κι ὅποιον αὐτὴ θελήση.
Μὰ ἂ μελετάη τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ βασανίση ἀκόμα,
μὲ ὅσα φυλάει τῆς Ἀθηνᾶς χαρίσματα ἡ ψυχή της,
μὲ τὴν πιδέξια τέχνη της, μὲ τὴ λαμπρὴ ξυπνάδα,
τὶς μαριολιές, ποὺ σὰν κι αὐτὲς μήτ’ οἱ παλιὲς ἐκεῖνες
ὡριομαλλοῦσες Ἀχαιὲς δὲν ἄκουσα ἂν τὶς εἶχαν,
ἡ Ἀλκμήνη, ἡ ὡριοστεφάνωτη Μυκήνη, μήτε ἡ Τύρω,    120
πού μιά τους δὲν τῆς ἔμοιαζε στὸ νοῦ τῆς Πηνελόπης,
αὐτὸ ὅμως δὲν τ’ ἀπείκασε· πὼς θὰ σοῦ τρῶνε οἱ ἄλλοι
τὸ βιός σου καὶ τἀ πλούτια σου ὅσο πεισμώνει ἐκείνη
στὴ γνώμη ποὺ οἱ ἀθάνατοι τῆς βάλανε στὸ νοῦ της.
Μεγάλο ἀπόχτησε ὅνομα για λόγου της, μὰ ἐσένα
ἀρίθμητα σὲ στέρησε καλα. Καὶ γνὼριζέ το,
πὼς ἐμεῖς μήτε σ’ ἐξοχὴ μήτε κι ἀλλοῦ δὲν πᾶμε,
πρὶν αὐτὴ πάρη ἀπὸ τὰ μᾶς τὸν ἄντρα ποὺ διαλέξη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ἀντίνο, ἀπὸ τον πύργο μου δε γίνεται νἀ διώξω    130
ἐκείνη ποὺ μὲ γέννησε καὶ μ’ ἔθρεψε· ὁ γονιός μου,
ζῆ ἀπέθανε, σὲ ξένη γης ἀπόμεινε· ἂν τὴ στείλω
τὴ μάνα ἐγὼ, στὸν κύρη της θὰ τ’ ἀκριβοπλερώσω.
Κι ἀπ’ τὸν Ἰκάριο συφορὲς κι ἀπ’ τὸ θεὸ θὰ μοῦ ‘ρθουν,
σὰ φεύγει ἡ μάνα καὶ ξορκάει τὶς μαῦρες Ἐρινύες·
μὰ καὶ τοῦ κόσμου ἐπάνω μου τὴν κατηγόρια θά ‘χω·
ὥστε ποτές μου τέτοιο ἐγὼ δὲν ξεστομίζω λόγο.
Κι ἀτοί σας ἂν τὸ νιώθετε τὸ κρῖμ’ αὐτό, νὰ σύρτε,
ἄλλα τραπέζια νά ‘βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε,
ὁ ἕνας σπίτι τοῦ ἀλλονοῦ. Μὰ ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε    140
πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια
ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες
καλῶ βοήθεια τοὺς θεούς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη
τὸ γδικιωμὸ πού ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι
πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.”
Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ βροντόφωνος ὁ Δίας τότες στέλνει
ἀπ’ τ’ ἁψηλὸ βουνόκορφο δυὸ ἀϊτοὺς καὶ ξεκινᾶνε,
Πέταγαν πρῶτα ἀνάλαφρα σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου,
πλευρὸ πλευρὸ διαβαίνοντας μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα·
μὲ στῆς πολύβοης συντυχιᾶς σὰν ἔφτασαν τὴ μέση,    150
στριφογυρνοῦν, καὶ μὲ βαρὺ φτερούγιασμα κοιτώντας
πρὸς τὰ κεφάλια τοῦ λαοῦ ματιὲς θανάτου ρίχτουν·
καὶ μὲ νυχιὲς σὰν ἔσκισαν τὰ μοῦτρα, τὰ λαιμά τους,
δεξὰ κινώντας πέρασαν τὶς κατοικιὲς τῆς χώρας.
Θαμάσαν ὅλοι βλέποντας τὰ ὅρνια σὰ φανῆκαν,
κι ὁ νοῦς τους ἀνιστόραγε τὰ μέλλανε νὰ γίνουν.
Ὁ γέρος τότε ἥρωας τοὺς μίλησε Ἁλιθέρσης,
τοῦ Μάστορα, ποὺ πρῶτος τους κρινότανε ὁλονῶνε
στὴ γνώριση τῆς μαντικῆς, στὴν ὁρμηνειὰ τῶν ὄρνιων·
αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·    160
“Ἀκοῦστε με, ὦ Θιακήσοι ἐσεῖς, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες,
τὸ τί ἔχω τώρα νὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ σᾶς φανερώσω.
Βαρὺ κακὸ τοὺς ἔρχεται· δὲ δύνεται ὁ Δυσσέας
νὰ μείνη πιὰ πολὺν καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς του·
σιμὰ ἐδῶ κάπου θάνατο γιὰ τοὺς μνηστῆρες σπέρνει
μὰ κι ἄλλοι μας ἐδῶ πολλοὶ θὰ πάθουμε μαζί τους,
ποὺ κατοικιά μας ἔχουμε τὸ ξάστερο τὸ Θιάκι·
τὸ πῶς θᾶ τοῦς μποδίσουμε ἀπὸ τώρα ἂς στοχαστοῦμε,
ἢ ἐτοῦτοι πρῶτοι ἂς πάψουνε· τὶ γιὰ καλό τους εἶναι.
Δὲν προφητεύω ἀνήξερος· κατέχω τὰ ποὺ κρένω·    170
ἔτσι κι ἐκειοῦ ὅσα μάντεψα ἐγὼ τότες, ὅλα βγῆκαν
ὅταν οἱ Ἀργῖτες ὅλοι τους στοῦ Ἴλιου τὴ χώρα ὁρμοῦσαν,
κι ἀντάμα τους ὁ τρίξυπνος ξεκίναε Ὀδυσσέας.
Θὰ πάθη, τοῦ ‘λεγα, πολλά, θὰ χάση τοὺς συντρόφους,
καὶ θὰ γυρίση ἀγνώριστος στὰ εἴκοσι τὰ χρόνια
στὸν τόπο του· καὶ νά, ποὺ αὐτὰ τώρα τοῦ βγαίνουν ὅλα.”
Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος ἀντίσκοψε καὶ τοῦ ‘πε·
“Σπίτι σου σέρνε, γέρο ἐσὺ, καὶ βγάζε τῶν παιδιῶ σου
μαντεῖες, μπὰς καὶ πάθουνε κανὲ κακὸ κατόπι·
προφήτης εἶμ’ ἐγὼ σ’ αὐτὰ πολὺ καλύτερός σου.    180
Ὄρνια γυρίζουνε πολλὰ κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,
μὰ δὲ μαντεύουν ὅλα· πάει, χάθη ὁ Δυσσέας στὰ ξένα·
μακάρι ν’ ἀφανίζουσαν κι ἐσὺ μαζὶ μ’ ἐκεῖνον,
νὰ μὴ μᾶς ψέλνης τώρα ἐδῶ τὶς τόσες μαντικές σου,
κεντώντας ἀδιαφόρετα τὸ χόλιασμα τοῦ γιοῦ του,
μ’ ἐλπίδα κι ἴσως σπίτι σου κάποιο σοῦ στείλη δῶρο.
Σοῦ λέω ἐγὼ μιὰ καὶ καλή, κι αὐτὸ ποὺ πῶ τελειέται·
ἐσυ πού ξέρεις τὰ παλιὰ καὶ τὰ πολλά, ἂν ἐτούτου
τοῦ νέου ἀνάψης τὴν ὀργὴ μὲ πλανερά σου λόγια,
πρῶτος αὐτὸς χερότερα θὰ πάθη ἀπ’ ἀφορμή σου,    190
καὶ μήτε ἀπ’ αὐτουνοὺς καλὸ δὲ θενὰ δῆ, κι ἐσένα
μὲ πρόστιμο θὰ ψήσουμε βαρύ, ποὺ σὰν πλερώνης
ἀπὸ τὸν πόνο, γέρο μου, θενὰ λυσσάξη ὁ νοῦς σου.
Καὶ τώρα τὸν Τηλέμαχο μπρὸς σ’ ὅλους συβουλεύω
νὰ πῆ τῆς κερὰ μάνας του νὰ σύρη στοῦ γονιοῦ της,
κι αὐτοὶ θὰ τὴν παντρέψουνε κι ἀρίφνητα θὰ βγάλουν
προικιά, σὰν ποὺ ταιριάζουνε σὲ κόρη ἀγαπημένη,
Τὶς βαρετές μας προξενειὲς ἀλλιῶς δὲν παραιτοῦμε,
τὶ στάλα δὲ φοβόμαστε κανέναν ἐδῶ πέρα,
μὰ μήτε τὸν Τηλέμαχο μὲ τὰ πολλὰ τὰ λόγια·    200
κι οὐδὲ ψηφοῦμε, γέροντα, τὶς προφητεῖες ποὺ βγάζεις,
τὶς ἀνωφέλευτες, ποὺ πιὸ σιχαμερὸ σὲ κάνουν.
Τὰ πλούτια του θὰ τρώγουνται κι ἀγύριστα θὰ μνήσκουν,
ὅσο αὐτὴ παίζει τοὺς Ἀχαιούς, τὸ γάμο ἀργοπορώντας·
καὶ πάντα θὰ προσμένουμε καὶ θὰ λογομαχοῦμε
γιὰ τὶς περίσσιες χάρες της, καὶ σ’ ἄλλες δὲ θὰ πᾶμε,
ἀπ’ ὅσες ταίρια γίνουνται καλὰ τοῦ καθενοῦ μας.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει·
“Εὐρύμαχε, κι οἱ ἄλλοι ἐσεῖς καμαρωτοὶ μνηστῆρες,
μήτε μιλῶ γι’ αὐτὰ ἐγὼ πιά, κι οὐδὲ παρακαλῶ σας·    210
αὐτὰ τώρα κι οἱ ἀθάνατοι κι οἱ Ἀχαιοὶ τὰ ξέρουν.
Παρὰ καράβι γλήγορο κι εἴκοσι δόστε μου ἄντρες,
ἀπό ‘ναν τόπο σ’ ἄλλονα ταξίδι νὰ μὲ πάρουν.
Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω καὶ στὴ Σπάρτη,
τοῦ πλανημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ νὰ μάθω·
ἢ κάποιος θὰ μοῦ πῆ θνητὸς, ἢ τὴ φωνὴ θ’ ἀκούσω
ποὺ στέλνει ὁ Δίας καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες,
Κι ἂ μάθω πὼς ὁ κύρης μου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση,
ὡς ἕνα χρόνο, κι ἂς πονῶ, θένα ‘παντέξω ἀκόμα·
ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς μοῦ χάθη ἀκούσω,    220
γυρίζω πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας,
τοῦ στήνω μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτω δῶρα,
ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύω καὶ τὴ μάνα.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, κάθισε· κι εὐτὺς σηκώθη ὀμπρός τους
ὁ Μέντορας ποὺ σύντροφο ὁ λαμπρὸς Δυσσέας τὸν εἶχε,
καὶ φεύγοντας στὰ χέρια του τὸ σπιτικό του ἀφῆκε,
ὅλοι ν’ ἀκοῦν τὸ γέροντα, καὶ νὰ φυλάη τὰ πάντα·
ἐκεῖνος μὲ καλογνωμιὰ ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·
“Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Πιὰ κανένας
ἂς μὴ μᾶς ἔρθη βασιλιάς, καλόβουλος καὶ δίκιος    230
καὶ πρόσχαρος, παρὰ σκληρὸς καὶ κακοπράχτης νά ‘ναι,
ἀφοῦ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα κανένας δὲ θυμᾶται,
μὲς στὸ λαὸ ποὺ σὰ γονιὸς μ’ ἀγάπη τὸν κυβέρνα.

Καὶ δὲ θαμάζουμαι ἐτουνοὺς τοὺς ἄφοβους μνηστῆρες,
ποὺ ἔργατα παράνομα μὲ πονηριὲς σκαρώνουν·
ἂν αὐτοὶ τρῶν καὶ καταλοῦν τοῦ Ὀδυσσέα τὸ σπίτι,
μὲ τὴ ζωή τους παίζουνε, καὶ λὲν πὼς χάθη ἐκεῖνος.
Μὰ ἐσᾶς τοὺς ἄλλους, ποὺ βουβοὶ καθόσαστε, καὶ λόγο
δὲ βγάζετε ἐναντίο τους, νὰ τοὺς καταδαμάστε,    240
ἐσεῖς οἱ πάμπολλοι, αὐτουνοὺς τοὺς μετρητοὺς μνηστῆρες.”
Κι ὁ Λειώκριτος τοῦ Εὐήνορα γυρίζει κι ἀπαντάει του·
“Μέντορα ἐσὺ, κακόμυαλε καὶ κλούβιε, τί φωνάζεις;
Τοὺς λὲς νὰ μᾶς δαμάσουνε, κι ὡς τόσο δύσκολό ‘ναι
οἱ λίγοι νὰ χτυπήσουνε πολλοὺς γιὰ φαγοπότι,
Κι ἂν ὁ Θιακήσος Ὀδυσσέας φανερωθῆ ἀπατός του,
κι ἀπὸ τὸν πύργο σοφιστῆ νὰ διώξη τοὺς μνηστῆρες,
ἐκεῖ ποὺ τρωγοπίνουνε τὰ παλληκάρια ἀντάμα,
δὲ θά ‘χαιρε ἡ γυναίκα του ποὺ γύρισε ὁ καλός της,
τὶ μαῦρο τέλος θά ‘βρισκε ἐκεῖ μέσα πολεμώντας    250
ἕνας αὐτὸς μὲ τοὺς πολλούς· μὰ ἐσὺ σωστὰ δὲν τά ‘πες.
Ἐλατε τώρα ἐσεῖς, παιδιά, σκορπιέστε στὶς δουλειές σας·
ὁ Ἁλιθέρσης τούτονε κι ὁ Μέντορας ἂς βάλουν
στὸ δρόμο του, σὰν πού ‘ναι δὰ καὶ γονικοί του φίλοι,
Μὰ ἐγὼ θαρρῶ πολὺν καιρὸ θὰ κάθεται στὸ Θιάκι
ν’ ἀκούη μαντάτα, καὶ ποτὲς δὲ θὰ χαρῆ ταξίδι.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, σκόρπισε τὴ συντυχιὰ μὲ βιάση.
Καὶ σύρανε στὸ σπίτι του ὁ καθένας, κι οἱ μνηστῆρες
κατὰ τὸν πύργο κίνησαν τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.
Τότες μακριὰ ὁ Τηλέμαχος στ’ ἀκρόγιαλο κατέβη,    260
τὰ χέρια θαλασσόνιψε, κι ἔκαμε δέηση κι εἶπε·
“Ἄκου μ’, ἐσὺ ὁ θεός, ποὺ ἐχτὲς στὸν πύργο ἦρθες καὶ μοῦ ‘πες
νὰ πάρω πλοῖο καὶ στ’ ἀχνὰ τὰ πέλαα ν’ ἀρμενίσω,
νὰ μάθω ἂ γύρισε ὁ γονιὸς ποὺ λείπει τόσους χρόνους,
κι ὅμως μποδίζουν οἱ Ἀχαιοί, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες,
πού ‘ναι μεγάλη ἡ κάκια τους, περίσσια ἡ περηφάνεια.”
Αυτὰ σὰν προσευκήθηκε, νά, ἡ Ἀθηνᾶ προβάλλει,
μὲ τὴ φωνὴ καὶ τὸ κορμὶ τοῦ Μέντορα ἀντικρύ του,
καὶ συντυχαίνει του, καὶ λέει μὲ φτερωμένα λόγια·
“Τηλέμαχε, ἄναντρο ἢ χαζὸ δὲ θὰ σὲ λὲν κατόπι,    270
ἂν τοῦ γονιοῦ σου ἡ λεβεντιὰ μέσα σου μνήσκη, κι εἶσαι
τέτοιος πού ἐκεῖνος ἤτανε καὶ σ’ ἔργα καὶ σὲ λόγια·
καὶ τότες τὸ ταξίδι σου δὲν πάει χαμένο, θά ‘βγη.
Μ’ ἂν ἐκεινοῦ δὲν εἶσαι ἐσὺ γιὸς καὶ τῆς Πηνελόπης,
αὐτὰ ποὺ λαχταρᾶς θαρρῶ δὲ θὰ τὰ δῆς νὰ βγοῦνε.
Λίγα στὸν κόσμο αὐτὸ παιδιὰ μὲ τοὺς γονιούς τους μοιάζουν,
χερότεροι εἶναι οἱ πιὸ πολλοὶ, καλύτεροί ‘ναι λίγοι,
Μὰ ἀφοῦ δὲ θά ‘σαι ἐσὺ ἄναντρος μηδὲ χαζὸς κατόπι,
κι ἀφοῦ ποτὲς δὲ σ’ ἄφησε τοῦ Ὀδυσσέα ἡ γνώση,
μελέτα το πῶς τὰ ἔργα αὐτὰ ἐσὺ θὰ τὰ τελέσης,    280
κι ἀψήφα τους τοὺς ἄμυαλους αὐτοὺς καὶ τὶς βουλές τους,
τὶ γνώση αὐτοὶ δὲν ἔχουνε καὶ δίκιο δὲ γνωρίζουν·
δὲν ξέρουν πὼς ὁ θάνατος κι ἡ μαύρη τους ἡ μοῖρα
εἶναι κοντὰ, καὶ θὰ τοὺς φάη μονήμερα ὁλονούς τους,
Καὶ τὸ ταξίδι ποὺ ζητᾶς πολὺ πιὰ δὲ θ’ ἀργήση·
τέτοιος σου φίλος πατρικὸς ἐγώ ‘μαι, ποὺ καράβι
θὰ σοῦ τοιμάσω γλήγορο, κι ἴδιος θὰ ρθῶ μαζί σου,
Πήγαινε, σμίξε τώρα ἐσὺ μὲ τοὺς μνηστῆρες σπίτι,
προμήθειες μάζωξε πολλές, καὶ σ’ ἀγγειὰ μέσα κλεῖσ’ τες·
μὲς στὶς λαγῆνες τὸ κρασὶ, τ’ ἀλεύρι, τὸ μεδούλι    290
τοῦ κάθε ἀνθρώπου, σὲ πετσιὰ σφιχτοραμμένα βάλ’ το·
κι ἐγὼ πηγαίνω στὸ λαὸ συντρόφους νὰ μαζώξω
νά ‘ρθουν ἐθελοντὲς· πολλὰ καράβια ἐδῶ στὸ Θιάκι,
μὰ θὲς καινούρια θὲς παλιά· θὰ βρῶ καὶ θ’ ἀρματώσω
ἀπ’ ὅλα τὸ πιὸ διαλεχτό· τὸ ρίχτουμε στὸ κῦμα, καὶ βγαίνουμε ἀρμενίζοντας στὰ διάπλατα πελάγη.”
Αὐτὰ σὰν τοῦ εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ κόρη, ἐκεῖνος
ἀσάλευτος δὲν ἔμεινε στὴ θεϊκὴ φωνή της,
μόνε στὸν πύργο κίνησε μὲ σπλάχνα ταραγμένα,
καὶ βρῆκε τοὺς λεβέντηδες μνηστῆρες στὸ παλάτι·
γδέρνανε γίδια στὴν αὐλὴ καὶ χοίρους καψαλίζαν.    300
Ἦρθε ἴσια στὸν Τηλέμαχο γελώντας ὁ Ἀντίνος,
καὶ τοῦ ‘πιασε τὸ χέρι του, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·
“Μωρὲ Τηλέμαχε λογά, ἀχαλίνωτε, μὴ βάζης
στὸ νοῦ σου τίποτις κακό, μήτ’ ἔργο, μήτε λόγο,
μόν’ κάθισε νὰ φᾶς νὰ πιῆς σὰν πρῶτα. Κι ὅλα ἐτοῦτα
θὰ σοῦ τὰ βροῦν οἱ Ἀχαιοί, καράβι, λαμνοκόπους
καλούς, νὰ φτάσης γλήγορα στὴ βλογημένη Πύλο,
καὶ νὰ γυρέψης ἄκουσμα τοῦ ξέλαμπρου γονιοῦ σου.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ἀντίνο, δὲν μπορῶ μ’ ἐσᾶς τοὺς περηφανεμένους    310
σὲ φαγοπότια νὰ γλεντῶ χαζὸς καὶ δίχως ἔννοια.
Τάχα δὲ σώνει ποὺ ὅλοι ἐσεῖς τ’ ἀρίφνητα καλά μου
σκορπίστε τα σὰν ἤμουνα μωρὸ παιδί; μὰ τώρα
ποὺ ἀντρώθηκα, κι ἀκούγοντας ἀπ’ ἀλλονοὺς μαθαίνω,
κι ὅσο πηγαίνει μέσα μου ἡ ψυχή μου δυναμώνει,
μοῖρα κακὴ θ’ ἀγωνιστῶ κι ἐγὼ σ’ ἐσᾶς νὰ φέρω,
εἴτε στὴν Πύλο τραβηχτῶ, ἢ μείνω ἐδῶ στὸ Θιάκι,
Θὰ πάω — κι ὄχι ἀνώφελο ταξίδι αὐτὸ — περάτης,
ἀφοῦ δικά μου πλοῖα ἐγώ, δικούς μου λαμνοκόπους
δὲν ἔχω, καὶ τὸ κρίνατε κι ἐσεῖς ἐτοῦτο κάλλιο.”    320
Εἶπε, καὶ σιγοτράβηξε τὸ χέρι ἀπὸ τ’ Ἀντίνου
τὴν ἀπαλάμη. Στρώνοντας οἱ ἄλλοι τὰ τραπέζια
μὲ λόγια τὸν κεντούσανε καὶ τόνε περγελοῦσαν,
κι ἀπὸ τοὺς ξιππασμένους νιοὺς ἕνας αὐτὰ λαλοῦσε·
“Καὶ βέβαια κάποιο φονικὸ ὁ Τηλέμαχος σκαρώνει,
Πηγαίνει ὡς τὴν ἀμμουδερὴ τήν Πύλο κι ὡς στὴ Σπάρτη,
βοηθοὺς νὰ φέρη· μέσα του πάθος μεγάλο βράζει·
ἴσως κι ὡς στὴν παχειὰ τὴ γῆς τῆς Ἔφυρας τραβήξη,
κι ἀπὸ κεῖ πέρα βότανα θανατερὰ μᾶς φέρη,
καὶ στὸ κροντήρι ρίξη τα κι ὅλους ἐδῶ μᾶς σβήση.”    330
Καὶ κάποιος ἄλλος πάλε ἐκεῖ τοὺς εἶπε ξιππασμένος
“Ποιός ξέρει ἂ δὲ μᾶς βγῆ κι αὐτὸς μὲ κουφωτὸ καράβι
καὶ σὰν τὸν Ὀδυσσέα χαθῆ μακριὰ ἀπὸ κάθε φίλο;
Ὁ κόπος θά ‘τανε γιὰ μᾶς σὰν πιὸ πολὺς ἀλήθεια,
γιατὶ θὰ μοιραζόμασταν τὸ ἔχει του, κι ἡ μάνα
τὸ σπίτι θά ‘χε μὲ ὅποιονα τὴν ἔπαιρνε γυναίκα.”
Καὶ στοῦ γονιοῦ ὁ Τηλέμαχος τὸ θάλαμο κατέβη
τὸν ἁψηλὸ καὶ διάπλατο, πὄχε σωροὺς χρυσάφι
καὶ χάλκωμα, καὶ σεντουκιὲς φορέματα καὶ μῦρα,
καὶ ποὺ γλυκόπιοτο παλιὸ κρασὶ πολλὰ πιθάρια    340
στεκόντουσαν ὁλόγεμα μὲ ἁγνὸ πιοτὸ καὶ θεῖο,
στὸν τοῖχο ἀράδα κολλητά, ἴσως κι ἐρθῆ μιὰ μέρα
πάλε ὁ Δυσσέας στὸν τόπο του, τὰ πάθια του σὰν πάψουν.
Σφιχτὰ δυὸ σανιδόφυλλα σφαλνούσανε τὴ θύρα,
καὶ μέρα νύχτα βρίσκουνταν κελάρισσα γυναίκα,
ποὺ καθετὶς νοιαζότανε μὲ νοικοκυροσύνη,
ἡ Εὐρύκλεια, τοῦ Ὤπα γέννημα, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη,
Τὴν ἔκραξε ὁ Τηλέμαχος ἐκεῖ, κι αὐτὰ τῆς εἶπε·
“Ἔλα, ὦ γριά, κρασὶ γλυκὸ μὲς στὶς λαγῆνες χῦσε,
τὸ νόστιμο, ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἐσὺ φυλάεις γιὰ κεῖνον    350
τὸν ἄμοιρο, τὸ θεόσπαρτο Ὀδυσσέα, ποὺ τὸ ἐλπίζει
μιὰ μέρα πὼς θὰ ξαναρθῆ, τὸ θάνατο ἂν ξεφύγη.
Δώδεκα γέμισε ἀπ’ αὐτὲς καὶ καλοστούπωσέ τις,
βάλε καὶ στὰ καλόραφτα δερμάτια μέσα ἀλεύρι,
εἴκοσι μέτρα κάμε τα καρπὸ μυλαλεσμένο,
καὶ ξέρε τα μονάχη σου. Κι ὅλα μαζὶ νὰ τά ‘χῃς,
τὶ θά ‘ρθω ἀποσπερῆς ἐγὼ νὰ τὰ σηκώσω, ἡ μάνα
σὰν ἀνεβῆ στ’ ἀνώγι της τὴ νύχτα νὰ πλαγιάση.
Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω, καὶ στὴ Σπάρτη,
τοῦ ἀγαπημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἴσως μάθω.”    360
Ἔτσ’ εἶπε, καὶ ξεφώνισε ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα,
καὶ κλαίγοντας του λάλησε μὲ φτερωμένα λόγια·
“Πῶς μπῆκε τέτοιος λογισμός, παιδάκι μου, στὸ νοῦ σου;
καὶ πῶς θὰ πᾶ νὰ πλανηθῆς μαθὲ στῆς γῆς τὴν ἄκρη
ἐσὺ τ’ ἀκριβοπαίδι μας; Ἐκεῖνος πάει πιά, χάθη,
ὁ κύρης σου ὁ διογέννητος, στὰ μακρινὰ τὰ ξένα.
Ἅμα ἐσὺ φύγης, ὅλοι αὐτοὶ θὰ σοφιστοῦνε τρόπο
νὰ σὲ χαλάσουν ἄξαφνα, καὶ νὰ τὰ μοιραστοῦνε.
Στὸ σπίτι μέσα σύχαζε, τὶ δὲ σοῦ πρέπει ἐσένα
στ’ ἀτρύγητο τὸ πέλαγο νὰ δέρνεσαι γυρνώντας.”    370
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει·
“Θάρρος· δὲν εἶν’ αὐτὰ, ὦ γριά, χωρὶς θεοῦ συνέργεια,
Ὅμως, ν’ ἀμώσης πὼς ἐσὺ λόγο δὲ λὲς τῆς μάνας,
ἑντέκατη ἢ δωδέκατη ὡσότου νά ‘ρθη μέρα,
ἢ πρὶ γυρέψη νὰ μὲ δῆ, καὶ μάθη πιὰ πὼς λείπω,
γιὰ νὰ μὴν κλαίγη καὶ χαλνάη τὴν ὄμορφή της ὄψη.”
Αὐτἀ εἶπε της καὶ τοῦ ‘βαλε ἡ γριὰ μεγάλον ὅρκο.
Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσε, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος,
ἔβγαλε κι ἔχυσε κρασὶ στὶς δώδεκα λαγῆνες,
καὶ στὰ καλόραφτα ἔβαλε δερμάτια μέσα ἀλεύρι·    380
καὶ τότες ὁ Τηλέμαχος ξανάρθε στοὺς μνηστῆρες.
Κατόπι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλο·
μ’ ὄψη σὰν τοῦ Τηλέμαχου γυρνώντας μὲς στὴ χώρα,
τοὺς ἄγουρους ἀντάμωσε, καὶ μίλαε τοῦ καθένα,
καλώντας τους στ’ ἀκρόγιαλο νὰ κατεβοῦν τὸ βράδυ,
κι ἀπὸ τοῦ Φρόνη τὸ παιδὶ ζητάει γοργὸ καράβι,
τὸν ξακουστὸ Νοήμονα, ποὺ τό ‘ταξέ του ἀμέσως.
Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιασαν οἱ δρόμοι,
τὸ πλοῖο ρίχτει στὸ γιαλό, καὶ μέσα τ’ ἄρμενά του,
καθὼς τὰ καλοσκάρωτα καράβια τά ‘χουν πάντα,    390
καὶ στὸ λιμάνι τ’ ἄραξε· γύρω οἱ λεβέντες νέοι
μαζώχτηκαν, κι ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς ἔδινε ὅλους θάρρος.
Καὶ πάλε ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλα·
κατὰ τὸν πύργο κίνησε τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα,
καὶ τοὺς μνηστῆρες περεχάει μὲ ὕπνο γλυκό, καὶ ζάλη
τοὺς φέρνει ἐκεῖ ποὺ πίνουνε, καὶ ρίχτουν τὰ ποτήρια,
καὶ νὰ πλαγιάσουν ξεκινοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴ χώρα·
δὲν ἄργησαν, τὶ βάραινε τὰ βλέφαρά τους ὁ ὕπνος.
Καὶ τοῦ εἶπε τοῦ Τηλέμαχου ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,
καλώντας τον ἀπέξωθε τοῦ ὡριοχτισμένου πύργου,    400
καὶ μοιάζοντας τοῦ Μέντορα, λαλιὰ συνάμα κι ὅψη·
“Τηλέμαχε, οἱ χαλκόποδοι οἱ συντρόφοι σου ἐκεῖ κάτου
προσμένουν ὅλοι στὸ κουπί, τὴν προσταγὴ νὰ δώσης·
πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ σμίξουμε, κι ἂς μὴν ἀργοποροῦμε.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, ξεκίνησε αὐτὴ πρώτη,
γοργά, κι ἀκολουθοῦσε ὁ νιὸς στῆς θέϊσσας τ’ ἀχνάρια.
Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ φτάσανε, ποὺ ἀπάντεχε τὸ πλοῖο,
ἐκεῖ τοὺς μακρομάλληδες συντρόφους ἀνταμῶσαν,
κι ὁ δυνατὸς Τηλέμαχος αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει·
“Πᾶμε, παιδιά, νὰ φέρουμε ἐδῶ κάτου τὶς προμήθειες·    410
ὅλες στὸν πύργο βρίσκουνται· ἡ μάνα ὅμως δὲν ξέρει
μήτ’ ἄλλη δούλα, ἐξὸν ἡ μιὰ ποὺ τ’ ἄκουσε ἀπὸ μένα.”
Εἶπε, καὶ πρῶτος κίνησε, κι οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν,
Καὶ στὸ γιαλὸ τὰ φέρανε, καὶ μὲς στὸ πλοῖο τὰ θέσαν,
σὰν ποὺ εἶπε καὶ παράγγειλε τοῦ Ὀδυσσέα ὁ γιόκας.
Κι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος στὸ πλεούμενο· κυβέρνα
ἡ Ἀθηνᾶ καθούμενη στὴν πρύμνη του· σιμά της
κι ἐκεῖνος κάθισε· ἔλυσαν τὰ παλαμάρια οἱ ἄλλοι,
ὕστερ’ ἀνέβηκαν κι αὐτοὶ καὶ στὰ ζυγὰ καθίσαν,
Καὶ τότες πρύμο στέλνει τους ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,    420
τὸ Ζέφυρο ποὺ ἀχολογᾶ στὰ μαῦρα πέλαα πάνω.
Καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τοὺς συντρόφους
νὰ πιάσουν τ’ ἄρμενα· ἄκουσαν αὐτοὶ τὴν προσταγή του.
Κατάρτι ἔλατο ἔστησαν καὶ μπήξανέ το μέσα
στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια,
καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ’ ἄσπρα παννιὰ τραβῆξαν.
Φούσκωσε ὁ ἀγέρας τὸ πανὶ στὴ μέση, καὶ τὸ κῦμα
πὰς στὸ κοράκι βρόνταγε καθὼς γοργὰ σκιζόταν·
κι ἔκοβε δρόμο κι ἔτρεχε στὸ πέλαο τὸ καράβι,
Καὶ τ’ ἄρμενα σὰ δέσανε στὸ μελανὸ σκαφί του,    430
κροντῆρια στῆσαν, καὶ κρασὶ καλογεμίζοντάς τα
γιὰ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ τοὺς αἰώνιους χῦναν,
μὰ γιὰ τὴ γαλανόματη κόρη τοῦ Δία πρῶτα.
Κι ὁλονυχτὶς καὶ τὴν αὐγὴ ἔπαιρνε δρόμο ἐκεῖνο.

Πγηή https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B5%CE%B9%CE%B1_(%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%86%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7)/%CE%B2

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μιλώ για ένα κορίτσι του ήλιου
με τα χρώματα της αυγής
και τα μύρα της Μεγαλόνησου.
για ένα κορίτσι ανάλαφρο
που στροβιλίζονται τ’άστρα
όταν λικνίζεται στο χορό
και τα βήματά της
μόνο οι Νηρηίδες κι οι Νύμφες
μπορούν να ακολουθήσουν.
Μιλώ και ψάχνω χρώματα
να ζωφραφίσω τη χάρη της
μα εγώ ζωγράφος δεν είμαι
κι ένα ποίημα θα γράψω
να τη ζωγραφίσουν οι φίλοι μου.
Μιλώ για ένα κορίτσι
που τρίζουν οι άγκυρες
και την ερωτεύεται ο γιαλός
και τρελαίνεται το αλογάκι της θάλασσας
κι ακούς τα επιφωνήματα
για τη λάμψη της.
Θεέ μου τούτο το κορίτσι της Άνοιξης
φύλαξέ το απ’τον φθόνο
να’ναι πάντα μια αγάπη για όλους
ένα ρήμα της καλοσύνης
ένα όμορφο πλάσμα Θεού
με υγεία και δύναμη
να μπορεί να γιορτάζει
με όλους τους φίλους της
τις πιο ωραίες στιγμές της !

Θεόδωρος Σαντάς,Λευκωσία,12-7-2017

Αλκμήνη Κογγιδου Ποιήτρια-δοκιμιογράφος Ενοχή – Μετάνοια- Εξομολόγηση.

21192237_1987132654861067_3637032857404748944_n

Κάθε σκέψη ή πράξη αρνητική είναι επιβαρυντική στη Συνείδηση. Για να μη διακόπτεται η επαφή με την αλήθεια, απαιτείται η αυτοπαρατήρηση, η αντικειμενική ματιά και η ορθή σκέψη. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος της πλάνης.
Η αρνητική συμπεριφορά έχει επιπτώσεις όχι μόνον στον άλλον, αλλά πολύ περισσότερο σ’ αυτόν ο οποίος τη διέπραξε. Αν δεν επανορθώσει, χάνει τη γραμμή επικοινωνίας με τον ανώτερο εαυτό του. Ωστόσο η Συνείδησή του, που λειτουργεί αυτόνομα, καταγράφει το λάθος. Αν το συνειδητοποιήσει έγκαιρα, αυτός που το διέπραξε, σπεύδει να το ομολογήσει για να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα της σχέσης. Ετσι, η ζωή συνεχίζει την θετική της ανταλλαγή της αγάπης, της αλήθειας, της αλληλοεπίδρασης. Στην αντίθετη περίπτωση, που δεν ομολογείται το λάθος και μάλιστα σύντομα, πριν έρθει η νύχτα, παρεμβαίνει η λήθη, τότε επιστρέφει στο υποσυνείδητο, στη σκοτεινή φωλιά. Μεσολαβεί το χάσμα ανάμεσα στον έναν και στον άλλον, ανάμεσα στον ίδιο και στη συνείδησή του.
Η Ψυχή διαμέσου της ευαισθησίας της συλλαμβάνει όλες τις λεπταίσθητες καταστάσεις που διαμεσολαβούν και λειτουργούν μέσα στον νόμο της ισορροπίας. Γι’ αυτό το λόγο δεν αγνοεί τις λεπτομέρειες που αφορούν την ποιότητα και το ήθος ως έκφραση του ανώτερου εαυτού. Κάθε διατάραξη αυτής της ευαίσθητης περιοχής, διακόπτει τη λειτουργία της αγάπης και παρεμβαίνει αρνητικά. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι δυσδιάκριτες από το εγώ. Φθάνοντας ο άνθρωπος στην επίγνωσή τους, θ’ αποκτήσει την κυριότητα του εαυτού του. Στην περίπτωση που δεν γίνει αυτό, είναι αδύνατον να μην αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του λάθους και μάλιστα επώδυνα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Κύριος λέει συχνά : «γρηγορείτε και προσεύχεσθε» Υποδεικνύει στον άνθρωπο αφ’ ενός μεν να είναι γρηγορών, δηλαδή να δρα συνειδητά και αφεταίρου να προσεύχεται για να λαμβάνει από το Άγιο Πνεύμα τη φώτιση που θα τον οδηγεί ώστε να σκέπτεται και να πράττει ορθά.

Η ανεπίγνωτη ενοχή διακόπτει την επικοινωνία του ανθρώπου με τη Συνείδησή του και τον αποσπά από την λειτουργικότητα της Σχέσης. Διαταράσσει τη γαλήνη και την ισορροπία του. «Τι δε και αφ’ εαυτών ου κρίνετε το δίκαιον; Ως γαρ υπάγεις μετά του αντιδίκου σου επ’ άρχοντα, εν τη οδώ δος εργασίαν απηλλάχθαι απ’ αυτού, μήποτε κατασύρη σε προς τον κριτήν και ο κριτής σε παραδω τω πράκτορι, και ο πράκτωρ σε βαλει εις φυλακήν. Λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκειθεν εως ου και το έσχατον λεπτόν αποδώς. (Λουκάς 12,57-59)
Ποιος είναι ο λόγος που αναφέρεται στην έγκαιρη επανόρθωση του λάθους;
Ένας λόγος είναι ότι η έγκαιρη αποκατάσταση μιας κακής συμπεριφοράς ή μιας παράλειψης κι ενός αδικήματος δεν διακόπτει τον θετικό νόμο της επικοινωνίας και της αλληλοεπίδρασης, δεν αποσπά από την κατάσταση της σχέσης, η οποία ρέει αδιάλλειπτα, όπως η ίδια η ζωή. Ο άλλος λόγος είναι ότι θέλει ν’ αποτρέψει τη συσσώρευση ενοχών, υπάρχει ακόμα ένας λόγος που επιβάλλει την έγκαιρη αποκατάσταση του λάθους, δια μέσου της συγνώμης και της επανόρθωσης. Δεν μπορούμε να έχουμε τη διαβεβαίωση της συνέχειας αυτής της ζωής. Ανά πάσα στιγμή ή εμείς ή ο άλλος μπορεί ν’ απέλθει απ’ αυτόν τον κόσμο, οπότε θα χάσουμε την ευκαιρία να επανορθώσουμε κάποια αδικία σε βάρος του και θα του στερήσουμε τη χαρά ότι ανακαλύψαμε το λάθος μας έγκαιρα με συνέπεια να επωμιστούμε την ενοχή.

Η θέση του ενός, που βρίσκεται στη Συνείδηση είναι μια θέση δοκιμασίας, η οποία όμως του δίνει τη δυνατότητα να συγχωρήσει τον άλλον, που ενεργεί παρορμόμενος από το υποσυνείδητο ή το ατομικό εγώ. Μπορεί να τον συγχωρήσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποκαθίσταται η σχέση εάν ο άλλος δεν αναθεωρήσει. Χωρίς τον σεβασμό από αμφοτέρους προς την αλήθεια, είναι αδύνατον να λειτουργήσει η επικοινωνία.
Ακολουθώντας τη διδασκαλία της Αγάπης, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν έχει παρά να επισημάνει το δικό του λάθος. Γι’ αυτό αφήνει τον άλλον στην όποια του απόφαση κι εφόσον το πράδειγμά του ή η καλή του συμπεριφορά και η ευκολία της ομολογίας των δικών του λαθών δεν τον επηρεάζει, τότε αποχωρεί επιστρέφοντας στη δική του μοναχική πορεία.
Ο Ιησούς εφιστά την προσοχή του ανθρώπου στον ίδιο τον εαυτό του και στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «προσέχετε εαυτοις εάν δε αμάρτη εις σε ο αδελφός σου, επιτίμησον αυτω και εάν μετανοήση άφες αυτω και εάν επτάκις της ημέρας αμάρτη εις σε και επτάκις της ημέρας επιστρέψη προς σε λέγων, μετανοω, αφήσεις αυτω.» (κατ. Λουκά 17, 3-4)

Στην πορεία της εξελίξεως η μετάνοια έχει τη θέση της καθώς ο άνθρωπος εννοεί αυτό που δεν είχε προηγουμένως αντιληφθεί. Είναι τόσο βέβαιο, ότι εκεί βρίσκεται το πραγματικό συμφέρον του ανθρώπου, δηλ. το συμφέρον της ψυχής του, όσο και στην εξομολόγηση. Όπου καταθέτει αυτό στο οποίο βρισκόταν υποκείμενος, τη δέσμευση, το λάθος του και απαλλάσσεται απ’ αυτό. Ο συγχωρών εισέρχεται στο χώρο του άλλου, τον κατανοεί και τον αποδέχεται. Οι τρεις αυτές έννοιες αποδίδονται πλήρως από τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις (μετανοώ, συγχωρώ, εξομολογούμαι). Εάν γαρ αφητε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτων, αφήσει και υμιν ο πατήρ υμων ο ουράνιος εάν δε μη αφητε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτων, ουδε ο πατήρ υμων αφήσει τα παραπτώματα υμων. (κατ. Ματθ. 6,14)

Η δυσαρμονία η οποία υπάρχει στις σχέσεις, η έλλειψη της επικοινωνίας, η μοναξιά, η θλίψη είναι επακόλουθα τριών παραλλείψεων της μετάνοιας, της εξομολόγησης και της συγχώρεσης, οι οποίες είναι κινήσεις που λειτουργούν ενωτικά. Οι δοκιμασίες είναι βοηθητικές για να έρθει ο άνθρωπος στην επίγνωση του λάθους. Η αδιαλλαξία παγιώνει μια κατάσταση αρνητική, η οποία είναι τόσο επιβαρυντική ως προς τον ίδιο όσο και για την ίδια τη ζωή, η οποία είναι κίνηση ανταλλαγής, ενέργειας θετικής. Αλλά, όταν ο άνθρωπος δέχεται τις δοκιμασίες και παραμένει στην αδιαλλαξία, τότε είναι σαν να βουλιάζει σ’ ένα τέλμα.

Η εξομολόγηση, ένα από τα μυστήρια που εθέσπισε η Χριστιανική θρησκεία, έχει τεράστια σημασία και αξία και καμία μεσολάβηση ψυχοθεραπευτική δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει και να υποκαταστήσει αυτό το Μέγα Μυστήριο. Είναι μια πράξη απαλλαγής του ανθρώπου από τα λάθη και τις παραλείψεις του.
Το ανομολόγητο μοιάζει με ένα βαρύ φορτίο που ο άνθρωπος σηκώνει χωρίς να το συνειδητοποιεί.
Δυστυχώς το εγώ του ανθρώπου τον περικλείει τόσο πολύ και τόσο θανάσιμα ώστε να μην του αφήνει την ελευθερία της ομολογίας. Όχι μόνον μένει έγκλειστος και δέσμιος των λαθών και των αδυναμιών του, αλλά υποκείμενος στο εγώ, που λειτουργεί μέσα από το ένστικτο της επιβίωσης, για να κάνει ανεκτή την κατάσταση αυτή, δημιουργεί άλλοθι και μεταβιβάζει στους άλλους την ευθύνη του, έτσι πλέον παραδίνεται στην πλάνη.
Ταυτίζοντας τον εαυτό του με τις αδυναμίες του δεν αποκολλάται απ’ αυτές. Η έπαρση που του υπαγορεύει το εγώ δεν τον αφήνει να ταπεινωθεί και ν’ αποδεσμευτεί απ’ τις συνήθειές του, τις μικρότητές, τις εμμονές, τις έμμονες ιδέες, τις αρνητικές σκέψεις, από τον εθισμό σε πράξεις νοσηρές και ένοχες, από την κτητικότητα. Όλα αυτά, όμως, κατακρατούν την ύπαρξή του και την περιορίζουν θανάσιμα και δεν αφήνουν τον νου να προωθήσει την εξέλιξή του. Το υποσυνείδητο τον αποσπά από τη χαρά και τον παραδίδει στη φθορά και στην απομόνωση. Η συσώρευση των ενοχών άγει τον άνθρωπο σε μια αυτοκαταστροφική ζωή.
Η ενοχή εμφανίζεται ως βάρος. Θα λέγαμε ότι δρα όπως η βαρύτητα έλκοντας προς τα κάτω τον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει τη μετάβαση στην ανάλαφρη κατάσταση της ελευθερίας, στην ανώτερη σφαίρα της ψυχής.
Επιστρέφοντας στο λόγο του Θεού στην απόλυτη αυτή πηγή της αλήθειας, φθάνουμε στον χρυσό κανόνα: «πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιωσιν υμιν οι άνθρωποι, ουτω και υμεις ποιείτε αυτοις ουτος γαρ εστιν ο νόμος και οι προφήται» (Μτ. 7, 12)
Οι σκέψεις που μένουν ανομολόγητες και η ενοχή ομοιάζουν με την αθεράπευτη ασθένεια η οποία ανακυκλώνεται και υποτροπιάζει. Η εξομολόγηση αφενός φωτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου με το φως της Αλήθειας κι αφεταίρου τον επαναφέρει στη λειτουργικότητα της Αγάπης που είναι η Σχέση, απαλλάσσοντάς τον από ενοχές, φόβους, αναστολές. Κι ενώ το ανομολόγητο ανακυκλώνει το μίασμα της ενοχής, η ομολογία καθώς κατατείθεται, ελευθερώνει την ύπαρξη και γεφυρώνει τα χάσματα ανάμεσα στον έναν και στον άλλον.
Αλκμήνη Κογγιδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Δακρύζει το φεγγάρι

20265029_10213625429089391_3049185423432666923_n

Όταν σου γράφω ποιήματα και τα βουνά βαθαίνουν,
οι λόφοι νιώθουν πιο ψηλοί κι οι άγγελοι σωπαίνουν,
ο κρίνος γίνεται μαβί σαν ήλιος π’ αργοσβήνει,
το ύδωρ του μυστικισμού ένας ιππότης πίνει.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Όταν φιλώ εσένανε, σμιλεύονται τα πάθη,
τα μάτια σου σαν ωκεανούς ο Δημιουργός τα πλάθει,
γεννιούνται όνειρα μεστά στα σύνορα του κόσμου,
παντού μαζί βαδίζουμε, είσαι ο άνθρωπός μου.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Γεράσιμος Μοσχόπουλος
27/07/16 17:39μμ
Αθήνα

Γ’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμού της Αμφικτυνίας Ελληνισμού (2016).

ΟΛΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΠΟΨΕ ΜΙΛΟΥΝ

12745513_1737161719847489_3372059895108370549_n

Άσε να μιλήσει απόψε
των πεταλούδων το θρόισμα
και τα ρυάκια που κελαρύζουν 
στα πόδια σου!
Μην αρνείσαι στην πρόσκληση
να μιλήσεις για ποίηση!
Όλα για σένα ,απόψε μιλούν
τα τραγούδια σου
οι ευχές σε γενέθλιες κάρτες
οι γαρδένιες στη γλάστρα σου
κι οι καημοί που αφήνουν
οι γαλάζιες σου γρίλιες
στο χαμήλωμα του Αποσπερίτη
που προσεύχεται να είσαι καλά
και να γράφεις!
Ακόμα κι ο λυγμός του αστερία
που τρίζει τις ανεμώνες
κι οι άνεμοι εξασθενίζουν
μην τρομάξουν τη Σταχτοπούτα σου
Μην αποφεύγεις
το βαλς των ερωτευμένων .
Αύριο θα το δεις, όλα θα έχουν
το άρωμα της αγάπης σου
μ’ ένα άσμα ελευθερίας!

Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 10, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Giorgos Douatzis Το κόκκινο κασκόλ – Δείγμα γραφής kokkino kaskol ekswfylo Κόκκινο κασκόλ

21462722_2000291883534470_2761744766033852049_n

Δεν μπορούσα να αφαιρέσω τον κόσμο. Αλλά, μπορούσα να αφαιρέσω τον εαυτό μου από τον κόσμο, όποτε εγώ αποφάσιζα, πράγμα που με γέμιζε αυτοπεποίθηση

Για τούτη τη μεγάλη έξοδο, φρόντιζα πάντοτε πολύ επιμελημένα την εμφάνισή μου, διότι είχα να κρύψω πάμπολλες πληγές. Εκείνοι θαύμαζαν την κομψότητά μου, και οι πιο ανόητοι την ζήλευαν κιόλας

Πώς να τους πείσω ότι το κόκκινο που έβλεπαν δεν ήταν του κασκόλ…

Η συντροφιά
Και βέβαια, δεν χτύπησε κανείς την πόρτα. Πανάκριβες οι παρουσίες και οι επισκέψεις έχουν κόστος υψηλό. Μόνον το παρελθόν μού χτύπησε ξανά την πόρτα. Είχε ξεχάσει πως συνήθισα τις απουσίες κι οι μνήμες της απώλειας μόνιμη συντροφιά. Δεν υπάρχει ελευθερία, μου είπε, ας ομορφύνουμε τις φυλακές μας, λησμονώντας πως ήταν φυλακισμένο μέσα στις παλαιότερες των αναμνήσεων.

Και ο καθρέφτης σίγησε, σαν μια πόρτα που την χτυπάει ο άνεμος και δεν βγαίνει ήχος κανείς, αλλά, έτσι κι αλλιώς, εγώ ήμουν απασχολημένος, διερωτώμενος πόσο βάρος μπορεί να έχει ένα και μόνο δάκρυ ή πόσες νύχτες δεν έχουν τέλος
Πηγή :http://www.douatzis.gr/index.php/vios-ergog

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 10, 2017, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ Βίος- Εργογραφία

21371415_2000284590201866_8060404036482740662_n

Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κοινωνιολογία  στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι.

 

Δημοσιογραφεί από το 1974. Εργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, ως ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής.

 

Γράφει συστηματικά από την εφηβεία του.

 

Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην «Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς» των εκδόσεων Άγκυρα.

 

Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ρωσικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, τσεχικά.

 

 

Εργογραφία

 

1.  Γραφτά, 1976, Ποίηση

2.  Τοπική Αυτοδιοίκηση, 1986, δοκίμιο, Εξάντας

3.  Τα Μικρά, 1996, Ποίηση, Κάκτος

4.   Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη, 1997, ανθολόγηση, Κέδρος

5.   Προς Δέκα Επιστολή, 2001, Ποίηση, Μίλητος

6.   Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα, 2003, Ποίηση, Εξάντας

7.   Σπονδές, 2004, Ποίηση, Εξάντας

8.   Τα Μικρά β’, 2004, Ποίηση, Εξάντας

9.   Τα κόκκινα παπούτσια, 2004, Ποίηση, Εξάντας

10. Το Κουμπί, 2004, μονόπρακτο, Εξάντας

11. Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη, 2008, μυθιστόρημα, Λιβάνης

12. Περί Δημοσιογραφίας, 2010, δοκίμιο, Πεδίο

13. Φωτοποιήματα, 2010, Ποίηση – φωτογραφία, Καπόν

14. Πατρίδα των καιρών, 2010, Ποίηση, Καπόν

15. Το Κουμπί, έκδοση αναθεωρημένη, 2011, Ιωνικό Κέντρο

16. Το σπασμένο παιχνίδι, Κώστας Αξελός, 2011, Καπόν

17. Σχεδίες, 2012, Ποίηση, Καπόν

18. Να βγώ από μένα, Γιάννης Δάλλας, 2013, Καπόν

19. Τα 99 Μικρά, 2013, Vakxikon

20. Η άλλη λέξη, 2014, Εκδόσεις Γαβριηλίδη

21. Ωδή στα κόκκινα παπούτσια, 2014, Εκδόσεις Γαβριηλίδη (ελληνικά-ισπανικά)

22. Κράτα την άνοιξη, 2014, Εκδόσεις Γαβριηλίδη (ελληνικά-γαλλικά) με CD

23. Ανάσα από πηλό, 2015, Πάπυρος

24. Το κόκκινο κασκόλ, 2016, Μανδραγόρας

24. Ο Μουσουργός, 2017, στίξις

 

Συλλογικά

1. Περί Σχεδίου ο Λόγος, 2006, Κάκτος

2. Συνομιλία με το Νυχτερινό Επισκέπτη (επιμέλεια), 2008, Κέδρος

3. Πρακτικά 32ου Συνεδρίου Ποίησης, 2013, Μανδραγόρας

4. 5 Οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές, 2014, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων

5. Μονόλογοι συγγραφέων, 2015, Vakxikon

 

 

Έχει εκθέσει φωτογραφίες του στις γκαλερί της Αθήνας «Εικαστικός Κύκλος» (συλλογική) το 2007 και «Αγκάθι» (ατομική)  το 2008.

 

 

Δημοσιογραφία (1974- )

 

Εφημερίδες – περιοδικά

–    TA NEA – Ελεύθερο ρεπορτάζ, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Υπ. Εσωτερικών

–    ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ – Αναλύσεις, συνεντεύξεις

–    ΧΡΟΝΟΣ – Πολιτικό ρεπορτάζ, συνεντεύξεις

–    ΕΙΚΟΝΕΣ – Πολιτικό ρεπορτάζ, σχόλια

–    ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ( περιοδικό «Ε» ) – Συνεντεύξεις πολιτικές

–    ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ – Πολιτικά άρθρα, σχόλια

–    ΕΘΝΟΣ –  Πολιτική αρθρογραφία, σχόλια

–    ΑΘΗΝΑΪΚΗ – Πολιτική αρθρογραφία, διευθυντής σύνταξης

–    «Κ», «GK», Πολιτιστικό Καθημερινής

 

Τηλεόραση

–    ΕΡΤ 1 – Διευθυντής ειδήσεων, ενημέρωσης

–    ΕΡΤ 2 – Διευθυντής ειδήσεων, ενημέρωσης

–    ΕΤ 1 –  Ερευνες, ντοκιμαντέρ, επιμέλεια, εκφώνηση  ειδήσεων.

–    Πορτραίτα προσωπικοτήτων

 

Πολιτικές εκπομπές, συνεντεύξεις. 

–    NEW – Οργάνωση, παρουσίαση εκπομπών διαλόγου

–    STAR – Οργάνωση, παρουσίαση πολιτικών συζητήσεων

–    ΑNTENNA – Ειδήσεις – συνεντεύξεις

 

Ραδιόφωνο

–   Δίαυλος – 10,  Αιγαίο FM, ΕΡΑ 2, Αθήνα 984

Πολιτικές εκπομπές, συνεντεύξεις, σχόλια, αναλύσεις

Πηγήhttp://www.douatzis.gr/index.php/vios-ergog

Ήταν εκεί η θάλασσα

 

 

 

21430325_1999962583567400_1003969194702709663_n

Ήταν εκεί η θάλασσα. Και πολλά άσπρα καράβια. Και ο ήλιος ασάλευτος, μια ανάσα από την επιφάνεια του νερού.
Κι έλεγα, τώρα θα σμίξουν. Και χιλιάδες κομμάτια θα πυρακτώσουν τα κύματα. Και πίδακες ολοπόρφυροι θα στολίσουν τον ουρανό. Και θα ταραχθεί το στερέωμα. Και θα μείνει άλαλη η κραυγή του φόβου.
Κι έλεγα, είναι η ώρα να παραδώσω τις ενοχές μου. Όμως, ο ήλιος καρφώθηκε εκεί, μια ανάσα πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που ήρθε η νύχτα και τον πήρε.
Τότε, μια γυναίκα με πρόσταξε:
-Έλα!
Κι ήταν η προσταγή γλυκιά και η φωνή γνώριμη.
-Μητέρα! ψιθύρισα.
Δεν αποκρίθηκε. Μου έδειξε όμως την τριανταφυλλιά στην αυλόπορτα.
-Όλοι διψάμε, της είπα κι εκείνη έφυγε.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω, σκέφτηκα.

Ήταν ένας δρόμος μακρύς, στεφανωμένος με βάγια. Κι επάνω, ψηλά πεύκα, γέρικα πεύκα. Κι επάνω, ο άνεμος. Και τα πουλιά αόρατα, απανταχού παρουσία. Και στην πύλη ένας βασιλικός πλατύφυλλος, και πίσω από την πύλη η πλατεία άδεια, και τα παραθυρόφυλλα κλειστά, και η γερόντισσα ορθή, σαν ίσκιος στο κεφαλόσκαλο.
-Πού πήγαν; τη ρώτησα.
-Πέθαναν, μου είπε.
-Κι εσύ;
-Κι εγώ πέθανα!
-Θεέ μου! στέναξα.
Μου αποκρίθηκε ο άνεμος μ’ ένα ψιθύρισμα παράξενο, έξω απ’ τον τόπο. Κι είδα την τριανταφυλλιά διψασμένη στην αυλόπορτα.

Ήταν εκεί ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος. Κατέβαινε τους μικρούς λόφους και χανόταν στο πέρασμα των ορέων.
-Εδώ θα αναπαυτώ, σκέφτηκα. Προφυλαγμένος από την ανάμνηση των σκληρών βράχων, από τη βοή του πλήθους, από το σύνθημα του χρέους.
-Εδώ, θα σε κοιτάξω κατάματα ουρανέ. Δεν σου χρωστώ. Τη θύμηση πασκίζω να γαληνέψω. Με το φόβο να συμφιλιωθώ, με το φόβο. Όλους τους ξένους που κατοίκησαν το κορμί μου ν’ αγαπήσω.

Ήταν εκεί μια κοιλάδα. Κι ένα παιδί που έπαιζε στη ερημιά. Χτυπούσε μια μπάλα στην απέναντι πλαγιά κι αυτή γύριζε πίσω. Κι ακουγόταν ο ήχος, στα βουνά, δυνατός και επίμονος. Είχε βαλθεί να νικήσει τη μοναξιά, να διαλύσει τη σιωπή.
-Εγώ θα φύγω, έλεγε, συνομιλώντας τις νύχτες με τ’ αστέρια. Άλλοτε, ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της καρυδιάς και νόμιζες πως θα πετάξει. Κρυβόταν πίσω από τους θάμνους, πίσω από τις πέτρες. Να μη φανερωθεί ποιος ήταν. Δεν ήθελε να ξέρουν γιατί έλεγε πως θα γίνει άλλος.
Χτυπούσε την μπάλα ακατάπαυστα και οι νυχτερίδες τρόμαζαν στα χαλάσματα. Το κόκκινο σκιάχτρο του χαμογελούσε κι ο ήλιος έκαιγε.
Ήταν φορές που έπαιρνε στα χέρια του όμορφα κρύσταλλα που κρέμονταν στις ρεματιές, σαν μακριά σπαθιά και έγλειφε άφοβα την παγωνιά. Όμως, τα καλοκαίρια, όταν έβγαινε το φεγγάρι, έπαιρναν μορφή οι σκιές των βράχων, οι σκιές των δένδρων, ηχούσε παράξενα η σιωπή κι ο φόβος θέριευε.
Στάθηκε μπροστά μου. Είχε στα μάτια του, μια βουρκωμένη απόφαση. Τα μαλλιά μπούκλες
-μπούκλες έπεφταν σ’ ένα πρόσωπο άσπρο απ’ τη σκόνη, με χαρακιές σαν πολυδαίδαλες κοίτες απ’ τον ιδρώτα.
-Γιατί με ξέχασες; ρώτησε.
-Δεν είχα θάλασσα, είπα.
Γέλασε. Στην αρχή χαμηλόφωνα, ύστερα δυνατά. Κι ακούστηκε το γέλιο σαν σεισμός στις φυλλωσιές. Και μου φάνηκε πως το βουνό παραμέρισε, αφήνοντας πέρασμα στον ορίζοντα.
-Φόρτωσες ένα καράβι όνειρα κι έφυγες μονάχος, είπε.
Κοίταξα γύρω μου. Το δάσος είχε επεκταθεί στο παλιό ξέφωτο, σημάδι πως οι άνθρωποι είχαν χαθεί από καιρό. Μα, εκείνη η γωνία του σπιτιού ολόρθη στην επέλαση. Μόνο που την είχαν ζώσει οι κισσοί και τα κοτσύφια φώλιαζαν εκεί τώρα. Μαύρα κοτσύφια, με μύτες κεχριμπαρένιες. Όμορφα πουλιά, λυπημένα. Χορταριασμένη η αυλή και τσουκνίδες, πολλές τσουκνίδες στον περίβολο και βατράχια στη στέρνα, αιώνια βατράχια. Πώς να ξεχάσεις;
-Πάμε είπα. Όμως, το παιδί, γλυκά, με πήρε από το χέρι…
-Κάθισε! με πρόσταξε και μου ’δειξε μια πέτρα στον ίσκιο του πλατάνου. Εδώ, θα φτιάξουμε ένα νερόμυλο, συνέχισε.
Έτρεχε, έτρεχε μαζεύοντας πέτρες κι ύστερα, λάσπη από τις όχθες του ρυακιού κι έχτιζε. Έφερε κι ένα αγριόσυκο. Το κάρφωσε σ’ ένα ξύλο και μου το ’δωσε.
-Εσύ, θα φτιάξεις τη φτερωτή, είπε.
-Τι να τον κάνουμε τον νερόμυλο στην ερημιά; ρώτησα.
Με κοίταξε τρυφερά, παρηγορώντας με.
-Θα είναι όμορφος, μου είπε. Θα τον ονομάσουμε ονειρόμυλο!

Ήταν, εκεί, μια πόλη και οι καταρράκτες.
Και εκείνος, αμίλητος, παρακολουθούσε τη ροή του νερού. Κάπου -κάπου στέναζε σιγανά, ίσα που να βγει ο σκοτωμένος αέρας, αλλά, να μην ακουστεί.
Ανθισμένες πλαγιές, χιονισμένοι δρόμοι, κιτρινισμένα δένδρα και η παράγκα που ’βαζε νερό κι αέρα. Εκεί τον έστειλαν χωρίς να το θέλει και δεν μπορούσε να φύγει πριν έρθει η Άνοιξη, η άλλη Άνοιξη. Εκεί, που όλοι ήταν ομοιόμορφοι. Και τα σαββατοκύριακα απέραντα.
Δεν ήθελε να το πιστέψει πως το σφύριγμα του τρένου ήταν το τελευταίο αντίο. Και δεν ήξερε πού έφταιξε.
Πέρασε χρόνος πολύς για να καταλάβει πως δεν έφταιξε κανείς και όλοι πόνεσαν.
-Κουβαλάς μια αρχαία κατάρα, του είπε κάποιος.
-Κουβαλάς μια ευλογία, του είπε ένας άλλος.
Κι αυτός ήξερε πως είχε φορτωθεί και την ευλογία, και την κατάρα. Πρώτα, ήταν οι απολυτότητες που κατέρρεαν, ύστερα, η αμφισβήτηση του συστήματος των ιδεών, του τρόπου ζωής. Και μια αλυσιδωτή αντίδραση που δεν άφηνε μέσα του τίποτα όρθιο.
-Δεν είναι κακό αυτό, έλεγε και έπαιρνε δύναμη για μια ανάσα κι ύστερα πάλι, για μια προσπάθεια. Όμως, τα αφρισμένα νερά ορμητικά τον κατέκλυζαν. Και όσο πάλευε, περισσότερα νερά τσάκιζαν τη θέλησή του. Και όσο προχωρούσε βαθιά στην αμφισβήτηση, δεν είχε από πού να κρατηθεί εκτός απ’ την αγάπη. Κι αυτή του έκαιγε τα χέρια, του έκαιγε το μυαλό. Τότε ήταν, που έβαζε ενδιάμεσους στόχους, να επιβιώσει.
-Ας τελειώσει αυτή η θητεία!
Μα ήταν χρόνια οι ώρες. Κι οι μήνες αιώνες. Και εκατομμύρια τα γιατί. Κι οι άνθρωποι ξένοι. Και τα βιβλία φούντωναν τα σκιρτήματα και οι λόφοι έβαζαν φωτιές. Και το τρένο καθημερινά σφύριζε το τελευταίο αντίο. Και δεν ήθελε κανένας να τον λυπηθεί, παρά μονάχα να τον νιώσει.
Παρακολουθούσε αμίλητος τη ροή του νερού. Ερχόταν κελαριστό, γάργαρο κι ύστερα έσκαγε στα βράχια αφρίζοντας.
Τον έπιασα από τον ώμο. Μου χαμογέλασε.
-Εδώ είμαστε, μου είπε. Αυτή η θητεία δεν έχει τέλος. Θα φύγουμε όταν ξεχάσουμε. Μα δεν ξέρω αν πρέπει να ξεχάσουμε. Δεν φαντάζομαι χειρότερο θάνατο απ’ το λευκό χαρτί.
Κάποιος μου μίλησε για την σιωπή, συνέχισε. Όμως, τη σιωπή την περικλείουν λέξεις, την στολίζουν αισθήματα, σε συντροφεύει με ήχους. Δεν υπάρχει στο θάνατο σιωπή. Κοίτα! Τη βλέπεις αυτή την πεδιάδα; Την έκαψαν παράξενοι κεραυνοί. Γύρευα νερό να σώσω έστω ένα στάχυ, μα είχε λοξοδρομήσει το ποτάμι και δεν είχα σταγόνα μήτε τα χείλη μου να δροσίσω. Δες όμως, πάλι πρασίνισε. Υπάρχει όσο υπάρχουμε.

Ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος, κατέβαινε από ψηλά και χανόταν στο πέρασμα των ορέων. Εκεί, το ποτάμι κυλούσε ήσυχα . Χάιδευαν, το νερό, οι ιτιές και τα πλατάνια ανεστραμμένα στον υγρό καθρέφτη. Ακούμπησα σ’ ένα δένδρο γερό.
-Εδώ, θα πνίξω τις εμμονές μου, είπα. Εδώ, που όλα είναι διάφανα και το φως φτάνει βαθιά ως τον πυθμένα. Όμως, αυτές καθρεφτίζονταν στον ουρανό.
Έπνιξα τις σκέψεις μου στη θέα του νερού, καθώς βάρκες, πολλές βάρκες, κατέβαιναν το ποτάμι. Με νέους αμούστακους, κορίτσια άγουρα. Και σημαίες, κόκκινες σημαίες με το σύνθημα: Εις το μέλλον.
-Ελεάννα! φώναξα, Άλκη! Οδυσσέα!
Δεν αποκρίθηκε κανείς. Σιωπηλά κατέβαιναν το ποτάμι. Και καθώς ξεμάκραιναν, ήταν μια απόφαση βουβή που κυρίευε την κοιλάδα. Μνήμες παλιές, πνιγμένες στο σκοτάδι, ξεπηδούσαν από τις χαραμάδες.
Όχι! δεν στέρεψα, είπα κι ας μ’ έχτισαν χιλιάδες πέτρες. Κι ας με λύγισαν αναθεματισμοί, περισπούδαστες αναλύσεις, μακροχρόνιες ασκήσεις σωστών βηματισμών.

Στάθηκε ανάμεσα στις δυο λωρίδες.
-Να φύγω, είπε, όμως, γύρισε πίσω. Χωρίς να το καταλάβει, πήρε την απόφαση να εισέλθει σε μια μεγάλη γενιά. Ήταν όμως, εκεί, κι άλλοι νέοι, χιλιάδες νέοι, όμορφοι νέοι. Κι η θάλασσα, ανθρώπων θάλασσα. Και δακρυσμένα μάτια, άφοβα μάτια και φωνές που κομμάτιαζαν τον αέρα.
-Υπάρχουν μερικές στιγμές, όπου οι άνθρωποι ψηλώνουν απότομα, μου είπε, όταν τον βρήκα εκεί μετά από χρόνια στην ίδια φοινικιά. Κοιτούσε τις μαρμάρινες σκάλες, άδειες τώρα. Κι ύστερα, την καγκελόπορτα ξανά ορθή.
Όταν γύρισε για πρώτη φορά, ο φόβος πολιορκούσε ακόμη τα κτίρια, τον περίβολο, τον ουρανό. Κατέθεσε, εκεί, λίγα λουλούδια, σε μια τελετή μοναχική που δεν πρόλαβε η ιστορία να την καταγράψει. Οι χωροφύλακες, αμήχανοι, τα πέταξαν. Όμως, πρόλαβαν να στείλουν το μήνυμα στο νέο που ανέμιζε τη φωνή του να φοβηθεί το σίδερο.
Δεν ήταν αποκοτιά, είπε. Κι αν ήταν, ευλογημένη να ’ναι.
Την έκλεισα μέσα μου αυτή την ιστορία, συνέχισε. Μη μου τη βασκάνουν γερασμένα μάτια, μην την κουρσέψουν στις τελετές. Είναι η μνήμη ακριβή και στα συμπόσια, κάθε φορά στα συμπόσια, θρηνωδίες που τις βαφτίζουν σαλπίσματα.
-Πού πήγαν τόσα όνειρα; τον ρώτησα.
-Πού πήγαν; είπε κι εκείνος.
Κοίταξε με θλίψη τα άδεια παγκάκια και γέλασε σαρκαστικά.
-Το εβδομήντα εννιά ήμουν είκοσι πέντε αιώνων, είπε. Σιγά-σιγά αποκαταστάθηκε η συνήθης μονάδα μέτρησης του χρόνου.
-Και τώρα, τι γυρεύεις εδώ; Τον ρώτησα.
-Ξέμεινα, είπε, ξέμεινα. Κάθε φορά που έφευγα, με καλούσαν πίσω. Κι όταν γύριζα, μ’ έδιωχναν πάλι. Επέμεινα πως εδώ είναι το σπίτι μου και μου ’δειχναν κάτι χαλάσματα. Έλεγα, «εδώ είναι τα αγαπημένα μου πρόσωπα» κι αυτά περνούσαν αδιάφορα στο άλλο πεζοδρόμιο.
Γύρισε και με κοίταξε με μάτια κόκκινα.
-Εδώ, είμαστε εμείς, τεμαχισμένοι κι ορφανοί. Εδώ θα μείνω!

Οι βάρκες ξεμάκραιναν στο ποτάμι και οι σημαίες και τα παιδιά. Ανέβηκα στο μικρό λόφο, έβαλα τα χέρια αντήλια και τους είδα στην ήρεμη θάλασσα. Ώρα πολλή τους έβλεπα, σκιές στον ορίζοντα, μέχρι που ο ήλιος φίλησε τα νερά. Και τότε ένιωσα πως τον πήραν μαζί τους.
-Η άλλη μέρα θα ξημερώσει πάλι, σκέφτηκα. Θα έρθει το μέλλον. Και το μέλλον του μέλλοντος. Γιατί δεν μπορεί! όπου υπάρχει ο θάνατος, υπάρχει και η ζωή.
Ακούμπησα το κορμί μου στο χώμα κι είδα τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ουρανό. Αργά, πειθαρχικά. Λες κι ένας άνεμος τα οδηγούσε μελετημένα, έφευγαν τώρα μακριά, πίσω απ’ τη θάλασσα, πίσω απ’ την άλλη θάλασσα. Κι ετοιμάστηκε ο ουρανός να δεχτεί τα’ αστέρια, εκατομμύρια αστέρια. Και τότε, μια γνώριμη πάλι φωνή, μου θύμισε τη διψασμένη τριανταφυλλιά.
-Κοίτα! της είπα. Μοιάζουν τα αστέρια με φωτεινά τριαντάφυλλα κι ο ουρανός μ’ ένα ροδώνα. Αν είναι να χαθώ εδώ, ας χαθώ.
-Όχι! μου είπε, όχι!
Έκλεισα τα μάτια μου για να ξεκουραστώ. Είχα ακόμα ταξίδι.

-Εδώ θα ζήσεις, του είπαν, κι είδε μια πόλη ξένη. Μια λίμνη και πίσω ένα βουνό. Και γύρω πολλά βουνά και πάνω ομίχλη και κάτω ομίχλη κι ένα ρολόι που κινούσε αργά τους δείκτες του, μετρώντας τις ώρες σε αιώνες.
-Δεν έχω δύναμη, παραπονέθηκε.
Κανείς δεν τον άκουσε και, μονάχος, πήρε την απόφαση να στερεώσει τον βηματισμό του. Μόνο που ήταν δύσκολες οι μέρες και τα βράδια, όλα τα μερόνυχτα. Και τα κορίτσια πάνω-κάτω στην πλατεία διαλαλούσαν την κλειδωμένη τους αγνότητα.
Κι αυτός, ώρες πολλές, έβρισκε καταφύγιο, εκεί, στην ψηλή πολυκατοικία πάνω απ’ το καμπαναριό, όπου είχε την αίσθηση πως μπορεί να δραπετεύσει στον ουρανό. Κι έγραφε, έγραφε κι ύστερα κλείδωνε τις σκέψεις του στα συρτάρια, να κιτρινίσει ο πόνος.
-Είναι δύσκολο να θυμάμαι, είπε μια φορά.
-Δεν αξίζει, του απαντούσαν. Δεν αξίζει, του έλεγαν καθημερινά κι αυτός θύμωνε. Αρνιόταν τις προτροπές και θύμωνε.
-Δεν θα προδώσω την ανάμνησή μου, έγραφε. Δεν θα την προδώσω, ξανάγραφε.
Ήταν ένα μυστικό συμβόλαιο με τον εαυτό του, μια υπόσχεση, ένας όρκος.
Ήταν τεμαχισμένοι οι δρόμοι κι έπρεπε εκεί υπομονετικά, στο σκοτάδι, να βρει περάσματα. Να ταξινομήσει χιλιάδες ερωτήματα, να μην υποκύψει στον πειρασμό των διαγραφών.
-Δεν υπάρχει ζωή χωρίς το τώρα, του έλεγαν.
-Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς το παρελθόν, έλεγε.
Του έλεγαν, «πρόσεχε». Κι αυτός ήθελε να αναμετρηθεί μια και καλή με τον πόνο.
-Η θα νικήσω, ή θα χαθώ, σκεφτόταν και γύρευε την αλήθεια κατάματα να συναντήσει.
Κι αν ευτελής βρεθείς μπροστά μου,συνέχιζε, θα το ξεπεράσω. Ό,τι μεγάλο μου κληροδότησες, θα το γυρέψω σ’ άλλες αγάπες. Μόνο που πρέπει να το σώσω μες στην καταιγίδα. Για αυτό, μη στέλνεις άλλους κεραυνούς, θα με τυφλώσουν. Και τότε, πώς εγώ τυφλός σε δρόμους τυφλούς θα το ψάξω;
Έγιναν τα μάτια σου μέταλλο, τα λόγια ανάθεμα, τα λάθη μου ερινύες. Και μου ’κλεισες την πόρτα μες στη νύχτα. Και μήτε κερί δεν μου ’δωσες να περπατήσω στις σκοτεινές στοές, μήτε νερό, να υγρανθεί το στόμα μου, να βγει η κραυγή, να ελαφρώσω.
-Θα ’ρθουν όμως καιροί, έλεγε πάλι, που ο σπαραγμός μου θα υμνηθεί. Όταν χαθούν τα ονοματεπώνυμα και γίνει ο καημός μου σύμβολο. Όταν, οι λέξεις θα πάλλονται αυτόνομα και τα άλλοθι της σιωπής σου δεν θα μπορούν να κρύψουν τη μικρότητά τους.

Τα χρόνια περνούσαν κι η ομίχλη εκεί, αιώνια. Κι ήταν αυτή που έδινε ταυτότητα στην πόλη και η βροχή, μαύρη βροχή, πίσω απ’ το τζάμι.
-Ο έρωτας σε φέρνει μια ανάσα από την ψύχωση, του έλεγαν.
Όμως, αυτός έβλεπε το τέλμα και το ονόμαζε αρρώστια, έβλεπε τη συνήθεια και την ονόμαζε θάνατο. Κι έλεγε, «πρώτα να τελειώνουμε μ’ αυτούς τους θανάτους». Κι ήταν δύσκολο. Γιατί ο έρωτας είχε εξοριστεί σ’ αυτή την πόλη, τα όνειρα είχαν επικηρυχθεί. Γιατί οι αδύναμοι είχαν συνασπιστεί για να κρύψουν την ανομολόγητη δυστυχία τους. Κι έχτιζαν κάστρα για να προστατέψουν την ψευδαίσθηση. Κι αυτός δεν μπορούσε να διαβεί την πύλη, δεν ήθελε να τη διαβεί. Κι άλλοι τον χλεύαζαν, άλλοι τον συμπονούσαν. Τότε ήταν που γύριζε πίσω στα κιτρινισμένα χαρτιά, στις παλιές φωτογραφίες και γύρευε καταφύγιο στο φεγγάρι.
Κι άλλοτε, πάλι, επέμενε στη συλλογική προσπάθεια. Όμως, κι εκεί δεν τον καταλάβαιναν, γιατί μιλούσε για περίεργες θύελλες που θα σαρώσουν την έλλειψη τόλμης.
-Πρέπει να αλλάξουμε για να σωθούμε, έλεγε.
Κι οι άλλοι προέβαλαν τους μύθους ως φοβέρα. Κι έχτιζαν ναούς κι άλλους ναούς να προσκυνάνε.
-Δεν θα αντέξουν τους σεισμούς, έλεγε, μα τον περιγελούσαν αναπαράγοντας την ηθική ενός κόσμου που ήθελαν ν’ αλλάξουν.
-Η επανάσταση χρειάζεται πειθαρχία, έλεγαν και εννοούσαν υποταγή.
-Η επανάσταση χρειάζεται έρωτα, έλεγε αυτός, χρειάζεται όνειρα ανυπότακτα. Όμως, μες στην ομίχλη όλοι βάδιζαν ανήξεροι κι ανέμελοι.

Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο αν και ο ουρανός ήταν ακόμα γαλανός. Λες και ήθελε ο κατακτητής το βασιλιά να περιπαίξει.
-Τι να σε κάνω, Θεέ! μου όταν δεν μπορείς να με ζεστάνεις; Έλεγε.
-Όλοι έχουμε την ανάγκη από κάπου να κρατηθούμε, του απαντούσαν.
Κι αυτός που είχε περπατήσει χρόνια στα σκοτάδια, δεν έβρισκε μήτε Θεό, μήτε άνθρωπο να απολογηθεί. Γονάτιζε, τότε, στον ίσκιο του ψηλού δένδρου, στο ξέφωτο, και ψιθύριζε τους καημούς του στον άνεμο.
-Μετανοώ! έλεγε, μετανοώ! Για όλες τις σκληρές αλήθειες που είπα, για αυτές που έγραψα, για αυτές που ένωσα. Για αυτές που γύρισαν πίσω και μ’ εκδικήθηκαν. Όμως είχα μισήσει το ψέμα κι έλεγα πως η αγάπη μπορεί να παιδεύει. Και πολλές φορές οι λέξεις είχαν μαχαίρια, τα μάτια βούρκωναν και προθέσεις έχαναν το δίκιο τους.
-Μετανοώ! έλεγε, για όσο πόνο σκόρπισα. Μα ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου;
-Ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου; Ξανάλεγε κι έπαιρνε τα λόγια του η σιωπή. Και το ψηλό δένδρο στο ξέφωτο, αμίλητο. Και στο βαθύ πηγάδι η ηχώ της φωνής του, και οι λέξεις, που γίνονταν κραυγές κι ύστερα σκόρπια φωνήεντα, σκόρπια σύμφωνα, μια ματαιότητα αδυσώπητη.
Οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα ή είχαν ξεχαστεί. Και το ρολόι κινούσε αργά τους δείχτες του διαστέλλοντας το χρόνο, διαστέλλοντας τη μοναξιά.
-Δικάστε με! έλεγε, μα, δεν έμπαινε κανείς στον κόπο του. Και τότε, σκηνοθετούσε η μοίρα τη δίκη του. Και ομολογούσε, ομολογούσε για να ξαλαφρώσει. Όμως, κανείς δεν τον πίστευε. Κανείς δεν τον άφηνε να λυτρωθεί.

-Όλα είναι εφήμερα, του ’λεγαν κι αυτός μιλούσε για την αιωνιότητα των στιγμών. Κι έλεγε, «οι ουρανοί εδώ υπάρχουν». Μόνο που αργούσε αφόρητα να ξαστερώσει κι ήταν εκεί το σύννεφο, γεμάτο θλίψη. Και γύρευε ένα τρυφερό άγγιγμα να πάρει δύναμη, να ελπίζει.
Όμως, είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος, γιατί έμοιαζε διαφορετικός. Κι όλα τα δάκτυλα ήταν ομοιόμορφοι δείκτες που ξόρκιζαν τις κρυμμένες ενοχές. Κι ένιωθε, κάποιες ώρες, πως η μόνη του ελπίδα να υπάρξει είναι να τον λυπηθεί η βροχή, ο άνεμος να τον προσπεράσει.
Κοίταζε τότε τα γυμνά κλαδιά και σκεφτόταν πως δεν υπάρχει έλεος.
-Κι αν έλθεις, έλεγε, κάποια στιγμή, το χάδι σου να μου χαρίσεις, δε θα με βρεις. Αλλού, άλλη μοναξιά θα με ταξιδεύει.
Είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος κι αυτός την πίστη του ζωογονούσε, μέσα στην απελπισία.

Η μοναδική βεβαιότητα είναι η αμφιβολία, έλεγε. Κι αυτοί του μιλούσαν με γνωμικά προγόνων. Με αποσπάσματα γνωμικών. Και θεωρούσαν την ανατροπή, που αυτοί επαγγέλονταν, σαν τη μόνη δίκαιη ανατροπή. Κι αυτός φώναζε πως έχουμε ανάγκη να ανατρέψουμε την ακινησία σε κάθε στιγμή, να υπηρετήσουμε τη συνεχή μεταλλαγή. Μιλούσε για την απουσία, που γίνεται παρουσία ζωογονημένη από το όνειρο, και αυτοί του πρότειναν την πραγματικότητα. Μια άδεια πραγματικότητα. Κι έλεγε μέσα του:
-Εδώ στα λασπόνερα θα σηκώσω τα αστέρια. Ένα-ένα θα τα πλύνω με καθαρό νερό κι αμόλυντα θα τα καρφώσω στον ουρανό, να φύγει το σκοτάδι.
Όμως, οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα κι η πόλη είχε τεμαχιστεί σε μαύρα τετράγωνα. Και τα κορίτσια είχαν σφραγίσει τα χείλη τους. Οι επιθυμίες δραπέτευαν απ’ τα μάτια τους, δραπέτευαν απ’ όλο το κορμί.
Έλεγε πως δεν μπορείς να χαρείς, αν όλα δεν τα δώσεις. Και του μιλούσαν για αόρατες πληγές που τις βαθαίνει ο φόβος. Κι απαντούσε πως φόβος μόνο στο θάνατο δεν υπάρχει. Κι έλεγε πως η ερημιά του πλήθους, είναι ο θάνατος, η έλλειψη πάθους, είναι ο θάνατος.
Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο, όμως, κρυφά στα απάνεμα ζέσταινε την ελπίδα. Και φανταζόταν στιγμές, όπου σταματούσε ο ομοιόμορφος βηματισμός κι άρχιζε ο χορός στη μεγάλη πλατεία. Και τότε, έβλεπε τα αγαπημένα πρόσωπα να ξεμακραίνουν χαμογελώντας. Κι έλεγε, «αυτό το χαμόγελο θα λύσει τα μάγια». Μα, ήταν ακόμα αδύναμες οι ηλιαχτίδες κι αργούσε να ξημερώσει.

Όταν τον είδα μετά από χρόνια, εκεί, δίπλα στη λίμνη, με κοίταξε με γαλήνη και μου είπε:
-Δεν είναι η θάλασσα.
-Δεν είναι η θάλασσα, του απάντησα, μόνο που φαίνεται πως ήρθε ο καιρός.
-Όχι! μου είπε. Πρέπει να λατρέψουμε το τώρα και το πριν, να γίνει η ανάμνηση συνάντηση στο μέλλον. Ξέρεις, συνέχισε, τους προσπεράσαμε τους καιρούς μας και στο θρίαμβο της δικαίωσης, ανακαλύπτεις μια καινούργια μοναξιά. Πήγαινε εσύ, μου είπε, σε περιμένει μια διψασμένη τριανταφυλλιά, στο σπίτι με τα αγριόχορτα, στους καταρράχτες, στη μεγάλη πολιτεία. Πρέπει όλοι να ξεδιψάσουμε, πριν ανοιχτούμε στο πέλαγος.

Ήρθε το χιόνι κι έφερε σύννεφο, λευκό, και αστραπές παλιάς μνήμης. Κι είπα, «θα ανασύρω ότι απώθησα, τώρα που μπορώ να τ΄ αντέξω». Και ντύθηκε η νύχτα νύφη. Κι ο φόβος χάθηκε. Και σώπασαν οι κραυγές και οι ψίθυροι σώπασαν. Κι ήταν τα βλέμματα που μιλούσαν και τα αμέτρητα λευκά δάκρυα του ουρανού που άγγιζαν απαλά το χώμα, άγγιζαν απαλά τα δένδρα και χαμογελούσαν.
Κι έβγαλε η νύχτα τα μαύρα που φορούσε. Και σώπασε ο αιώνιος θρήνος. Κι ένιωσα, στον ουρανό, την απουσία που τη σκοτείνιαζε. Κι είπα:
-Σε συγχωρώ, για όσα μου ’κρυψες, για όσα, φριχτά, στα όνειρά μου έστειλες. Θα ζήσω μέσα στις αναλαμπές. Με το πάθος της ανάμνησης. Με του μέλλοντος, του άλλου μέλλοντος την ουτοπία. Είναι Θεά, είναι η δική μου Θεά.
Κι ήρθε το χιόνι κι έφερε τοπίο λευκό. Κι έμοιαζαν όλοι μόνοι, γαλήνια μόνοι. Κι είπα :
-Στείλε μου ένα φιλί. Αμόλυντο θα στο γυρίσω πίσω.
Και τότε ήρθε ένα σημάδι, που ράγισε της πέτρας το στερέωμα.

Ήταν μια βροχή κι ένας ήλιος μαζί. Και ζωγράφιζε, η άλλη Άνοιξη, διαπερνώντας τα σύννεφα, χρυσαφένια ξέφωτα στο βαθυπράσινο λόφο.
-Πρέπει να ξεδιψάσουμε, είπα, μα είναι ο χρόνος λίγος.
-Είναι πολύς ο χρόνος ακόμα, μου αποκρίθηκε η άλλη φωνή. Πάντα ο χρόνος είναι πολύς, αν έτσι το νιώθεις.
-Κι ο πόνος; Δεν τον νίκησα τον πόνο.
-Μήτε σε νίκησε.
-Κι οι πέτρες, τα ξυπόλητα πόδια, η αυγουστιάτικη φοβέρα του ουρανού; Το διστακτικό βήμα στη μεγάλη πόλη, η οπτασία στα ορφανά παγκάκια; Οι δρόμοι χωρίς ονόματα; Τα χρόνια που τα γύμνωσε η αλήθεια;
-Κάθε γυμνό δικό σου. Δεν δείχνει μόνο την ασκήμια, ακτινοβολεί και την κρυμμένη ομορφιά.
-Ποιος θα το νιώσει;
-Αυτοί που θα διαβάσουν τα κρυφά σου μηνύματα.
-Μα θα είναι λίγοι.
-Λίγοι θα είναι για πολύ. Για λίγο πολλοί θ’ αγγίξουν τον παλμό σου. Αξίζει αυτό το λίγο.

Κοίταξα, πίσω μου, τον ελαιώνα. Μπροστά τη θάλασσα και πάνω μου τον ουρανό. Και τότε, ένιωσα να το μιλούν από παντού:
-Το μεγάλο τέλος είναι η αρχή. Γι’ αυτό κι ο ήλιος αρνείται να σμίξει με τη γη και οι χιλιάδες εκρήξεις ματαίωσαν τη μεγάλη έκρηξη.
Το ένιωσα να το μιλούν από παντού και προχώρησα.
Κι είδα πορτοκαλιές ανθισμένες. Και σπίτια λευκά. Και παιδιά να τρέχουν στα λιβάδια. Και καράβια, πολλά καράβια. Κι είδα τους ξένους μου να πλησιάζουν, από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι όσο με πλησίαζαν φαινόταν το χαμόγελό τους, σαν άσπρο τριαντάφυλλο. Και γινόταν ένα, κι ύστερα, ένα μ’ εμένα.
Κι η γνώριμη φωνή δεν ήταν πλέον προσταγή, ήταν ενθάρρυνση.
-Πήγαινε! πήγαινε!
Κι ήταν εκεί η θάλασσα…

Βαγγέλης Φίλος
Από το βιβλίο Αλιάνθη, Ιωάννινα 2007

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 9, 2017, σε Πεζά. 1 σχόλιο