ΣΤΑΜΑΤΙΝΑ ΒΑΘΗ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Η αγνότητα της Ειρήνης

Κρίνοι και αγριολούλουδα,
καμπανούλες, παιώνιες και αλκέες,
ορχιδέες φεγγαρόλουστες,
ελίχρυσοι, του ήλιου θυγατέρες.

Βιολιά και κύμβαλα
για την ωραία Ειρήνη,
παρθένα και άμμωμος,
του χρόνου η γαλήνη.

Έτσι γλυκά που στροβιλίζεται,
η άσπιλη η κόρη,
γλυκολαλεί και προχωρά,
στου ουρανού την δίνη.

Εύθραυστη και ονειρική,
ηλιόλουστη και φεγγαροθρεμμένη,
εκεί χορεύει αέρινα γυμνή,
λουλούδι να παρασύρεται στην κάθε δύναμη και ροπή,
ευαίσθητα νεραϊδοπλασμένη.

Μην αγκάθι την τρυπήσει,
ούτε κεντρί,
σάρκα από σύννεφο,
επίπλαστα αληθινή.

Τον αγέρα τον φοβάται,
την παρασέρνει μακριά,
την βάζει να παλέψει,
με δαίμονες και θεριά.
Αυτά τα ανθρώπινα,
που ζητάνε όλο και πιο πολλά.

Καρδιοχτυπά και πάλλεται,
η εύθραστή της η ματιά.
Και η ψυχή της η ουράνια
το σύμπαν γνώθει και αναζητά.

Θα ήθελε να είχε στην πλάτη της τόξα και φαρέτρα,
τους άπληστους να λαβώνει στην καρδιά,
τον πόλεμο να κλείνει στου Άδη τα μαύρα τα σκυλιά,
της κραυγής η φωνοκλέφτρα.

Αυτή θέλει μόνο τραγούδια και χαρά,
άνθη, πουλιά και έντομα να τριγυρνούνε διθυραμβικά.
Ηλιαχτίδες και παιανισμούς,
έρωτες και γλυκές φωνές,
από ψυχούλες παιδικές
και ήχους αγάπης συμπαντικούς,
του ήλιου φαεινότεροι, ειρηνικούς.

Αχ μη η σάρκα της λαβωθεί,
μην η παρθένα κόρη αλαβάστρινα χαραχθεί,
γάλα και γαλαξιακό νερό,
κλάμα από βρέφη και πόνο παιδικό …
Γιατί….
Γιατί θα κλάψει και αυτή πολύ…
Τόσο άσπιλη και αγνή,
μέσα σε βόρβορο από αίμα να λουστεί…

Και αυτό το δάκρυ μένει ανεξίτηλο
και αιώνια πλασμένο,
μέσα από γενεές και γενεές
με σφύρα και κοπίδι γαλουχημένο.
Φέρνει τον σκοταδισμό,
το μηδέν από το άπειρο,
το θρήνο, το κακό.

Σάρκα τρυφερή και λεπτή,
διάφανη στο φως,
πούπουλο στου αγέρα την σπουδή.
Ειρήνη μου, άσπιλη, σκεύος της ζωής.

Αυτή είναι αιθέρια και φτερωτή,
άσπιλη, αμόλυντη, θεϊκή.
Παρθένα κόρη και αναπνοή,
του ήλιου φαεινότερη και ονειρική.
21-9-2019

Μίνως Σωμαράκης Μοιρολόι

71931551_2503104806586506_1205137590982803456_n

Για τα παιδιά που χάνονται, χάνονται , χάνονται …

Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, λόγια ‘ ναι και πετάνε
κι αν τρέχουνε τα μάτια μου, τα δάκρυα δε φελάνε.
Μα πώς να κάμω τη μιλιά για σένα να σωπάσει;
και πώς να πνίξω τον καημό που με κατασπαράσσει;
Σκύβω σηκώνω την αυγή το πρόσωπο να φέξει
κι ήλιος εσκοτείνιασε και βιάστηκε να τρέξει
να βασιλέψει, ολόμαυρος σαν τον αφέντη Χάρο
που σε κρατεί απ’ τα μαλλιά κι εγώ πώς να σε φτάσω
να σε γυρίσω ως ήσουνα ξέφωτο μες το δάσο;
Και γονατίζω ανήμπορη κι οι βάτοι με τρυπούνε
και στη βοή του ποταμού τ’ αυτιά μου δε γροικούνε
εκείνο το τραγούδι σου, που’ λεγες κάθε δείλι
κι εγώ με τα ματάκια μου ήβρεχα το μαντήλι
και δρόσιζα το μέτωπο που το’ καιγε η αρμύρα,
κι εδά βροχή κι εδά χιονιάς κι εδά Θεού πλημμύρα.
Κι αν σου μιλώ δε μου γροικάς, εχάθης στο σκοτάδι
δένω γερά τη θύμηση, ρίχνω σκοινί στον Άδη
και πιάσου πάνω ν’ ανεβείς στον καθαρόν αέρα
να βγει του ήλιου το κορμί να ξημερώσει η μέρα.

Μίνως Σωμαράκης

ΙΧΝΗ ΜΝΗΜΗΣ (2019) Λίγα λόγια Τα τριάντα κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στο τεύχος είναι αποσπάσματα ζωής, λάμψεις ζωηρές που ταξινομούνται στην παιδική και νεανική ηλικία, σημαδεμένες από τις επανειλημμένες αναταραχές για απόκτηση της ελευθερίας του κυπριακού λαού από την αγγλική αποικιοκρατική αυτοκρατορία, εμφύλιες διαμάχες, το πραξικόπημα και την επακόλουθη τουρκική εισβολή του 1974, με αποτέλεσμα την κατοχή της Βορείου περιοχής της Κύπρου. Οι δύο συγγραφείς, ελληνικής κουλτούρας η μία, τουρκικής ο άλλος, στήσανε λοιπόν το ιστορικό τους σύμπαν στον πιο μύχιο πόθο των Κυπρίων για δικαιοσύνη και επανένωση, ο καθένας στη μητρική του γλώσσα.

71523996_2499217353641918_3530778591249825792_n

Πρώτη ενότητα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΛΩΞΑΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Γεννήθηκα για να είμαι η Αλεξάνδρα. Η προκάτοχός μου ήταν η ξανθιά και γλυκιά Λωξαντρού, η Κύπρια γιαγιά. Ήταν η πατρική γιαγιά με τις ξανθές μυρωδάτες μπλεξούδες και τα πρασινωπά μάτια. Κάθε Άνοιξη, πριν προχωρήσει προς την άκρη της αυλής, έβαζε τον σταυρό της και ψιθύριζε μια προσευχή. Εκεί στο βάθος, κρυμμένο στους θάμνους, ήταν το σπιτάκι των χάλκινων λαμπίκων. Στο λυκόφως μαδούσε τριαντάφυλλα, κυβερνούσε τους λαμπίκους και ετοίμαζε με υπομονή το απόσταγμα. Έμενε ανάμεσα στο θερμοψύχριον και το ψυχρολούσιον να ζυγίζει ροδοπέταλα και να μετρά το αποσταγμένο άρωμα. Δεν άναβε φως, μόνο η σιλουέτα της παρέμενε ως σκιά ανάμεσα στους λαμπερούς χάλκινους σωλήνες. Το άρωμα διαπότιζε τα ρούχα και τα μαλλιά της, και όταν τελικά έμπαινε στο σπίτι, απλωνόταν παντού η μαγεία του τριαντάφυλλου. Ζούσε τον χρόνο αόριστα, είχε μειλίχια απόκριση προς τους πάντες, δεν κρατούσε κακία, ζούσε δίχως να λογαριάζει τον θάνατο και για εκείνη δεν υπήρχε κακός άνθρωπος: «Κόρη μου είναι η περίπτωση που κάνει κακό τον άνθρωπο· και οι Τούρκοι αγαπούν τον κόσμο και θυσιάζονται για τα παιδιά τους».
Η γιαγιά μας άφησε πριν το ’74 και δεν πρόλαβε να πονέσει για την τουρκική εισβολή, την καταστροφή των εκκλησιών και των εικονισμάτων που προσκυνούσε, ούτε έμαθε για τις νέες που βιάστηκαν από τους στρατιώτες μπροστά στους γονείς τους. Δεν μοιρολόγησε τον βίαιο σκοτωμό των οικογενειών της Κλεπίνης, τους χιλιάδες νέους που άνοιξε η γη και τους κατάπιε και έγιναν αγνοούμενοι. Τι και αν καταδικάστηκε η Τουρκία από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Οι αγνοούμενοι δεν γύρισαν, οι νεκροί έμειναν νεκροί και οι χιλιάδες άνθρωποι που προσφυγοποιήθηκαν, δεν ξαναγύρισαν στα σπίτια τους.
Η καλοσυνάτη γιαγιά Λωξάντρα έφυγε, με τα παιδιά και τα εγγόνια γύρω της και ευτυχώς δεν έζησε τα εγκλήματα του ’74.

ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ ΣΥΛΛΑΒΩΝ

Στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια, πριν το ‘60, μετά τη δύση του ήλιου κλεινόμασταν στο σπίτι και σβήναμε τα φώτα. Ήταν το αναγκαστικό κέρφιου, η απαγόρευση κυκλοφορίας και κατ’ οίκον περιορισμός. Φοβερή λέξη το κέρφιου που ακόμη αντηχεί μέσα μου. Γινόμασταν σκιές και ψίθυροι, τα λόγια έπεφταν κατευθείαν στην καρδιά χωρίς εξωτερικά να αφήνουν ίχνη. Ο πατέρας τότε κρατούσε κάτω από το κρεβάτι ένα σιδερένιο ακόντιο.
Εκείνο το απόγευμα πίναμε τσάι ρούσικο με μπόλικη ζάχαρη και η μητέρα στο δικό της έβαζε και ρούμι. «Είμαστε όλοι μόνοι», είπε η θεία Λούλλα και καμιά μας δεν αντέδρασε. Πίναμε σιωπηλά και ούτε που αγγίξαμε τα κουλουράκια του πορτοκαλιού της μάνας μου. Ήταν 15 Μαρτίου του ‘57 και η θεία έφερνε θλιβερά νέα. Αυτή τη φορά δεν ακούμπησε στο τραπέζι τις τραγανές τιτσιρίδες της, ούτε άλλο πεσκέσι. Το ρόδινο του προσώπου της ξάσπρισε και έμεινε μαρμαρωμένο, τα μάτια της σκοτεινά κοίταζαν αλλού. Δεν άνοιγε τα φτερά της να πετάξει με τις ειδήσεις· είπε μόνο με αιμορραγία συλλαβών: «Τον απαγχόνισαν εχτές, δεν ντράπηκαν, δεν φοβήθηκαν Θεό, δεν συγκινήθηκαν με το γράμμα της μάνας του. Γιατί η μάνα του έγραψε στον άγγλο κυβερνήτη της Κύπρου τον στρατάρχη Χάρντινγκ να σκεφτεί και να υπολογίσει ότι ο Ευαγόρας ήταν μόνο δεκαοκτώ. Στάθηκε ώρες η μάνα του έξω από την πόρτα ζητώντας ακρόαση». Η θεία και η μητέρα μου μαζί με την Αντρούλα, τη γειτόνισσα, έμειναν σιωπηλές για πολλή ώρα και κινούσαν τα χέρια αδέξια μέχρι που ξέσπασαν σε δάκρυα και αναφιλητά και εγώ μικρούλα μαζί τους συμμεριζόμουν την αιμορραγία. Δεν τον γνωρίζαμε προσωπικά τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, μα ήταν ο σύντροφός μας, ο αντιπρόσωπος της Κύπρου μπροστά στην αγγλική Αυτοκρατορία. Ο «Βαγορής» μας ήταν ο προστάτης που θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία μας.
Ένας και μόνο ο στόχος για όλους, η ελευθερία της Κύπρου.

ΑΠΟ ΣΤΟΜΑ ΣΕ ΣΤΟΜΑ

Η θεία Λούλλα ήταν γλάρος μεγαλόσωμος, τροβαδούρος ελεύθερης γλώσσας, πετούσε και κοίταζε από ψηλά σε αναζήτηση του απόλυτου. Ερχόταν σπίτι μας για καφέ, χτυπούσε την πόρτα της κουζίνας και έμπαινε δίχως θόρυβο. Την περιμέναμε μέσα στο σαν ξυράφι κρύο του χειμώνα για να ακούσουμε τα απαγορευμένα νέα. Η θεία μετέφραζε τη ζωή σε ονειρικό διήγημα. Πετούσε πιο ‘κει, πιο μακριά μας, σε χώρα πυκνοφυτεμένη, όπου πετούσαν αθώα ζεμπίλια με αμύγδαλα και καρύδια, που στο βάθος τους έκρυβαν όπλα. Αντάρτες και ήρωες ήταν οι άνθρωποι της χώρας της, που εμπνευσμένοι από το παρελθόν, είχαν τους δικούς τους κανόνες. Μιλούσε για ανείπωτες σκληρές ιστορίες με ελαφρύ πέταγμα πουλιού. Έλεγε, έλεγε και όλα γύρω μας χάνονταν, έμενε μόνο εκείνη και η χώρα της η βασανισμένη. Πετούσε και έφερνε εικόνες από τα μακρινά και απρόσιτα βουνά της Κύπρου. Μιλούσε για μπαζούκες που έσχιζαν τις σκοτεινές νύχτες με τα γαζώματά τους, για βασανιστήρια, απαγχονισμούς σε κελιά μανταλωμένα και μητέρες μαυροφόρες όρθιες για ώρες έξω από τα γραφεία των Άγγλων.
Πριν αρχίσει τη διήγηση, έβγαζε η θεία από τη τσάντα της και πρόσφερνε ένα πιάτο τσιτσίριζες, έτρωγε ένα δυο μπισκότα κανέλας και στην τελευταία γουλιά του καφέ, αναποδογύριζε το φλιτζανάκι, τραβούσε το χέρι προς την καρδιά και άφηνε τα φτερά ελεύθερα σε εικόνες ασπρόμαυρες πολέμου και μαρτυρίου.
Η θεία Λούλλα, που ήταν η πρώτη στη σειρά αδελφή του πατέρα μου, ήταν ράφτενα και παντρεμένη με τον Λεωνίδα από τη Λύση. Κάπου γράφουν: «Πεθαίνουν οι ψυχές όταν γίνονται νερό», μα ο θείος έπινε και χάθηκε στον υγρά κόσμο του κρασιού. Έπινε με γούστο, και ο πατέρας μου στις επισκέψεις μας στο σπίτι τους, τους πρόσφερνε το «Μπράντυ Χαζηπαύλου». Ακόμα δεν ξέραμε ότι μετά από λίγα χρόνια δεν θα μπορούσε πια να μεταβεί στο χωριό του ο θείος. Οι δυο τους παντρεύτηκαν με συνοικέσιο στα γρήγορα, διότι έπρεπε να παντρευτεί η Νίκη, η δεύτερη αδελφή που ήταν ερωτευμένη με τον Γιώργο από το Πισσούρι. Όλα αυτά γινόντουσαν κατά τα τέλη του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τον αγάπησε, έλεγε η σγουρομάλλα όμορφη Νίκη, σε εκδρομή στην αρχαία πόλη Βοόσουρα, για τη φωνή του τη μελωδική και για τη σουλτανίνα που της πρόσφερε μόλις τη γνώρισε. Οι δυο τους παντρεύτηκαν ανίδεοι των γεγονότων του ’55 για την απελευθέρωση της Κύπρου από την αποικιοκρατία και για τις ταραχές του ’64, και δεν περίμεναν να δουν τους Τουρκοκύπριους να φεύγουν έντρομοι προς αμιγή τουρκικά χωριά.

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Ώρα πεντέμισι το πρωί…
Ξεκινούσε η μέρα στην Αμμόχωστο με νέες δυνάμεις, μέχρι τον γρήγορο, βάναυσο συρμό ηχών, με τις σειρήνες πολέμου να σκίζουν τον αέρα και να μην ξέρεις από που έρχονται οι εχθροί! Ανατριχίλα στα βουνά. Φρίκη! Έτσι έφτασε εκείνο το Σάββατο του 74, εκείνο το αθώο, το γκρεμισμένο Σάββατο. Ανατριχίλα στην Ορμήδεια και στην Κλεπίνη και η Αμμόχωστος να αιμορραγεί μαζί με την Κερύνεια…
Δεν ξέραμε για πράσινη γραμμή. Δεν ξέραμε ποιος έδωσε το πράσινο μολύβι για την πράσινη γραμμή, ούτε το όνομα του βρετανού υποστράτηγου Πίτερ Γιανγκ που χάραξε το βάραθρο. Εκεί κοντά προς τη Δερύνεια στεκόταν απορημένο και το δεντρί, αγριελίτσα υπομονετική, που κατέβαζε νέα κλαδιά να σέρνονται στη γη και που τον κράταγαν ελαφριά ανάμεσα στα ασήμια. Σπαρταρούσαν γυαλιστερά τα νέα κλαδιά και πότε τον πήγαιναν και πότε τον έφερναν, και εγώ να σέρνω βαριά πέτρα ασήκωτη, μέχρι το βράδυ σπιθαμή προς σπιθαμή να ψάχνω για νέα του . Έκλεισαν οι πόρτες άδειασαν οι δρόμοι και εγώ μόνη…
Μες το λυκόφως δισταχτικό φάνηκε το δεντρί, να τον κρατάει ανάσκελα, αγέλαστο και ακίνητο, χαλαρωμένο
μέσα στον ύπνου τους ανέμους. Αγροίκησα τα γύρω μου και εγώ μόνη, έμεινα μόνη πια με το σώμα του… μόνη… έμεινα μόνη με τα νιάτα του. Στην τελειότητα της ύπαρξης έμεινα μόνη.
Στην αποξένωση ζητούσα απελπισμένα τη μαντήλα τη μαύρη της γιαγιάς, να μπω να κρυφτώ, να τη δαγκώσω. Στην αποξένωση, της μητέρας τη μοναξιά, έμεινα μόνη και μακριά από την Αμμόχωστο.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Ζωές απόβλητες

Συνάντησα τη Θεογνωσού στο σπίτι της φίλης μου της Μάνικας στο Καϊμακλί της Λευκωσίας. Παίρναμε στην αυλή τον καφέ και κουλουράκια με μπόλικο σουσάμι, όταν κάποια στιγμή την κοιτάξαμε και εκείνη άρχισε με χαμηλή φωνή να διηγείται:
«Ήταν το 74, όταν έφτασαν ξαφνικά. Έραφκα και έμεινε αφοδράριστο το φόρεμα της μάνας μου. Μουκάνιζαν τα βόδια του γείτονα και οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν τρελά. Μετά τον συναγερμό, βούρα, βούρα, να βουρίσουμε για πού; Ο εχθρός εκατέβην που την θάλασσαν. Ω! Τα αβρόσσιλλα, τ’ αβρόσσιλλα της αμμουδκιάς… τζιαι που τα βουνά εκατέβηκεν έππεσε που τον ουρανόν ο εχθρός, τζιαι προχωρούσε με τις λόγχες στα ντουφέκια, “πάρε δκιό ρούχα του μωρού τζιαι λάμνε τρεχάτη, άφησε πίσω σου τες καρφίτσες, δαντέλες, τσέσες, δαχτυλήθρες, κουμπιά, τούλια και καρίνες”, έλεγεν η μάνα μου τζιαι τα σίερκα της έτρεχαν παντού, “πάρε μόνο τα ψαλλίδκια για άμμα τους δεις ομπρός σου, τζιαι τα βελόνια πάρε να ράψεις τες πληγές… τζιαι τα μασουράκια ας μείνουν λειψά”.
Επέρασεν που τότε ο τζαιρός τζιαι εμείς που απομείναμεν, εκάμαμεν σ’ άλλους τόπους άλλα ραψίματα. Τες παραμάνες μόνον ίντα που να τις κάμω πιον, τώρα που το μωρόν επήε τζιαιχάθηκε;»

ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Το γαίμα
Πέρασαν δεκάδες χρόνια από την εισβολή, από τότε που οι ξεριζωμένοι και καταδιωγμένοι Κύπριοι του Βορρά στριμώχτηκαν να βρουν τόπο να κατοικήσουν στην Κύπρο που έμεινε ελεύθερη.
Εκείνη η μέρα που συνάντησα τη Δώρα ήταν βροχερή. Στεκόμασταν, εγώ και εκείνη, κάτω από ένα υπόστεγο του νοσοκομείου της Αθαλάσσας, μέχρι να σταματήσει η βροχή. Ανάμεσα στη βοή της νεροποντής, δίχως εισαγωγή είπε: «Είμαι από τη Κερύνεια, έχω τον αδελφό μου εδώ, από την εισβολή». Σταμάτησε για αρκετή ώρα και μετά συνέχισε να διηγείται με χαμηλή φωνή: «Σ’ εκείνη τη βίαιη κατοχή χάσαμε τον πατέρα μας και το γαίμα του μας σημάδεψε για πάντα. Ο αδελφός μας, ο Λευτέρης, ήταν οκτώ χρονών δεν άντεξε τον τρόμο και τον παιδεμό των ημερών εκείνων… Από τότε χάσαμε τις Κυριακές και όλες τις γιορτές. Περιμένουμε τη Δευτέρα να βρούμε τον αδελφό μας στην Αθαλάσσα και ύστερα πάμε για δουλειά. Δουλεύκουμεν, ναι, έχουμε δουλειά, εν τον σκοπό που χάσαμε. Από το 74 ζούμε έξω από το σπίτι μας, γυρίζουμε, ζητούμε, γυρεύκουμε τόπους που δεν βρίσκουμε, δεν ξέρουμε πλέον τι ζητούμε. Τι να σου πω, όπου και να αποταθούμε δεν βρίσκουμε δικαίωση. Το 74 έβαψε το γαίμα όλους τους χρόνους, που ήρθαν και μας ήβραν και εππέσαν πάνω μας» Αυτά έλεγε η Δώρα και τα μαύρα της μάτια δεν έχυναν δάκρυ.

Δεύτερη ενότητα

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΟ

0 πατέρας μου ήταν αστυνομικός στη Λεμεσό. Το σπίτι όπου μετακομίσαμε ήταν ακριβώς πάνω στα σύνορα. Το πίσω μέρος από τον τοίχο της αυλής ήταν «γειτονιά των εχθρών». Το ένα παράθυρο της κρεβατοκάμαρας όπου ήταν στοιβαγμένα σακιά άμμου, σαν τείχος, ήταν το πυροβολείο. Στο σπίτι μας πάντα μια διμοιρία στρατού εκπαιδευόταν, που είχε σκοπιά εκ περιτροπής. Υπήρχαν όπλα στο ντουλάπι ρούχων, πολυβόλα Sten και τουφέκια εφόδου. Είχα μάθει να τα συναρμολογώ και να τα αποσυναρμολογώ σαν παιχνιδάκι. Οι αναμνήσεις που έμειναν στον νου μου σχετικά με εκείνο το σπίτι-πυροβολείο είναι από τότε που ήμουν πέντε με εφτά χρονών.
Πίσω από τον τοίχο έφτιαχναν κρασί. Οι γυναίκες που πατούσαν με τα πόδια τους τα σταφύλια είναι ακόμα καταγεγραμμένες στη μνήμη μου σαν μια ζωντανή ζωγραφιά. Απαγορευόταν να περνάμε στην άλλη πλευρά του τοίχου, ωστόσο εγώ έβρισκα μια στιγμή χωρίς κόσμο και πηδούσα πίσω από τον τοίχο. Άλλωστε ο τοίχος δεν ήταν και πολύ ψηλός.
Μια φορά έτυχε να είναι η ώρα του φαγητού. Πρέπει να ήταν Άνοιξη, γιατί θυμάμαι τις κόκκινες ανθισμένες τουλίπες. Οι Ελληνοκύπριοι είχαν βγάλει και είχαν αρχίσει να τρώνε πατατοσαλάτα με φρέσκο δυόσμο, βραστά αυγά και ελαιόλαδο. Οι γυναίκες κάλεσαν κι εμένα.
Μου έδωσαν από την πατατοσαλάτα τους κι εγώ με τη σειρά μου κάθισα στο λιβάδι και άρχισα να τρώω μαζί τους. Από τότε, κάθε φορά που τρώω πατατοσαλάτα, έρχεται στον νου μου εκείνο το σκηνικό.
Μια μέρα πρέπει να με είχε εκνευρίσει τόσο πολύ το παιδί του γείτονα, που πετάχτηκα στο δρόμο με ένα πολυβόλο Sten από το ντουλάπι ρούχων, με τον γεμιστήρα καταπάνω του. Πρόφτασε η μάνα μου και πήρε το όπλο από τα χέρια μου. Έφαγα ένα γερό ξύλο…
Το σπίτι το άφησα ως ένα άτακτο, ατίθασο και απροσκύνητο εφτάχρονο παιδάκι. Οι χώροι που ήταν πίσω από τον τοίχο του σπιτιού, τώρα φιλοξενούν το πολιτιστικό κέντρο του Ιδρύματος Λανίτη. Αν και μεγάλωσα ανάμεσα στα όπλα, δεν μεγάλωσα με μίσος. Όταν επέστρεψα σε αυτά τα μέρη ως καλλιτέχνης, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου, ήταν οι Ελληνοκύπριες που μου είχαν προσφέρει πατατοσαλάτα και το ξύλο που έφαγα από τη μάνα μου επειδή βγήκα στο δρόμο με ένα Sten στο χέρι…

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΙΧΑΣΜΟΥ: ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 ήταν πολύ δύσκολο για τους Τουρκοκύπριους. Οι συγκρούσεις του ’63 που ξέσπασαν από τη διακοινοτική ένταση και τρέφονταν από την εθνοκεντρική απληστία των Ελληνοκυπρίων και τον πανικό της εξαφάνισης των Τουρκοκυπρίων, άνοιξαν μια βαθιά ρωγμή. Κανείς δεν εμπιστευόταν κανέναν. Ύστερα από τις συγκρούσεις είχαμε εγκαταλείπει τις γειτονιές όπου ζούσαμε μαζί με τους Ελληνοκύπριους και απομακρυνθήκαμε σε γκέτο. Πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό, από κωμόπολη σε κωμόπολη περνούσαμε από ελέγχους σε βαθμό παρενόχλησης και ταπείνωσης.
Ήμουν εφτά χρονών. Επιστρέφαμε από την Πάφο στη Λεμεσό. Ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός μας σταμάτησε. Τους άνδρες τους έψαχναν άνδρες αστυνομικοί και τις γυναίκες αστυνομικίνες. Εμένα και τον μικρό μου αδερφό, μας έβαλαν σε μια άκρη. Η αδερφή μου ήταν στην αγκαλιά της μητέρας μου. Η μητέρα δεν ήταν ήρεμη όπως ο πατέρας μας, συζητούσε έντονα με μια αστυνομικίνα. Εγώ συγχύστηκα αρκετά. Μου ήρθε να κλωτσήσω όλους αυτούς με τις στολές.
Τα νεύρα της μητέρας μου ήταν για τα σπασμένα αβγά. Οι αστυνομικοί έψαχναν κρυμμένα όπλα και τα είχαν ρίξει όλα στον δρόμο. Αργότερα έμαθα πως τέτοιοι έλεγχοι γίνονταν συχνά. Για μένα ήταν η πρώτη φορά. Τα μεγάλα οχήματα τα έψαχναν για τσιμέντο. Το τσιμέντο απαγορευόταν σε Τουρκοκύπριους για να μην χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή πυροβολείου γι’ αυτό από το ’63 μέχρι το ’70 δεν χτίστηκε σχεδόν κανένα σπίτι με σκυρόδεμα.
Οι φωνές της μαμάς μου και το κλάψιμο της αδελφής μου εκείνη τη μέρα, δεν βγήκαν ποτέ απ’ το μυαλά μου.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

Ήμουν οχτώ χρονών. Οι πόνοι που είχα στην κοιλιά ήταν τόσο αφόρητοι που παρακαλούσα να πεθάνω. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε στην Πάφο ένα νοσοκομείο με την κανονική έννοια το οποίο θα μπορούσαν να επισκεφθούν οι Τουρκοκύπριοι. Η μητέρα μου με κουβαλούσε στην πλάτη της από τον Μούτταλο στο νοσοκομείο της Πάφου. Δεν ήταν μια απόσταση για περπάτημα. Ούτε είχαμε όχημα. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν τόσο εύκολο να βγαίνουν οι Τουρκοκύπριοι από τα γκέτο όπου ζούσαν κι η δική μας οργάνωση δεν το επέτρεπε και πολύ, ενώ το επάγγελμα του πατέρα μου ως αστυνομικός, το δυσκόλευε ακόμα περισσότερο. Έτσι λοιπόν, η μητέρα μου με πήγαινε με τα πόδια στο νοσοκομείο. Κάθε φορά μου έκαναν μια παυσίπονη ένεση και με έστελναν πίσω… Όπως κάθε Παφίτης Τουρκοκύπριος ήταν λογικό να μην πάω στο νοσοκομείο της Λεμεσού. Εκεί, θυμάμαι έμεινα για μέρες και κάθε φορά που πονούσα έτρωγα και μια ένεση. Θυμάμαι πως τότε οι ενέσεις δεν ήταν και τόσο μικρούτσικες όπως σήμερα. Δεν είχε μείνει σημείο που να μην τρυπηθούν τα κωλομέρια μου.
Ο Δρ. Ιχσάν Αλί, που ήταν αγαπητό και σεβαστό από τους Παφίτες πρόσωπο, αλλά επειδή δεν συμφωνούσε με τον Ντενκτάς σχετικά με τις πολιτικές της Διχοτόμησης, είχε κηρυχτεί προδότης, δεχόταν τους ασθενείς
στο δικό του ιατρείο. Έτσι, και επειδή είχα γίνει πέτρα, με πήρανε από το νοσοκομείο της Λεμεσού και με πήγαν στο ιατρείο του Δρ. Ιχσάν Αλί. Εκείνος χαΐδεψε το μάγουλό μου και είπε: «Αυτό το παιδί μαράζωσε». Όταν ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του στους βουβώνες μου, χωρίς δεύτερη σκέψη, πρόσθεσε «Πρέπει να χειρουργηθεί άμεσα αλλιώς θα το χάσετε ». Μας έδωσε το όνομα ενός γνωστού Ελληνοκύπριου χειρουργού στη Λευκωσία και μας έστειλε εκεί.
Η σκωληκοειδής απόφυσή μου, που είχε παραμορφωθεί λόγω υπερβολικής φλεγμονής, πίεζε το παχύ έντερο. Ό,τι έτρωγα έμενε μέσα μου και η σάρκα μου είχε σκληρύνει. Τα προβλήματά μου όμως δεν τελείωναν εδώ. Ο Ελληνοκύπριος χειρούργος, επειδή ήμουν Τουρκοκύπριος και η εγχείρηση ενείχε τον κίνδυνο θανάτου, ήθελε να με χειρουργήσει μόνο μαζί με έναν Τουρκοκύπριο ιατρό, ώστε να μη λένε ότι ο Έλληνας γιατρός σκότωσε έναν Τούρκο σε περίπτωση που θα έμενα στο τραπέζι. Ο Δρ. Γιουκσέλ Τιουτζάρογλου, τότε, είχε μόλις ξεκινήσει το επάγγελμα και έτσι δέχτηκε να μπει στο χειρουργείο.. Μετά από μια τετράωρη εγχείρηση επέστρεψα στη ζωή σε ένα «εχθρικό» ιατρείο. Ήταν χρόνια που τιμωρούσαν με ξύλο ακόμα κι αυτόν που αγόραζε έναν μάτσο μαϊντανό από Ελληνοκύπριους…

ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΚΟΡΜΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ

Στις 20 Ιουλίου, λίγο πριν το απόγευμα, τα όπλα σώπασαν. Επειδή βομβαρδίστηκαν και πυρπολήθηκαν όχι μόνο τα πυροβόλα αλλά και αστικές περιοχές, όλοι τραβήχτηκαν σε πιο προστατευμένα κτήρια και στις σπηλιές που βρίσκονταν στους βράχους του Μούτταλου. Τα παιδιά ξάπλωσαν το ένα μετά το άλλο στη σειρά κάτω από τα κρεβάτια και ξημέρωσε χωρίς να κοιμηθούμε καθόλου. Τις πρώτες πρωινές ώρες αντιληφθήκαμε τη σοβαρότητα της κατάστασης, με το που άρχισαν να έρχονται οι ειδήσεις για το ποιος τραυματίστηκε και ποιος πέθανε.
Το νοσοκομείο ήταν πενήντα μέτρα από το σπίτι μας. Ακούγαμε κραυγές. Δεν ξέρω πώς, αλλά βρέθηκα μέσα στο νοσοκομείο. Οι τραυματίες ήταν σιωπηλοί και ανήσυχοι. Μια γνώριμη νεαρή κοπέλα, ξαπλωμένη στο διάδρομο, ούρλιαζε:
«Εκείνος δεν θα ξανασηκωθεί, εκείνος έφυγε, δεν θα ξαναέρθει».
Μετά σηκώθηκε, γύρισε με ένα ψαλίδι στο χέρι και μπήκε στο δωμάτιο που ήταν οι τρεις σοροί αυτών που έχασαν τις ζωές τους στις συγκρούσεις. Ο αγαπημένος σύζυγός της με τα μακριά μαλλιά πάνω στο πρόσωπό του, κειτόταν εκεί δίχως αναπνοή. Έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά του, τα μύρισε και τα τύλιξε στο μαντήλι της.
Έφυγα τρέχοντας από το νοσοκομείο. Είχε σφιχτεί το στομάχι μου και ξεροκατάπινα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ο Ιχσάν Κιλίτς ήταν και για μένα ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο, σαν αδερφός. Δίπλα του κειτόταν και ένας άλλος φίλος που έπιανα συχνά κουβέντα μαζί του, ο Αρίφ Ρούσο. Δεν άντεχα να συναντάω τα νεκρά κορμιά των ανθρώπων που κάναμε πλάκα μόλις μια μέρα πριν. Ήταν πολύ νέοι. Ερχόμουν για πρώτη φορά αντιμέτωπος με εκείνη τη λεπτή γραμμή συνόρων ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.
Ο Ιχσάν, στις 9 Μαρτίου 1964, ήθελε να πάρει θέση, να κρυφτεί στο Μαυραλή, στο ίδιο μέρος όπου ο πατέρας του είχε αιχμαλωτιστεί και δολοφονηθεί δέκα χρόνια πριν. Και εκείνος έχασε τη ζωή του με ένα θραύσμα στο σημείο όπου έχασε τη ζωή του κι ο πατέρας του.

Η ΜΟΡΦΟΥ

Ήρθαμε από τις Αγγλικές βάσεις του Ακρωτηρίου στα Άδανα, από ’κει στη Μερσίνη, από τη Μερσίνη στην Αμμόχωστο και από την Αμμόχωστο στη Μόρφου. Επειδή οι γονείς μου δεν ήταν μαζί μου, θα έμενα στη θεία μου. Ο γιος της θείας μου, ο Ισμαήλ, είχε ήδη εγκατασταθεί στη Μόρφου και είχε τακτοποιηθεί σε ένα Ελληνοκυπριακό σπίτι. Ο νους μου δυσκολευόταν να μας φανταστεί να μπαίνουμε σε αυτά τα σπίτια και να συνεχίζουμε τη ζωή μας λες και είναι δικά μας. Ποιος ξέρει σε ποιον ανήκαν.
Είχα κλείσει τα δεκατέσσερα, και ακόμα και μ’ εκείνο το ανώριμο μυαλό μπορούσα να υποθέσω ότι δεν θα επιστρέφουμε ποτέ ξανά.
Το να μην είμαι με την οικογένειά μου, το να είναι ακόμα στα Νότια εκείνοι, ήταν απόλυτη αποξένωση και μοναξιά. Ήταν πολύ δύσκολο να προσπαθείς να κρατηθείς στη ζωή μέσα σε αυτό το χάος συναισθημάτων. Ρίχναμε τα θεμέλια μιας καινούριας ζωής στη Μόρφου, με τους ανθρώπους όχι μόνο από την Πάφο αλλά και από τη Λεμεσό και τα περίχωρά της. Αυτοί που είχαν ένα επάγγελμα προσπαθούσαν να συνεχίσουν αυτό που ήξεραν. Στους αγρότες που ασχολούνταν με τη γη είχε δοθεί άδεια για εκμετάλλευση των πορτοκαλιών. Οι αμπελοκαλλιεργητές από ’δω και πέρα θα καλλιεργούσαν πορτοκαλιές. Καθώς μέσα μου γέμιζα θλίψη, δυσκολευόμουν να καταλάβω τη χαρά εκείνων των ανθρώπων. Με προβλημάτιζε αυτή η ανεξέλεγκτη κατάσταση ανθρώπινων υπάρξεων που μόλις βγήκαν από νίκη και πίστευαν πως άξιζαν τη λεία.
Μια μέρα λέγοντας ψέματα στους θείους μου ότι «απόψε θα μείνω σε έναν φίλο μου», έφυγα από το σπίτι. Ήθελα να μείνω μόνος. Άρχισα να περιπλανιέμαι στις πορτοκαλιές που φάνταζαν ατελείωτες. Μίλησα με την κάθε πορτοκαλιά σαν να ήταν άνθρωπος, σαν παιδί που το είχαν μεγαλώσει οι Ελληνοκύπριοι· έκοψα και έφαγα τα φρούτα τους και ήταν σαν να τα δανείστηκα.
Μετά έπεσε το σκοτάδι. Μπήκα σε μια μικρή καλύβα και ξημερώθηκα εκεί. Δεν είχα κλείσει μάτι. Σκεφτόμουν την Πάφο και την οικογένειά μου. Θυμάμαι πως κρύωνα. Γύρισα στο σπίτι νωρίς το πρωί. Δεν είπα σε κανέναν τι έκανα.

Η ΖΩΗ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Σκέφτομαι πως σε αυτό το Μεσογειακό νησί όπου γεννηθήκαμε, οι ζωές μας πέρασαν περιπλανώμενες στα σύνορα. Οι κινήσεις μας περιορίστηκαν. Ο νους και η συνείδησή μας περιορίστηκαν. Η γεωγραφία μας, η αίσθηση του να ανήκεις κάπου, τα λόγια μας, οι πόνοι μας, οι χαρές μας, ο ορίζοντας μας, περιορίστηκαν. Πέρα από τα σύνορα ήμασταν εμείς. Τα σύνορα ήταν οι φόβοι μας. Οι άλλοι ήμασταν εμείς. Εμείς ποτέ δεν ήμασταν οι εαυτοί μας. Κάποιοι μας παρακολουθούσαν. Κάποιοι μας πήραν από τους εαυτούς μας… Ολισθήσαμε στα σύνορα της διχοτόμησης. Παραπέσαμε ανάμεσα στο θάρρος και την σκλαβιά…
Αν γυρίσω τον χρόνο πίσω, ως παιδί της δημοκρατίας, δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήμουν παιδί και πότε μεγάλωσα. Ό,τι έχω ζήσει, προσπάθησα να το εκλάβω ως ανθρώπινη τραγωδία και να το ανακατασκευάσω από την αρχή. Προσπάθησα να μελετήσω την διχοτομική ταυτότητα που μου επιβλήθηκε και να της βάλω αγάπη αντί για μίσος. Το 1989 έκανα μια έκθεση στη Λευκωσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία ήταν απαγορευμένη για εμάς. Την επόμενη μέρα, όλες οι εφημερίδες με τουρκικά συμφέροντα, που έτρεφαν έχθρα, μου έβαλαν την ταμπέλα του προδότη και του πουλημένου. Και εγώ από πείσμα, το 1990 ήρθα και εγκαταστάθηκα στη Λευκωσία με την οικογένειά μου. Ήταν δύσκολα χρόνια… Μετά από οχτώ χρόνια, όταν πέρασα στον Βορρά συνελήφθηκα και ανακρίθηκα. Ακόμα δεν μπόρεσα να αποβάλω εκείνη την κατάρα από πάνω μου. Ποτέ δεν βρήκα την ηρεμία του να ζω στη δική μου κοινωνία. Τα σύνορα δεν με εγκατέλειψαν και εγώ δεν παραιτήθηκα από αυτά, δεν κουράστηκα να τα διαπερνάω και να ζω κόντρα σε αυτούς που μου τα επιβάλλουν.
Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο το να ζεις ή να πεθαίνεις σε τούτο το νησί, αλλά δεν μπόρεσα να σταματήσω τον εαυτό μου από το να τρέφει συνεχώς ένα αίσθημα φυγής. Λέω πως δεν αγανάκτησα, δεν κουράστηκα από τον καβγά αλλά δεν μπορώ να πω και πως δεν ηττήθηκα. Δεν ψάχνω παρηγοριά. Ούτε θέλω να θρηνώ για την ήττα μου, γιατί δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έκανα.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ: ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Η Αλεξάνδρα Ζαμπά είναι Κύπρια ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας.
Σπούδασε στην Ιταλία όπου και διαβιεί. Ασχολείται με τη μετάφραση,
το θέατρο και τη ποίηση. Είναι Ιδρύτρια και Πρόεδρος του Συνδέσμου
Κυπρίων της Ιταλίας ΝΗΜΑ, θέσπισε το Διεθνές Φεστιβάλ της Ρώμης «Ombre/Σκιές». Ως θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτης, ανέβασε στη σκηνή δώδεκα θεατρικά της έργα. Ίδρυσε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές εταιρείες και εργάζεται παράλληλα ως διοργανώτρια πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Για τις εκδόσεις Vita Activa (Ιταλία) είναι υπεύθυνη ενότητας για την «Διεθνή Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία». Το 2015 εκδίδεται στην Ιταλία η δίγλωσση ποιητική συλλογή της (ελληνικά- ιταλικά) «Αιωρείται το βλέμμα» Εκ. LVF.
Ποιήματά της βρίσκονται σε συλλογικές Ανθολογίες και σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Υπό επιμέλειά της το 2016 εκδίδεται η ποιητική δίγλωσση ανθολογία ιταλίδων και κυπριών ποιητριών, «Ψωμί και Ποίηση» και το 2017 η ποιητική ανθολογία του εργαστηρίου της σε Κέντρο Ημερήσιας Ψυχικής Φροντίδας
στη Ρώμη, «Poesie di Frontiera» Εκδ. LVF, την οποία μεταφράζει στα ελληνικά και εκδίδει στη Κύπρο με τον τίτλο, «Μεθόρια Ποιήματα» Εκδ. Αρμίδα. Επίσης το 2017 εκδίδεται στην ιταλική γλώσσα το βιβλίο, με αναφορά στην παιδική και νεανική λογοτεχνία της Κύπρου, με την ιταλίδα
συγγραφέα Κλάουντια Καμίτσια: «Η Κύπρος και η γοητεία των λογοτεχνικών διαδρομών της», Εκδ. Gagliano. Το Πανεπιστήμιο του Μπάρι (Ιταλία) κατα το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018 υιοθέτησε το βιβλίο.

Ο Ουμίτ Ινατσί γεννήθηκε στη Λεμεσό στις 28 Νοεμβρίου 1960. Ολοκλήρωσε με υποτροφία την ανώτατη εκπαίδευσή του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών
«Pietro Vannucci» στην Περούτζια στην Ιταλία (1984). Μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα ζωγραφικής όπου αρίστευσε, εξειδικεύτηκε στο σχεδίασμά οπτικής επικοινωνίας στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Τεχνών της Περούτζια. Μέχρι το 2018 εργάστηκε ως ακαδημαϊκός στον τομέα της τέχνης και του σχεδιασμού σε διάφορα πανεπιστήμια. Το 1983
διοργάνωσε την πρώτη του ατομική έκθεση και δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική ανθολογία.
Διοργάνωσε πολλές ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε συλλογικές εκθέσεις στην Κύπρο, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ και στη Μέση Ανατολή.

Τα έργα του εκτίθενται σε μουσεία και σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ο συνολικός αριθμός βιβλίων που έχει γράψει στον τομέα της λογοτεχνίας, της τέχνης και της πολιτικής είναι τριάντα δύο. Είναι επίσης συγγραφέας δοκιμίων σε θέματα σχετικά με τις τέχνες και την πολιτική, ποίησης, διηγημάτων και μυθιστορημάτων καθώς και βιβλίων για την ιστορία της τέχνης και την εκπαίδευση στην τέχνη .

https://stinkyprotithallassofiliti.blogspot.com/

Αναρτήθηκε από Ανδρέας Καρακόκκινος

O Kώστας Μόντης γράφει στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΡΦΟ ΜΑΣ

71651693_2500032220227098_6023586113883471872_n

Να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος.
Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα
να μας κοιτάζει να μην ξεστρατίσουμε,
να πάρουμε την τελευταία σου εκπνοή
να ᾽χουμε οξυγόνο ν᾽ αναπνέουμε
χιλιάδες χρόνια,
να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις
να ᾽χουμε να τραγουδάμε
ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά…

Μην πέσει σκιά στον τάφο αυτό
ούτε από γιασεμί στο φεγγάρι.
Ο τάφος αυτός είναι για να παίζει
με ξίφη αυγουστιάτικων ηλιαχτίνων
και να στέλνει διπλούς ήλιους
πίσω στον ήλιο.
Κι ακόμα όχι, ο τάφος αυτός
δεν είναι για ν᾽ αντανακλά τον ήλιο,
ο ήλιος είναι για ν᾽ αντανακλά τους ήλιους του.

(“Στιγμές”, 1958)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΑΔΕΡΦΟ

Δε γίνουνται σήμερα αυτά τα πράγματα, Γρηγόρη.
Αυτά τα παράτησε ο κόσμος
χιλιάδες χρόνια τώρα
και τ᾽ αφυδάτωσε και τα ταρίχεψε
και τα ᾽κανε παραμύθια
για τ᾽ αναγνωστικά των παιδιών,
γιατί αρέσουν στα παιδιά οι Θερμοπύλες
με τους χτενισμένους Σπαρτιάτες
και τα “υπό σκιάν” και τα “μολών λαβέ”.
Δεν τα ᾽βαναν για να τα επαναλαμβάνουμε.
Έπειτα πώς έρχεσαι
ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια να διεκδικήσεις;
Σκέφτηκες τον αριθμό;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχε αντίρρηση,
δυόμιση χιλιάδες χρόνια
είχαν κάνει κατοχή το παραμύθι οι άνθρωποι.
Δεν μπορείς εσύ τώρα να λες όχι.

(“Συμπλήρωμα των Στιγμών”, 1960)

ΚΙ ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ ΜΑΣ

Οι στίχοι προστρέχουν να σε τραγουδήσουν
κι απορρίπτονται, Γρηγόρη.
Γιατί πώς να σε τραγουδήσω εγώ
με τι να σε τραγουδήσω;
Μ᾽ ένα παράθυρο κληματαριά,
με μια αγκαλιά αγάπη,
με μια λεμονιά περιστέρια;
Δεν μπορώ ν᾽ αναλάβω την ευθύνη σου, Γρηγόρη,
δεν προορίστηκα για την ευθύνη σου.
Γιατί στο βουνό, Γρηγόρη;
Τι εξηγήσεις θα δώσεις τώρα στον αγαπημένο κάμπο
που σου τάνυσε την καρδιά στην άπλα του,
που σ᾽ έμαθε να του αναμετράς τους ορίζοντες,
που σ᾽ έμαθε να τον χουφτιάζεις κι εκείνος να μη μπορεί;
Όταν τα περιστέρια άρχισαν να φέρνουν βόλτες
απάνω απ᾽ τη Μεσαορία
και τα τέσσερά της άκρα συρρικνωνόντουσαν
και τις νύχτες συνωμοτούσε η απορία της
και τ᾽ αλώνια δεν ανταποκρινόντουσαν
στις παιδικές κραυγές του απογεύματος
κι ο κάμπος απέσειε τα κοινά επιτεύγματα,
εμείς ξέραμε τι προμηνύματα ήταν αυτά,
εμείς ξέραμε πια τι διαγραφόσουνα στον ορίζοντα,
ξέραμε τι πήγαινες να κάνεις.
Γρηγόρη, δεν άφησες περιθώριο,
Γρηγόρη, δεν είν᾽ έτσι που ενθαρρύνονται οι επενδύσεις στην Ιστορία.
Αποσύρουμε τις τόλμες του παρελθόντος, Γρηγόρη,
αποσύρουμε τα μεγάλα μαύρα γράμματα των αναγνωστικών.
(“Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι”, 1965)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το “Όχι” δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ

Όταν στη μεγάλη πλάτη της βουνοσειράς της Κερύνειας
γράφαμε μ᾽ άσπρη κιμωλία
τα πρώτα επαναστατικά συνθήματα,
όταν στα μέτωπά μας καρφώναμε
το πρώτο πανώ της ανταρσίας,
διαισθανόμαστε τη μεγάλη σας στιγμή.
Όταν τα κοριτσάκια του Γυμνασίου
γρατσούνιζαν με τα νύχια τα στεν
κι οι σφαίρες γινόντουσαν σβώλοι,
κυοφορόταν τ᾽ “όχι” σας.
Κι όταν ύστερα οι φυλακές απογυμνωθήκαν
και δεν είχαν τοίχους ν᾽ αντιπαρατάξουν
και τ᾽ ανακριτήρια αποκαλύφθηκαν
και δεν είχαν άλλο υπόλοιπο τρόμου να επισείσουν,
όταν ύστερα οι αγχόνες άρχισαν κατάπληχτες
να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο,
ήταν πια βέβαιο πως πλησιάζατε,
ήταν πια βέβαιο πως είχατε πάρει αύξοντα ρυθμό.

(“Ποίηση του Κώστα Μόντη”, 1962)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο το πρωί
ένας άνθρωπος θ᾽ άλλαζε τ᾽ όνομα των βουνών.

(“Αγνώστω ανθρώπω”, 1968)

https://www.apotipomata.com

Φωτογραφία https://www.tothemaonline.com

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Οκτωβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΝΕΠΝΕΥΣΑ ΒΑΘΙΑ …

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Ανέπνευσα μ’όλη τη δύναμη
της νύχτας τις ευωδιές
γιασεμί, νυχτολούλουδο
δίκταμο κι άγρια μέντα .
Η σιωπή ,σαν απαλό αεράκι
θωπεύει την καρδιά μου.
Τα άστρα φωτίζουν
τους λειμώνες της γης
κι οι μνήμες ανάλαφρες
με ξαναγυρίζουν σε ολάνθιστα περιβόλια
σε γλυκόπικρες αναμνήσεις
σε όσα αποθέματα χαράς είχα αφήσει
ανέγγιχτα τόσα χρόνια
για τις δύσκολες μέρες .
Απόψε θα κρύψω στην αγκαλιά σου
τα συναισθήματα που με κατακλύζουν
με αρώματα της ψυχής
και με ταξιδεύουν με μαϊστράλια …!

Soula Maropaki Ηράκλειο 9/ 9/2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Ο ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ (Μία αναφορά στο έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου) Γράφει ο Πάνος Χατζηγεωργιάδης (Μουσικοσυνθέτης μέλος της Peforming Rights Society του Λονδίνου, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος) Στην Ρόζα το παρόν αφιερώνων με κείνη δά την άσπιλη ψυχή που τριγυρίζει αναμέσα των αιώνων και δεν γνωρίζει μήτε ώρα μητ εποχή ! Νικηφόρος Βυζαντινός

67694630_2314644731989635_6416734058516054016_n

Τι μπορεί να πεί κανείς για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Αποτελεί απο
μόνος του ένα μοναδικό κεφάλαιο στην νεοελληνική μας λογοτεχνία. Ένα
κεφάλαιο ίσως παραγκωνισμένο για την ώρα, αλλά πάντα επίκαιρο. Και ο
Ξενόπουλος παραμένει σταθερά επίκαιρος, διότι διαμέσω των βιβλίων του
τα οποία είναι κυρίως ηθογραφίες της εποχής του και πρωτύτερα,
σκιαγραφεί και φωτογραφίζει την ανθρώπινη φύση. Ο Ξενόπουλος αν και
χαρακτηρίζει συχνά τον εαυτό του ως τίποτε άλλο παρά απο “απλός
εργάτης της τέχνης”, είναι ένας μεγάλος συγγραφέας.

Και είναι μεγάλος οχι μόνον διότι ασχολείται με μεγάλα, διαχρονικά
ζητήματα, αλλά γιατι και τα αποδίδει στο κοινό με έναν χαρακτηριστικό
τρόπο. Με μια γραφή που σου εντυπώνεται και δεν την ξεχνάς ποτέ. Και
όταν κάτι σου εντυπώνεται με τέτοιο τρόπο και τόσο βαθιά στο βάθος της
συνείδησης σου, σε σημείο τέτοιο που να αποτελεί μέτρο σύγκρισης για
την λογοτεχνία που θα διαβάσεις, τότε τούτο πάει να πεί πως αυτός ο
ταπεινός, απλός εργάτης ως αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος, έσκαψε και
ανέσκαψε βαθιά, μέσα στην ψυχή σου.

Ο Ξενόπουλος δεν είναι λοιπόν, μόνον ένας απλός εργάτης της τέχνης.
Είναι και ένας φωτογράφος άρτιος της ανθρώπινης ψυχής. Είναι ένας
πορθητής της και βαθύς αναλυτής της. Απογυμνώνει τους χαρακτήρες του
εμπρός σου και σε προστάζει να τους ψηλαφίσεις, κομμάτι – κομμάτι, ως
τα μύχια της ψυχής τους, που δεν είναι άλλη απο ψίγματα της δικής σου
ψυχής. Για αυτό και τον νιώθεις τόσο σταθερά οικείο.

Τι κι αν έγραψε πριν απο εκατό χρόνια, τι κι αν περιγράφει την ζωή του
Σολεμού, της Ρόζας, της Έλλης Κατεριά, του Παύλου, Της Ρηγγίνας Λεζά,
της Στέλας Βιολάντη και όλων των άλλων φανταστικών χαρακτήρων που σε
συγκινούν. Και σε συγκινούν διότι είσαι εσύ σε ορισμένες φάσεις της
ζωής σου. Πρώτα σε αγγίζουν τα φαντάσματα του κι έπειτα τα αγγίζεις
και τα προσεγγίζεις εσύ. Κι αυτό είναι η μαγεία της πραγματικής
λογοτεχνίας. Της λογοτεχνίας που είναι μοναδική και δεν είναι προιόν
μηχανής και τεχνικής.

Και πάμε τώρα στο προκείμενο του γιατι συντάσσεται το παρον. Τα
τελευταία αρκετά απομεσήμερα του καλοκαιριού ασχολήθηκα με την
ανάγνωση του Ξενοπουλικού “Κατήφορου”. Ήταν μια ευχάριστη μα και
γλυκόπικρη εμπειρία. Γεμάτη συγκίνηση, γεμάτη αντιφάσεις, γεμάτη
έντονα συναισθήματα.

Οργή, εξευτελισμός, αγωνία, απογοήτευση, ελπίδα, απόγνωση, διαφθορά
ψυχική και σωματική, απελπισία, θάνατος. Ακολούθησα ένα προς ένα τα
βήματα της Ρόζας. Συνεκινήθην εώς δακρύων οχι μόνον για το τραγικό μα
και λυτρωτικό τέλος που κρίνω πως δεν πρέπει να αποκαλύψω σε όσους δεν
έχουν έρθει σε επαφή με το κείμενο, αλλά με την διαδρομή αυτού του
κοριτσίου, που το μόνο της έγκλημα ήταν πως “δεν γνώριζε τον κόσμο’.
Και η Ρόζα έμαθε αυτόν τον κόσμο με τον πλέον άσχημο τρόπο.

Κρίνω επίσης καλό πως μια κριτική βιβλίου δεν θα πρέπει να αναφέρεται
στην υπόθεση και να την αποκαλύπτει, αλλά στις εντυπώσεις της πλοκής
επάνω στην ψυχή του ανθρώπου που θα γράψει δύο γραμμές επί του έργου.
Μόνον τότε έχει κάποια αξία. Πάντα για μένα σε ένα έργο τέχνης, δεν
μπορεί να παίζει αποκλειστικό ρόλο η τέχνικη της σύνταξης του,
μοναδικό κριτήριο για μένα είναι η αλήθεια που προσφέρει ή οχι ένα
κείμενο στον τελικό του παραλήπτη. Τον θεατή, τον ακροατή, τον
αναγνώστη.

Το βασικό λοιπόν ζήτημα που πραγματεύεται ο Ξενόπουλος στο παρόν του
εκτενές βιβλίο, είναι αφενός ο θάνατος των προηγούμενων εαυτών μας
μέσα στο διάβα της ζωής και των καταστάσεων, καθώς και η τελική
αποξένωση η πλήρης απο το αρχικό μας ας μου επιτραπεί ο όρος, πετσί.

Αυτός ο θάνατος της Ρόζας μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα. Αυτή η
καταβύθιση του άσπιλου σώματος και της κατάλευκης ψυχής της μέσα στην
τεχνήτη απο ανθρώπινα χέρια φτιαγμένη λίμνη της βρωμιάς, του βούρκου,
της σαπίλας, της αρρώστιας, της φθοράς που η ζωή την πετά ξαφνικά μέσα
απο συμπτώσεις που επηρεάζονται απο τον χαρακτήρα της, θρέφοντας την
τραγική συνέχεια, είναι το συγκινητικό στοιχείο στην όλη αυτή ιστορία.

Αυτό είναι που σε συγκινεί σύγκορμο και σκέπτεσαι πως στη θέση μιάς
Ρόζας θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα η αδελφή, η μητέρα, η γυναίκα, η
κόρη του καθενός και τώρα και πάντα.

Τόσο τραγικό μα και τόσο επικίνδυνο. Τόσο ανθρώπινο και εύκολο να
συμβεί. Ένα στραβοπάτημα και ο κατήφορος ανοίγεται χάσκων εμπρός σου.
Και σύ τον αγνοείς και δεν τον βλέπεις, διότι η συνήθεια είναι το
χειρότερο και το καλύτερο πράγμα στην ζωή. Εδώ είναι τραγικό στοιχείο
αυτή η νέκρωση στην φθορά. Αυτή είναι και η τραγικότητα της Ρόζας που
δεν έχει την δύναμη να βαδίσει ενάντια στο ρεύμα. Η ζωή την παρασέρνει
και την πετά στα βράχια της προσωπικής της συντριβής.

Η Ρόζα. Η Ρόζα είναι ένα ναυάγιο ετών ούτε είκοσι έξι. Στέκει εκεί ο
ίσκιος της και σε κοιτά. Δεν κλαίει πια, είναι μια ζωντανή – νεκρή.
Δεν νιώθει πιά τίποτα και για κανέναν. Έχει περάσει το στάδιο της
σιχασιάς για τον κόσμο. Τους τιμωρεί και αυτοτιμωρείται με το να μην
νιώθει τίποτα πλέον για καμιά κατάσταση, για κανένα πρόσωπο. Δεν μιλά
η Ρόζα, έχει μάθει στην σιωπή. Δεν ουρλιάζει η Ρόζα. Δεν έχει την
δύναμη για όλα αυτά, νιώθει πως όλα είναι άσκοπα και πως το πεπρωμένο,
αυτό το Forza del destino της Τραβιάτας του Βέρντι, είναι φύγειν
αδύνατον. Και δίπλα στη Ρόζα πόσοι άλλοι δεν διαφθείρονται. Είναι απο
πριν πιο διεφθαρμένοι γιατι ξέρουν καλύτερα απο αυτήν τον κόσμο ;
περπατάνε δίπλα της στην ατραπό της διαφθοράς ; υποτάσσονται στις
συνθήκες ; νιώθουν ξένοι απο τον εαυτό τους ; έχουν εαυτούς η πράττουν
όπως τους έρθει εκείνη την ώρα ;

Η γλυκιά, λεπτή στους τρόπους και στο σώμα, η καλαίσθητος, η ρομαντική
Ρόζα δεν υπήρξε ποτέ. Και είναι δειγμα καλής λογοτεχνίας το γεγονός
πως σε συγκινεί ένα φάντασμα. Δεν υπήρξε ποτέ μα υπάρχει και θα
υπάρχει αιώνια. Ρόζα είναι το κάθε κορίτσι, το κάθε πλάσμα που τα
όνειρα του θα συντριβούν απο την καθημερινότητα. Θα μαραζώσει πριν
ανθίσει, θα ξεραθεί το άνθος απο κάθε χυμό της ζωής και της ψυχής και
μαζί με τα χαμένα νιάτα θα κλάψει για κείνη την χαμένη αθωότητα που
δεν θα ξαναγυρίσει και κείνη της ποτέ. Που έσβησε πριν σβήσει ο ίδιος
ο άνθρωπος με το φυσικό του τέλος.

Οι δειλοί θα πεί ο Σαίξπηρ, πεθαίνουν πολλές φορές πριν απο τον θάνατο
τους. Οχι μόνον ποιητά μου των αιώνων οι δειλοί. Και οι ρομαντικοί
πεθαίνουν πολλές φορές πριν απο τον θάνατο τους. Τους σκοτώνει κάθε
μέρα η ζωή, ως το τέλος. Ως το τέλος που θα μας θυμίζει ο Κώστας
Ουράνης, απο τους τελευταίους ποιητές που εγώ προσωπικά υπολογίζω για
ποιητές.

“Μήνυμα δε μου έρχεται κανένα
κι άνοιξη πια καμμία δεν περιμένω:
στο δρόμο το γυμνό που περπατάω,
ωσότου να πεθάνω ― θα πεθαίνω!”
«Nel mezzo del’ cammin…», Κώστας Ουράνης.


Πάνος Χατζηγεωργιάδης
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης
Member of Performing Rights Society/London/UK.

Θεόδωρος Σαντάς ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ Στη μνήμη του πολυαγαπημένου μας αδελφού Γεωργίου Πολύζου

69649364_2468721540024833_4975857906067963904_n

Πολυαγαπημένε μας Αδερφέ 
τώρα που το αέναο ταξίδι
ανήγγειλαν οι Άγγελοι τ’ουρανού
να ήξερες , πόση γαλήνη μας στέλνεις
πόση αγάπη να ξεπεράσουμε το αναπόδραστο.
Ήσουν ένας λόγος γλυκός,ένα τραγούδι παρθενικό
στ’απόσκια της Ηράκλειας και της Οίτης
ένα χαμόγελο αυθεντικό της ζωής
ένας λεβέντικος τσάμικος χορός
να πορεύεται ο άνθρωπος με ευτυχία
και χάρη Θεού και να γράφει ποιήματα .
Περνούν τα χρόνια κι ο καθένας μας
μια αποκάλυψη με λίστες και πλέγματα
με κορνίζες που παρελαύνουν οι μνήμες
και αφήνουν τα πεπραγμένα μας. .
Περνούν τα χρόνια και μια θάλασσα
αχαρτογράφητη ,μακρινή και ανεξιχνίαστη
καταπίνει την πίκρα μας κι αναδύεται
η Άνοιξη και ζευγαρώνουν τα χελιδόνια μας.
που κρατάνε αιώνιο τον φλοίσβο μας
της πρώτης τελευταίας επιθυμίας μας.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που αναχωρείς για ένα κόσμο αθώρητο
θα ηχήσουν οι σάλπιγγες του Ουρανού
και θα ακουστούν οι μελωδίες της Νικολίτσας
να υποδεχθεί στων πνευμάτων τον κόσμο
τον πατέρα της που πάντα το όνομά της
ήταν στο νου και στα χείλη του.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που περνάς φως μες στο φως
κι ανοίγει τις πύλες του ο παράδεισος
να σε υποδεχτεί μετά βαΐων και κλάδων
ο ουρανός θα εκπυρσοκροτήσει τρεις φορές
και θα ακουστεί μια στεντόρεια φωνή.
Γέωργιος Χρήστου Πολύζος
γεννηθείς εν Ηρακλεία Φθιώτιδος
Αθάνατος
Αθήνα (Μελίσσια)23-8-2019

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,22-8-2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Γιατί το Βυζάντιο. Απόσπασμα

64841482_2438945903002397_2661459648418152448_n

 

Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο (στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό) και στο σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του «ένδοξου» παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό. Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις. Χαρακτηριστικά θα πω εδώ ότι ενώ η αρχαιοελληνική γλώσσα έδωσε τα ονόματα των επιστημών (και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας αλλά και του θεάτρου) καθώς και τους αντικειμένου τους σε όλες σχεδόν τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το Βυζάντιο κληροδότησε γλωσσικά στην Ευρώπη όρους που σχετίζονται σχεδόν όλοι με τις ιδεολογίες, με τη θρησκεία και την εκκλησιαστική πρακτική. Αναφέρω ως παράδειγμα τους όρους: ορθοδοξία, καθολικός, κοιμητήριο, αίρεση και αιρετικός, ιεραρχία και εικονοκλάστης, λέξεις που τόσο χρησιμοποιούν οι νέοι της εποχής μας, αυτοί που αρνούνται την όποια αυθεντία. Σχολαστικισμός και λογιοτατισμός Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν (ακόμη και στην Ελλάδα) τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Ρax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζην εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υπεστήριξε ο πρέσβης του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εσωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μάς αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων», θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453. Η παγκόσμια δύναμη Θα πω τώρα, χωρίς αυτό να φανεί παραδοξολογία, ότι νομίζω πως η καινούργια παγκόσμια δύναμη, η Αμερική, αν και έχει για πρότυπο και υπόδειγμά της, όπως λέγεται, την αρχαία Ρώμη, οφείλει την ύπαρξή της στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Η πρόθεσή της άλλωστε να διασώσει τις αξίες του πολιτισμένου κόσμου την κάνουν να προσεγγίζει και ιδεολογικά στο Βυζάντιο. Θα αναφέρω λοιπόν βιαστικά ότι η εγκατάσταση των μουσουλμανικών δυνάμεων (Τούρκων αλλά και Μογγόλων, Μαμελούκων κ.ά.) στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών κ.ά.) από τους δρόμους της Ασίας, δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τα πολύτιμα είδη (πρώτες ύλες) του διεθνούς τότε διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη, αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων της τότε Μεσογείου. Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος με ευρεία ναυτική εμπειρία, ασφαλώς θα γνώριζε τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά τα Μετεωρολογικά, λοιπόν, η γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά»· έτσι μπορείς να φτάσεις σε όποιο σημείο της θέλεις, ξεκινώντας είτε από την ανατολή είτε από τη δύση. Την παρατήρηση αυτή ο Αριστοτέλης την έκανε όντας στην Κύπρο, όπου διαπίστωσε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό της Κύπρου δεν είχαν την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό της Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα της γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε άλλωστε πρώτα, όπως είναι γνωστό, «Δυτική Ινδία» δείχνει, αν μη τι άλλο, την πρόθεση αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά την πτώση της Πόλης. Ακριβώς την ίδια χρονιά οι χριστιανικότατες δυνάμεις της Ισαβέλας της Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, σηματοδοτώντας την έξοδο όλων των μουσουλμάνων από τη χριστιανική Ευρώπη. Επίσης διώχνουν τους Εβραίους της Ισπανίας, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνωρίζει η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι απόγονοί τους είχαν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η «πολιτισμένη» ναζιστική Γερμανία. Το τέλος του Μεσαίωνα Λογικά λοιπόν το 1492 περισσότερο ίσως και από το 1453 θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή της Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα της Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη της Μεσογείου εμπρός στα λιμάνια του Ατλαντικού, λιμάνια που κατακλύζει τώρα ο χρυσός του αμερικανικού Εldorado, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του Νέου Κόσμου και της ιστορίας των μοντέρνων χρόνων. Παγιδευμένο λοιπόν το Βυζάντιο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση από το τέλος κιόλας του 11ου αιώνα (η μάχη και η συγκλονιστική ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 συμπίπτει με την πτώση του Μπάρι- τελευταία βυζαντινή κτήση στην Ιταλία), το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453, παρασύροντας μαζί με την πτώση τής πρώην παγκόσμιας Νέας Ρώμης και τις δοξασίες και τις προφητείες για την αιωνιότητά της. Μπορεί η μόνη εκτός ισλαμικής κατοχής ορθόδοξη δύναμη, η Ρωσία, να διεκδικήσει τη συνέχειά του (η Μόσχα αυτοαποκαλείται τον 16ο αιώνα με τον τίτλο της Τρίτης Ρώμης), μπορεί οι υπόδουλοι λαοί που βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής ή στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα βέβαια οι Ελληνες-Ρωμιοί) να τρέφονται στο εξής με ελπίδες, όπως αυτή που εκφράζει το ποντιακό τραγούδι «η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο», και η πίστη για το θρύλο, τη μελλοντική δηλαδή ανάσταση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Κωνσταντίνου, μπορεί ακόμη ένας τεράστιος σταυρός να περιμένει να αναρτηθεί κάποτε στον τρούλο της Αγιασοφιάς (λέγεται ότι βρισκόταν ως το 1917 στην Οδησσό, περιμένοντας το πλοίο που θα τον έφερνε στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη), ένα ωστόσο είναι σίγουρο, ότι η Κωνσταντινούπολη, αν και κατακτήθηκε και από τους Λατίνους το 1204 και από τους Οθωμανούς το 1453, έμεινε πάντα, παρ΄ όλα τα παθήματά της αυτά, αναφορά αίγλης και μεγαλείου. Ετσι ο Μωάμεθ Β΄ θα προτρέψει τα στρατεύματά του να καταλάβουν την «πολυάνθρωπον και μεγάλην πόλιν, βασίλειον των πάλαι ποτέ Ρωμαίων, ες άκρον ευδαιμονίας και τύχης και δόξης ελάσασαν, κεφαλήν γεγενημένην της οικουμένης [απόδειξη αυτό του άλλοτε παγκόσμιου ρόλου της], ής το κλέος», συνεχίζει ο Μωάμεθ, «πάσαν επήλθε την οικουμένην». Ανεπηρέαστη και αλώβητη Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο ως του κόσμου Βασιλεύουσας, αλλά και ως του κατεξοχήν θαυμαστού πολεοδομικού κατορθώματος του Μεσαίωνα, έμεινε ανεπηρέαστη και αλώβητη παρά τις αντιξοότητες της αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη φτιάχνει αυτοκράτορες· η πρώην αρχαία Roma mobilis γίνεται στη Νέα Ρώμη Βασιλεύουσα, πάγια εστία αυτοκρατορίας και έδρα αμετακίνητη αυτοκρατόρων, Πόλις νομιμοποιούσα τις αυτοκρατορικές διεκδικήσεις: στο εξής όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι κύριος της αυτοκρατορίας και συμβολικά του κόσμου. Αυτό γράφει στον Μωάμεθ ο Κριτόβουλος Ιμβριώτης στην αφιερωτήρια επιγραφή της ιστορίας του, όταν τον αποκαλεί «Κύριον Γης και Θαλάσσης» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ή μάλλον χάρη σ΄ αυτήν. Και γι’ αυτό οι Τούρκοι κατακτητές της θα φέρουν στο εξής ως τίτλο τους το: «Σουλτάνος, Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ασίας, Ευρώπης και των εξής» και θα αναφέρονται (όπως ο Μωάμεθ Β΄ στο γράμμα προς τον δόγη Μοτσενίγο το 1480) στο «κράτος της κοσμοκρατορικής βασιλείας τους». Κληρονομιά λοιπόν η παγκοσμιότητα, που η εξουθενωμένη Κωνσταντινούπολη παρέδωσε ακέραια στους νέους της κυρίους (και που αυτή είχε παραλάβει από την αρχαία Ρώμη), άσχετα όμως τώρα πια από το πρόσωπο του αυτοκράτορα, από την εθνικότητα και από τη θρησκεία του. Το ζωντανό κατόρθωμα Η βυζαντινή κληρονομιά,το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»,θα ζήσει μέσα σ΄ αυτόν τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν νέο ουμανισμό,τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το μάθημα που μετέφεραν στη Δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας, την πνευματική κενότητα του κατακτητή. Η Εκκλησία θα οικειωθεί το σύμβολο του δικέφαλου αετού (όπως άλλωστε και πολλά ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Πολωνία, Αυστροουγγαρία, ως και η Αλβανία),ενώ ο πολύς λαός,υποσυνείδητα σχεδόν, θα περιμένει ακόμη (ιδιαίτερα βέβαια οι Νεοέλληνες) αυτό που «δεν χωρά ανθρώπου νους, να δει και πάλι δηλαδή, στην Πόλη ζωντανούς, τον πετρωμένο βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή». Αυτή είναι ίσως για τους Νεοέλληνες η πνευματική υποθήκη της παρωχημένης πια αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, σχετικά με αυτές που ονομάζουν «αλησμόνητες πατρίδες», αυτό το τελευταίο κατάλοιπο της Μεγάλης Ιδέας, ενός σθεναρά ριζωμένου ιδεολογήματος, στην καρδιά του μόνο Βαλκάνιου λαού που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα της ύπαρξής του, δηλαδή τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης (ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος), εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη, που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Νέα Σιών, αλλά ουδέποτε «Νέαι Αθήναι», επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας. Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά,αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο,παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και «ένδοξου», όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού. Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα. Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων. Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα αυτό με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valéry για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valéry, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης,που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πνευματικότητα. Κατά τον Valéry, Ευρώπη είναι εκεί όπου τα ονόματα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Μωυσή και του Παύλου έχουν σημασία και βαρύτητα. Αυτά σε κείμενο γραμμένο το 1922, πολύ δηλαδή προτού γίνει λόγος για Ευρωπαϊκή Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ενωση, θεσμοί που έχουν κάποτε την ανιστόρητη τάση να θεωρήσουν αρχή της Ευρώπης την καρλομαγνική πολιτεία της Δύσης. Και αυτό γιατί ξέχασαν οι Δυτικοευρωπαίοι ότι το πνεύμα ταξιδεύει και μεταλαμπαδεύει το ζωογόνο μήνυμά του. Η Κωνσταντινούπολη είναι ο μακροχρόνιος σταθμός του, μετά την Αλεξάνδρεια και πριν τη Βενετία. Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο Βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοί του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης· άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια,το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Αλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το Βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων του. Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης.
Πηγή: cityportal.gr

 

Ο Κεφαλλονίτης Γεράσιμος Μαρκοράς

69356913_2468703383359982_8455565921669349376_n

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κέρκυρας, της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων.. Ο Γεράσιμος Μαρκοράς ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα. Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και πολύ μετριόφρων, μα ταυτόχρονα, διέθετε δυναμική πένα και συναρπαστικό λόγο.

Η ποίησή του σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της Επτανησιακής Σχολής ειδικότερα και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του-τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς- ενώ λάτρευε τις βόλτες με την άμαξα στο Αχίλλειο και το Κανόνι.. Δεν περπατούσε και τόσο συχνά καθώς μία ενοχλητική κήλη που είχε τον ταλαιπωρούσε συχνά, εμποδίζοντάς τον να διανύει μεγάλες αποστάσεις πεζός. Η μαγευτική όμως κερκυραϊκή φύση τον γοήτευε βαθιά χωρίς ποτέ να κρύψει την αγάπη του για το καταπράσινο νησί των Φαιάκων.

Το πολυπολιτισμικό σκηνικό της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμόρφωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα του Γεράσιμου Μαρκορά. Μεγάλη του αδυναμία, ασφαλώς, ήταν το ωραιότερο και τελειότερο καλλιτεχνικό είδος, η όπερα. Ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας όπου και παρακολουθούσε τις αγαπημένες του όπερες, ενώ οι συνθέτες Ξύνδας, Λιμπεράλι και Λαμπελέτ ήταν στενοί του φίλοι. Η όψη του ήρεμη και συμπαθητική. Ψηλός, παχουλός, με μία μακριά γενειάδα στο ήρεμο πρόσωπό του.. Ησυχαστήριό του, το σπίτι του στο χωριό Στρογγυλή.. Μέσα από την ποίησή του απελευθέρωνε με το δικό του τρόπο τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά του.

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, η οικογένεια έφτασε στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Σιγά-σιγά η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, αποκτώντας παράλληλα το ορθόδοξο δόγμα.

Ο πρώτος Μαρκοράς ο οποίος αναφέρεται, κατείχε το αξίωμα του ιππότη. Αναφέρονται επίσης ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, ο οποίος ήταν μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, και ασφαλώς, ο πατέρας του Γερασίμου Μαρκορά, Γεώργιος, ο οποίος υπηρετούσε το Ιόνιο Κράτος ως εισαγγελέας. Μητέρα του ήταν Μαρίνα Βλασσοπούλου, επίσης αρχοντικής γενιάς. Είχε επίσης δύο αδέλφια, το Σπύρο Μαρκορά ( οποίος ήταν ο πρωτότοκος και ζούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο) και το Στέλιο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ο οποίος υπηρετούσε από νεαρή ηλικία τις τέχνες και τα γράμματα. Η οικογένεια ήταν επίσης γραμμένη στο περίφημο Libro d’ Oro της Κέρκυρας, διαθέτοντας οικόσημο.

Ο ίδιος ήταν τόσο ταπεινός και μετριόφρων που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του: «Όταν σας ειπώ ότι εγεννήθηκα το 1826 στην Κεφαλωνιά, όπου ο πατέρας μου έμενε σαν εισαγγελέας εφτάμιση χρόνια, ότι εμπήκα στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο σαν ήταν διευθυντής πρώτα ο Οριόλης και μετά ο Κάλβος, ότι τα 1849 επήγα με τον αδελφό μου Σπύρο στην Ιταλία για να σπουδάξω Νομικά, ότι κατόπι από δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πατρίδα μας εξ αιτίας όπου απέθανε ο πρωτότοκος αδελφός μου Στυλιανός κι ο πατέρας μου απέμεινε μόνος του, ότι έλαβα εδώ το δίπλωμα, ότι δεν άνοιξα από τότε κανένα νομικό βιβλίο, ότι έγραψα κάπου-κάπου στίχο, είναι όσα ημπορώ να σας γράψω για το άτομό μου. Δεν επιθυμώ να δημοσιέψετε ότι ελάβατε από με τέτοιες ασήμαντες πληροφορίες».

Το 1849 ο Γεράσιμος Μαρκοράς μετέβη στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας για να σπουδάσει την επιστήμη της εποχής, τη Νομική. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο είχε φοιτήσει λίγα χρόνια πριν και ο μέντοράς του Διονύσιος Σολωμός. Όλοι οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής στέλνονταν στην Ιταλία για να σπουδάσουν Νομική ή Ιατρική. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Μαρκοράς δοκίμαζε δειλά-δειλά να γράφει ορισμένους στίχους άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα ιταλικά. Είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τη γραφή του Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος ίσως λογοτέχνης της Ιταλίας. Χαμένος στους λαβύρινθους της ξένης λογοτεχνίας ο νεαρός Μαρκοράς απέκτησε την πρώτη του επαφή με τα γράμματα και την ποίηση. Επίσης, η διατήρηση των επαφών του με τους φίλους του από την Κέρκυρα δημιούργησαν μέσα του ένα κράμα σκέψεων, ιδεολογιών και εμπνεύσεων.

Το πολιτικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο που διέθετε η Ιταλία τότε ήταν αρκετό για να επηρεάσει τη σκέψη και τα πολιτικά ερεθίσματα του Μαρκορά. Ο αιφνίδιος όμως θάνατος του αγαπημένου του αδελφού Στέλιου από φυματίωση στις 29 Απριλίου 1851 ανάγκασε το νεαρό Γεράσιμο να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο θάνατος του νεότατου αδερφού του τον συγκλόνισε βαθιά..

Ο Στέλιος Μαρκοράς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, ο θάνατος όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει το πρώιμο αλλά αξιόλογο έργο του. Ο Μαρκοράς θα αργήσει πολύ να ξεπεράσει το χαμό του αδελφού του. Συνέχισε τις σπουδές του στην ακμάζουσα Ιόνιο Ακαδημία, λαμβάνοντας το πτυχίο του στη Νομική (μία επιστήμη όμως την οποία ποτέ δε υπηρετήσει και δε θα αγαπήσει πραγματικά). Είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, μία εξαιρετικά σημαντική αν και κάπως παρεξηγημένη προσωπικότητα της Επτανησιακής Σχολής. Η αυστηρή όμως επιστήμη της Νομικής τον πνίγει.

Η πραγματική του αγάπη είναι η ποίηση. Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Γύρω από την πανέμορφη πλατεία, τη Σπιανάδα, υπήρχαν όλα τα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής: Η Ιόνιος Ακαδημία (το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο έκλεισε τις πύλες του αμέσως μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα), η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας), η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και στη συνέχεια η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος και πολλά άλλα πνευματικά ιδρύματα χάριζαν στην Κέρκυρα μοναδική μορφωτική αίγλη. Βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της Επτανησιακής Σχολής, της οποίας ο Μαρκοράς αποτελούσε σημαντικότατο εκπρόσωπο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποια ήταν η Επτανησιακή Σχολή και ποιο το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής.

Η Επτανησιακή Σχολή αναδύθηκε στα νησιά του Ιονίου πολύ νωρίτερα από την εποχή του Σολωμού (ο οποίος θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπός της) και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο, ως απόρροια της έλευσης κρητών προσφύγων στο νησί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669. Οι Κρήτες μετέφεραν στα Επτάνησα την αγάπη τους για την τέχνη και τα γράμματα (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την προσφορά του κρητικού θεάτρου) ενώ το πνευματικά εύφορο κλίμα της Ζακύνθου δεν άργησε να αφομοιώσει γοργά και λαίμαργα την κουλτούρα και τις ιδέες των ανθρώπων αυτών.

Η Ζάκυνθος άλλωστε διέθετε ένα ομοιόμορφο αστικό στοιχείο σε αντίθεση με την αριστοκρατική Κέρκυρα. Παράλληλα, οι ξένες διαδοχικές κατακτήσεις στα Επτάνησα δημιούργησαν ένα ιδιόμορφο περιβάλλον το οποίο δε συναντάται σε καμία άλλη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Το ρεύμα αυτό δεν άργησε να μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα των Επτανήσων, την Κέρκυρα, όπου και ρίζωσε.

Οι επιρροές αυτές, σε συνδυασμό με τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Ιταλικής κουλτούρας αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης δημιούργησαν το πρώτο πνευματικό, ελληνικό κίνημα, αυτό της Επτανησιακής Σχολής. Επιπρόσθετα, η δίψα για ένωση με την Ελλάδα, η πίστη στη δημοτική γλώσσα και τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζύμωσαν την ιδεολογία και το χαρακτήρα της Επτανησιακής Σχολής.

Η λαχτάρα και ακόρεστη επιθυμία για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού από τις πλάτες των Ιονίων Νήσων και η ελπίδα ότι η ένωση θα επέφερε πραγματική ελευθερία στο λαό των Επτανήσων, ωθούσαν τους εκπροσώπους της Σχολής να αποτυπώνουν μέσω της πένας τους φλογερά ποιήματα αλλά και δοκίμια. Ο λαός είχε κουραστεί πλέον από τους κατακτητές, ελπίζοντας πως η ένωση με τους ομοεθνούς τους θα ήταν η πραγματική λύτρωση για αυτούς. Τα έργα των λογοτεχνών φούντωναν τη φλόγα αυτή κάνοντας την ιδέα της ένωσης να φαντάζει κάτι το πραγματικά επαναστατικό.

Ο Μαρκοράς λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον πνευματικό οργασμό. Ήταν επόμενο λοιπόν να δεχτεί τα ερεθίσματα αυτά και να τα καλλιεργήσει περαιτέρω με μεράκι και αγάπη. Το 1852 άρχισε μετά από συμβουλή του Σολωμού τη μετάφραση της Ιλιάδας την οποία όμως εγκατέλειψε όταν είδε το έργο του Πολυλά, το οποίο αναγνώρισε ως ανώτερο. Από το 1853 και μετά ο Μαρκοράς ξεκίνησε να μεταφράζει έργα του Σίλλερ και του Όμηρου.

Μέσω της μετάφρασης άλλων έργων αποκτά νέα ερεθίσματα στη λογοτεχνία τα οποία «προετοιμάζουν», θα λέγαμε, το έδαφος για την ποιητική του «έκρηξη» που θα ακολουθήσει. Ο Μαρκοράς έκρυβε ακόμα καλά το ταλέντο του… Διάβαζε πάρα πολύ ενώ ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες. Τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρουν στην επιφάνεια έναν δυναμικό χαρακτήρα τον οποίο ο Μαρκοράς δεν εξωτερίκευε συχνά.

Επηρεασμένος από τη ρευστή πολιτική σκηνή και από την καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση της περιόδου, ίδρυσε μαζί με τις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τη Φιλολογική Σχολή η οποία υποστήριζε μεταξύ άλλων, ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να απαλλαχτεί η ελληνική γλώσσα από τους ξύλινους τύπους της αρχαίας, δίνοντας ώθηση στη δημοτική ως γλώσσα του λαού. Η δύσκαμπτη και ακατανόητη από το λαό αρχαίζουσα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φρέσκια και κατανοητή από όλους δημοτική. Συνοδοιπόροι του στη Σχολή αυτή ήταν οι Ι. Πολυλάς, Ν. Μακρής, Ι. Ρινόπουλος, Κ. Μάνεσης, Ι. Κουαρτάνος και Γ. Καλοσγούρος.

Η Σχολή αυτή είχε ως κέντρο της το περίφημο «Καφενείον του Ανανία» στην περιοχή της Γαρίτσας (η ακριβέστερη τοποθεσία μας είναι δυστυχώς άγνωστη). Για να υπερασπιστεί τη χρήση και καθιέρωση της δημοτικής, ο Μαρκοράς έγραψε το σατιρικό ποίημα «Απλή και καθαρεύουσα» (1872). Πίστευε ότι «Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».

Ο Μαρκοράς λοιπόν γαλουχήθηκε σ’ ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, δεχόμενος ερεθίσματα από όλες τις προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής. Αναμφισβήτητα όμως, η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από το μέντορά του Διονύσιο Σολωμό. Παρ όλα αυτά δεν του έδειξε ποτέ ούτε ένα στίχο από τα πρωτόλειά του.. Φοβόταν, προφανώς, την κριτική του καθώς ο Μαρκοράς ήταν ένας εσωστρεφής και εξαιρετικά χαμηλών τόνων νέος.

Ο Σολωμός όμως είχε καταλάβει το ταλέντο του και τον νουθετούσε με προσοχή, προσπαθώντας παράλληλα να τον αποτρέψει από την παγίδα της έπαρσης και της αλαζονείας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Μαρκοράς έγραφε στίχους από μικρό παιδάκι, κάτι το οποίο ήταν απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις επαφές του πατέρα του με τις προσωπικότητες της εποχής και τις ερασιτεχνικές του απόπειρες στο χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Γεώργιος Καλοσγούρος συνήθιζε να λέει για το νησί της Κέρκυρας και τις προσωπικότητές της: «Εκεί, έλεγες ότι στον πρώτο αυτόν σταθμόν της Ελλάδος είχαν συναχθή για να δώσουν ένα λαμπρό προεικόνισμα των ελπίδων του μέλλοντος οι εγκάρδιοι φίλοι της νεανικής ηλικίας του Γεράσιμου Μαρκορά, οι οποίοι με άγιον ενθουσιασμόν και με αφοσίωσιν και λατρείαν έπιναν, ωσάν δροσιάν, τον ήχο του αθάνατου κορυδαλού και εδυνάμωναν καθημερινώς την ψυχήν των με την λατρείαν της αληθείας, της τέχνης και της πατρίδος».

Ώσπου … τα βέλη του θεού Έρωτα χτύπησαν τον νεαρό Μαρκορά. Το 1854 παντρεύτηκε την αρχοντοπούλα Αικατερίνη Δούσμανη, κόρη του Γενικού Γραμματέα Αντωνίου Κόντε Δούσμανη. Μαζί της, απέκτησε ένα αγοράκι, τον Ευστάθιο Μαρκορά, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Προτίμησε να ασχοληθεί με την περιουσία της οικογένειας σαν κτηματίας. Ο Ευστάθιος με τη σειρά του απέκτησε δύο παιδιά, το Γεράσιμο και τη Μαρίνα και στη συνέχεια ακολούθησαν οι δισέγγονες του Γεράσιμου Μαρκορά, Ευσταθία και Αγγελική.

Επιστρέφοντας στο Γεράσιμο Μαρκορά, η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Το 1870 μετά το γάμο τους η νεαρή κοπέλα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας ένα αναπλήρωτο κενό στη ζωή του ποιητή. Έκτοτε ο Μαρκοράς ούτε ξαναπαντρεύτηκε, ούτε συνδέθηκε με άλλη γυναίκα. Προτίμησε να σκεπάσει σιωπηλά τον πόνο και τη θλίψη του…

Ξαφνικά, το 1857 συνέβη κάτι τρομερό το οποίο άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Ο δάσκαλος τόσων προσωπικοτήτων, η υπέρτατη μορφή της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, άφησε την τελευταία του πνοή την 21η Φεβρουαρίου 1857. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος όλα τα Επτάνησα.

Η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις συνεδριάσεις της, ενώ όλοι οι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής διοχέτευσαν τον πόνο και τη θλίψη τους σε εκπληκτικά ποιήματα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα «Η δάφνη και το αηδόνι», ο Γεράσιμος Μαρκοράς το «Πρώτο Ψυχοσάββατο», ενώ ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος ήταν και ο στενότερος φίλος του Σολωμού) συνέθεσε τη «Νεκρική Ωδή» και τον επικήδειο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μαρκοράς συνεργάστηκε με τον Πολυλά και τον Κουαρτάνο με σκοπό τη συγκέντρωση και δημοσίευση όλου του ποιητικού έργου του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον Πολυλά το 1859.

Το 1863 ο Μαρκοράς δημοσίευσε το σατιρικό ποίημα «Λέλεκας και Σπαρτσίνης», το οποίο είναι ένας διάλογος μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ (στην αγγλική γλώσσα ο «λέλεκας») και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet- Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι στην ουσία μία πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του συντηρητικού τρόπου διοίκησης των Επτανήσων. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Μαρκοράς γράφει άλλο ένα δυνατό ποίημα, το πιο γνωστό του έργο ίσως μετά τον «Όρκο» το οποίο φανέρωνε όλα τα τίμια και πατριωτικά αισθήματά του, τα «Κάστρα μας».

Το επαναστατικό για την εποχή του αυτό έργο αναφέρεται στην απόφαση των ‘Άγγλων να παραχωρήσουν μεν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας όμως στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των Φρουρίων του μικρού νησιού Βίδο. Μέσα από το ποίημα αυτό ο Μαρκοράς ξεδίπλωσε όλα του τα πατριωτικά αισθήματα με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη σχετικά με την άδικη και αλλόκοτη απόφαση της κατεδάφισης. Οι κριτικές που έλαβε για το ποίημα αυτό ήταν πράγματι διθυραμβικές: «Ωραία ποιητική έμπνευσι, που αντανακλά εις τα πλάσματα της φαντασίας το άδολο αίσθημα και το ύψος των εθνικών και κοινωνικών ιδεών, τόσο λαμπρά ώστε αυτό το άσμα θα συναριθμήται με τα πολύτιμα κειμήλια της χριστιανικής ποιήσεως».

Η συντηρητική Αθήνα όμως δεν αναγνώριζε το ταλέντο και την επαναστατική γραφή των Επτανησίων ποιητών. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν για αυτούς κάτι το χθαμαλές και αδιανόητο, και το 1864 το περιοδικό φύλλο «Χρυσσαλίς» επαινούσε μεν το περιεχόμενο των ποιημάτων, θεωρούσε όμως «πτωχήν την Επτανησιακήν Διάλεκτον».

Οι Επτανήσιοι ποιητές όμως δεν πτοήθηκαν στιγμή από τα σχόλια των Αθηναίων, και συνέχιζαν να υποστηρίζουν ακράδαντα τη γλώσσα και τη θεματολογία της Επτανησιακής ποίησης. Δε νοούταν άλλωστε η σύσταση και ευημερία ενός έθνους χωρίς γλωσσική ενότητα. Και η αρχαίζουσα γλώσσα σίγουρα δεν ήταν η σωστή επιλογή αν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε τη δημοτική γλώσσα. Η αρχαίζουσα απευθυνόταν σε μία μικρή μερίδα του πληθυσμού δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα γλωσσικό και συνάμα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής.

Ώσπου φτάνουμε στο 1857, χρονιά καθοριστική για το ποιητικό έργο του Μαρκορά. Συγκλονισμένος από τις εξελίξεις στην Κρήτη γράφει το καλύτερο και γνωστότερο ποίημά του: Τον περίφημο «Όρκο». Το ποίημα αναφέρεται στη θυσία και τον αγώνα των Κρητών κατά των Οθωμανών και, πιο συγκεκριμένα, στην πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη το 1866. Η υπόθεση του ποιήματος όμως, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι.

Ο Μαρκοράς συγκινήθηκε αφάνταστα από την αυτοθυσία των Κρητών, βάζοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει και να περιπλανηθεί λίγο παραπέρα. Διαλέγει για ήρωες του ποιήματός του δύο ερωτευμένους νέους.

Τι πιο απλό και προσιτό από δύο νέα και ερωτευμένα παιδιά; Σε συνδυασμό με το δυναμικό ιστορικό υπόβαθρο της εποχής, το ποίημα μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Η Ευδοκία, κορίτσι ορφανό από μάνα και πατέρα, βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με άλλους πρόσφυγες συμπατριώτες της και κατευθύνεται προς την Κρήτη, μετά από αναγκαστική απουσία τριών ετών. Στο μυαλό της βρίσκεται διαρκώς ο αγαπημένος της, ο Μάνθος, με τον οποίο είναι αρραβωνιασμένη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κοπέλα αναλογίζεται τη μοίρα της και βρίσκει λίγη χαρά στη σκέψη ότι θα συναντήσει επιτέλους τον καλό της. Μεσολαβεί ο χαιρετισμός των προσφύγων στον Ψηλορείτη, καθώς τον αντικρίζουν δακρυσμένοι ξανά μετά από τόσα χρόνια, και στη συνέχεια το θέμα του ποιήματος επιστρέφει στις σκέψεις της Ευδοκίας.

Το καράβι φτάνει επιτέλους στα άγια και αγαπημένα χώματα των Κρητών. Η χαρά της κοπέλας όμως κρατά λίγο. Μόλις πατά το πόδι της στο νησί πληροφορείται το γεγονός του ολοκαυτώματος της Μονής του Αρκαδίου, ενώ παράλληλα μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της (ο οποίος βρισκόταν στη μονή) τώρα είναι νεκρός..

Η Ευδοκία, μην αντέχοντας να παραμείνει στο πατρικό της (το οποίο είναι ερημωμένο και πλέον της προκαλεί μόνο θλίψη και απόγνωση) πηγαίνει στα ερείπια της Μονής. Εκεί την κυριεύει ο πόνος και η οδύνη, ενώ τα λόγια της μαρτυρούν ακόμα και τώρα όρκους αιώνιας αγάπης, αφοσίωσης και έρωτα προς το Μάνθο. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε να ξεχάσει την αγάπη της για αυτόν; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα όνειρα που έκαναν μαζί πριν ο πόλεμος δηλητηριάσει την αγάπη τους; Εκείνη τη στιγμή, ο Μάνθος εμφανίζεται μπροστά της ολοζώντανος σαν λέιψανο.

Η μορφή του είναι σχεδόν τρομακτική και αποκρουστική, καθώς είναι νεκρός. Της μιλά όμως τρυφερά, της ορκίζεται πως θα την αγαπά αιώνια ακόμα και αν δε βρίσκεται πια μαζί της στη ζωή και πως θα την προστατεύει όπου κι αν βρίσκεται. Εκείνη, συγκινημένη, πεθαίνει στην αγκαλιά του.. Το τραγικό ζευγάρι δε μπόρεσε να χαρεί τον έρωτά του στην επίγεια ζωή. Βρέθηκαν όμως μαζί στον Παράδεισο…

Το ποίημα αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό έργο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ο ποιητής καταθέτει μέσα από το γράψιμό του τα αγνά πατριωτικά του αισθήματα, χωρίς να μολύνεται από ψήγματα σωβινισμού ή κραυγαλέων, ακραίων θέσεων, ενώ ο τρόπος που παρουσιάζει το δυνατό έρωτα των δύο νέων είναι πράγματι συγκλονιστικός.

Ο «Όρκος» τυπώθηκε το 1875 στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», για άγνωστους λόγους όμως το έργο δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο σε ελάχιστα αντίτυπα, τα οποία μοιράστηκαν σε λίγους στενούς φίλους του Μαρκορά. Το 1899 ο «Όρκος» μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου Giovanni Canna. O Canna ήταν καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασε ο Μαρκοράς), ενώ συγχρόνως συνέταξε έναν λόγο υπέρ των προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης.

Όπως αναφέραμε, το βασικό μέλημα των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής ήταν η διάδοση και επικράτηση της δημοτικής έναντι της δύσκαμπτης και σκονισμένης πλέον αρχαίζουσας.

Οι «ατρόμητοι» ποιητές της Επτανησιακής Σχολής επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα λογοτεχνικό περιοδικό με στόχο την ανάδειξη των έργων της εποχής και, φυσικά, τη διάδοση της δημοτικής. Ο τίτλος του τολμηρού αυτού έργου ήταν «Εθνική Γλώσσα», το περιοδικό όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Την ομάδα συγγραφής αποτελούσαν οι: Κάρολος Μάνεσης, Στέλιος Χρυσομάλλης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Νίκος Κογεβίνας, Ανδρέας Κεφαλληνός, Λορέντσος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και φυσικά ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Επίσης, σκοπός του περιοδικού ήταν η γλωσσική και λογοτεχνική ενότητα και η προβολή των Επτανησίων λογοτεχνών.

Όμως, οι καιροί για την Κέρκυρα ήταν εξαιρετικά χαλεποί για κάτι τέτοιο (βρισκόμαστε στο έτος 1884 όταν η Κέρκυρα είχε καταντήσει πλέον μία απλή ελληνική επαρχία), και η έκδοση του περιοδικού ήταν αδύνατη.

Παρ’ όλο που ο Μαρκοράς έγραφε χρόνια, η πρώτη επίσημη δουλειά του εκδόθηκε το 1890 στην Κέρκυρα με τον τίτλο «Ποιητικά Έργα». Επίσης, μετά την έκδοση των «Μικρών Ταξειδιών» συνέχισε να γράφει ποιήματα, τα οποία εκδίδονταν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια».

Το γλωσσικό ζήτημα πλέον βρισκόταν, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή του. Το θέμα της γλώσσας ταλάνιζε την Ελλάδα καθώς η κατάσταση είχε αρχίσει να παίρνει πλέον πολιτικές διαστάσεις. Η κάθε γλωσσική παράταξη υποστήριζε τις απόψεις της ένθερμα, ενώ λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν να εμφανίζονται κατά κόρον για να συμπληρώσουν το σκηνικό. Ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής ήταν ο περίφημος «Νουμάς», δημοσίευμα αμιγώς δημοτικιστικό. Διευθυντής του ιστορικού αυτού περιοδικού ήταν ο Δημήτρης Ταγκόπουλος. Με παρότρυνση του φίλου του Λορέντσου Μαβίλη, ο Γεράσιμος Μαρκοράς δέχτηκε να γίνει συνδρομητής του περιοδικού αυτού. Δε δημοσίευσε όμως ποτέ ποιήματά του στην έκδοση αυτή..

Όπως αναφέραμε, η ζωή του Γεράσιμου Μαρκορά δεν ήταν ούτε κοσμοπολίτικη ούτε κραυγαλέα. Προτίμησε να ζει διακριτικά, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του πάνω στο χαρτί. Ο πατριωτισμός του, αγνός και αληθινός, δεν παραπατά ούτε στιγμή σε παράλογο σωβινισμό. Παράλληλα, ο σεμνός του χαρακτήρας τον έκανε συμπαθή και προσιτό σε όλους. Το τελευταίο του ποίημα, τη «Βραδινή Γαλήνη», το εμπνεύστηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό δειλινό του 1911.

Διάβαζε απορροφημένος τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και η μυστηριώδης και μαγευτική ηρεμία της βραδιάς τον ενέπνευσαν να γράψει το τελευταίο του ποίημα. Στις 28 Αυγούστου του 1911, ο ποιητής του «Όρκου» και τόσων άλλων ποιημάτων άφησε την τελευταία του πνοή στη νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανείς, την Κέρκυρα. Το έργο του αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής λογοτεχνίας σφραγίζοντας μία ολόκληρη εποχή

Γεράσιμος Μαρκοράς «Ο Όρκος» παράλληλο για τον Κρητικό

Πλέει το καράβι αδιάκοπα, κι η Πούλια ωστόσο δείχτει,
Στον ουρανό αρμενίζοντας, πως είναι μεσονύχτι.
Όλα σιγούν. Στη θάλασσα γλυκοκοιμούντ’ οι ανέμοι,
Και κάθε αστέρι, που ψηλά φεγγοβολάει και τρέμει,
Φαίνετ’ αγγέλου σπλαχνικού προσηλωμένο βλέμμα
Στον κόσμο, που ποτίζεται πάντα με δάκρυα κι αίμα.
Κάποιο, στα βάθη της νυχτός, Πνεύμα καλό και θείο
Μ’ ελεημοσύνη θα ’γυρε τα μάτια και στο πλοίο,
Αν ένα κούρασμα γλυκό κι ύπνος αγάλια εχύθη
Σε τόσα εκεί, που λάχτιζαν, απελπισμένα στήθη.
Όλοι κοιμούνται· μοναχά δεν είναι σφαλισμένα
Δυο μάτια ουρανογάλαζα, δυο μάτια ερωτεμένα.
Ο στοχασμός, που γλήγορα θ’ αράξει στ’ ακρογιάλι,
Όπου φαντάζεται να ιδεί τον ακριβό της πάλι,
Ως έχει χρεία, της Ευδοκιάς ανάσασα δε δίνει,
Μήτε να κλείσει βλέφαρο καθόλου την αφήνει·
Πλην στον αγώνα, που ξυπνή την εβαστούσε ακόμα,
Το τρυφερό της έπεσε παραδαρμένο σώμα,
Κι εκεί που η μαύρη καταγής ακίνητη απομένει,
Στη χλόη θαρρεί του τόπου της πως είναι πλαγιασμένη.
Αν στο ροδάτο μάγουλο σιγά-σιγά τ’ αέρι
Μιαν άκρη από τα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά της φέρει
τ’ αγαπημένου το φιλί πώς αγρικάει παντέχει,
Και νέα σε κάθε φλέβα της γλυκάδα ουράνια τρέχει.

https://m.kefaloniatoday.com

https://latistor.blogspot.co

Η καζαντζακική φιλοσοφία στην «Ασκητική»

68978170_2466040970292890_1402244308895006720_n

Το πασίγνωστο «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος» δεν διαμορφώθηκε από τον Καζαντζάκη ως φιλοσοφικό συμπύκνωμα προς το τέλος της ζωής του, απλώς για να γραφτεί στον τάφο του. Στην Ασκητική του, η πρώτη μορφή της οποίας δημοσιεύτηκε το 1927 στο περιοδικό Αναγέννηση που διευθυνόταν από τον Δημήτρη Γληνό (τχ. 11-12, 599-631), διαβάζουμε στο τέλος του δευτέρου κεφαλαίου. Η προετοιμασία):

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μού φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ’ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!».

Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Καζαντζάκης 2014, 43-44
Το σώμα-καράβι, η ανάταση της ψυχής, το θαλασσινό ταξίδι ως υπαρξιακή περιπέτεια, το ναυάγιο και η άβυσσος ως σκοποί της ζωής προαναγγέλλουν τη θεματική και την εικονοποιία της Οδύσσειας . Η τελευταία παράγραφος του αποσπάσματος δεν περιέχει απλώς λεκτικά το «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος», αλλά προεκτείνεται επεξηγηματικά στον νου ως γεννήτορα της ελπίδας και στην καρδιά ως δημιουργό του φόβου. Επιπρόσθετα, νιώθουμε στο κείμενο τη γλωσσική παρουσία του ηρωικού δημοτικισμού («δίνουμαι, αγωνίζουμαι, ξακλούθα» κ.ά.), αλλά οι νεόπλαστες (π.χ. «βαθιογάλαζα») και οι εξεζητημένου τόνου (π.χ. «ολομεμιάς») λέξεις δεν είναι τόσο πολλές, ώστε να αναδύεται από το κείμενο η αίσθηση μιας υψηλόβαθμης γλωσσικής τεχνητότητας, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια. Όταν το 1927 η Ασκητική εκδόθηκε και ως ανάτυπο του περιοδικού Αναγέννηση, δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, και ένα κριτικό σημείωμα του Κλέωνα Παράσχου στη Νέα Εστία. Εκεί διαβάζουμε ότι

Το Salvatores Dei [= Ασκητική] είναι ένα μακρόπνοο φιλοσοφικό ποίημα, γραμμένο σε τόνο κηρύγματος, ωσάν τον Ζαρατούστρα του Νίτσε, και όπου θίγονται (και λύονται κατά κάποιον τρόπο) τα μεγαλείτερα ανθρώπινα προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά.

Παράσχος 1927, 890
Ένα έργο που προτείνει ή προσπαθεί να προτείνει λύσεις σε «προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά» ανήκει, αναντίρρητα, και στην περιοχή της φιλοσοφικής συγγραφής, ενώ η αναφορά στο συγκεκριμένο κεφαλαιώδες έργο της παγκόσμιας φιλοσοφικής γραμματείας, αφενός ενδέχεται να υποδηλώνει τη διαπίστωση της επιρροής που άσκησε και ο Νίτσε στον στοχασμό του Καζαντζάκη (βλ., λ.χ., Κουμάκης 1996), αφετέρου ίσως να υποδεικνύει ότι και στο καζαντζακικό κείμενο (όπως, ως γνωστόν, και στο νιτσεϊκό) διαπλέκονται δημιουργικά η φιλοσοφική αναζήτηση με τη λογοτεχνική δυναμική.

Η Ασκητική δεν είναι έργο αφηγηματικής μυθοπλασίας και γενικά κατατασσόταν και κατατάσσεται στον χώρο της «στοχαστικής πεζογραφίας» (Beaton 2011, 709), δηλαδή του φιλοσοφικού-λογοτεχνικού δοκιμίου. Είναι σωστή η άποψη για τον κηρυγματικό τόνο του έργου, αλλά γιατί η Ασκητική να χαρακτηρίζεται ως «ποίημα»; Παρότι στην καζαντζακική βιβλιογραφία δεν έχει ιδιαίτερα υπογραμμιστεί (φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν διέλαθε της προσοχής της κριτικής που ασκήθηκε με όρους εκδοτικής επικαιρότητας), με την πρώτη απλή ανάγνωση διαπιστώνεται πως η Ασκητική έχει γραφτεί σε στίχο-εδάφιο (verset ), δηλαδή στον ιδιότυπο εκείνο στίχο, που δεν εξαντλείται σε μία σειρά, αλλά εκτείνεται σε μία (όχι ιδιαίτερα μεγάλη) παράγραφο. Όταν απομονωθεί ένας τέτοιος στίχος, δεν αναδίνει σε μεγάλο βαθμό αίσθηση ρυθμικότητας. Εάν, ωστόσο, ακολουθήσουμε μια ροή στην ανάγνωση (το παραπάνω απόσπασμα συγκροτεί μικρό δείγμα μιας τέτοιας ροής), επειδή ακριβώς κάθε εδάφιο περικλείει λεκτικό υλικό που ως ποσότητα δεν διαφέρει αισθητά από το προηγούμενο και το επόμενο, και επειδή η αλλαγή εδαφίου προϋποθέτει μια μικρή και επαναλαμβανόμενη συνεχώς αναγνωστική παύση, οικοδομείται η αίσθηση μιας ρυθμικής επαναληπτικότητας. Ο στίχος-εδάφιο έχει αξιοποιηθεί σε πολύ σημαντικά κείμενα και της παγκόσμιας (π.χ. Αποκάλυψη του Ιωάννη) και της νεοελληνικής γραμματείας (π.χ. Η Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού), ιδίως σε έργα οραματικά και αποκαλυπτικά, στη χορεία των οποίων δεν θα ήταν λάθος να εντάξουμε και την Ασκητική

Πηγή : selidodeiktes.greek-language.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 25 Αυγούστου, 2019, σε Πεζά. 1 σχόλιο